Η στιγμή της μεγάλης έμπνευσης

Ο Ρολάν Μπαρτ γράφει για τον Μαρσέλ Προυστ

by Times Newsroom 1

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι η ιστορία της λογοτεχνίας κρύβει λίγα αινίγματα. Και να όμως που σ’ ένα απ’ αυτά πρωταγωνιστεί ο Προυστ. Με προκαλεί και μ’ ενδιαφέρει ακόμα περισσότερο γιατί είναι ένα από τα αινίγματα της δημιουργίας (τα μόνα δηλαδή που αρμόζει να απασχολούν όσους θέλουν να γράφουν).

Ρολάν Μπαρτ

Μας αρέσει να επαναλαμβάνουμε ότι ο Προυστ έγραψε ένα μόνο έργο, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, και ότι αν και το έργο αυτό είναι “ονομαστικά” όψιμο, όλες οι προηγούμενες ελάσσονες δημοσιεύσεις χρησιμεύουν για να το προαπεικονίσουν. Ακόμα και αν είναι έτσι, τίποτα δεν μας εμποδίζει να δεχτούμε ότι η δημιουργική ζωή του Προυστ παρουσιάζει δυο σαφώς ξεχωριστές φάσεις. Μέχρι το 1909 ο Προυστ διάγει μια ζωή κοσμικού, φράφει εδώ κι εκεί, αυτό ή το άλλο, ψάχνει, δοκιμάζει φανερά, αλλά το μεγάλο έργο δεν έρχεται. Ο θάνατος της μητέρας του το 1905 τον συγκλονίζει, τον βγάζει για λίγο από τον κόσμο, αλλά η επιθυμία να γράψει τον συνεπαίρνει σύντομα, χωρίς όμως, όπως φαίνεται, ο ίδιος να μπορεί να απαλλαγεί από μια σκιά στείρας ταραχής. Ωστόσο η ταραχή περιορίζεται και λίγο-λίγο παίρνει τη μορφή δισταγμού: θα γράψει (ή προτιμά να γράψει) μυθιστόρημα ή δοκίμιο; Καταπιάνεται με ένα δοκίμιο όπου αποδοκιμάζει τις ιδέες του Σαιντ-Μπεβ με τρόπο μυθιστορηματικό, καθώς αναμειγνύει αποσπάσματα λογοτεχνικής αισθητικής με κομμάτια, σκηνές, διαλόγους, χαρακτήρες που θα συναντήσουμε αργότερα στο Αναζητώντας… Αυτό το δοκίμιο (λέξη οριακή), με τίτλο Ενάντια στον Σαιντ-Μπεβ, είναι το χειρόγραφο που αρνήθηκε να δημοσιεύσει η Figaro στα τέλη Αυγούστου 1909. Εδώ τοποθετείται ένα αινιγματικό επεισόδιο για το οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα, μια “σιωπή” που τροφοδοτείται από την αβεβαιότητα που προανέφερα: τι να συνέβη το μήνα Σεπτέμβριο του 1909 στη ζωή και το μυαλό του Προυστ; Ο βιογράφος τον ξαναβρίσκει τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς να έχει ήδη ξεκινήσει ορμητικά το μεγάλο έργο στο οποίο από εδώ και πέρα αφιερώνει τα πάντα, αποτραβηγμένον για να το γράψει, γλυτώνοντάς το μόλις από το θάνατο. Λοιπόν, δυο όψεις, δυο αντικριστές πλευρές ξεχωρίζουν εκείνο το Σεπτέμβριο του 1909: πριν η κοσμική ζωή, ο δισταγμός για τη δημιουργία, και μετά η δημιουργική απομόνωση, η ευθύτητα (προφανώς απλουστεύω).

Το παιχνίδι σ’ αυτή την εναλλαγή είναι κατά την άποψή μου το εξής: όλα τα γραπτά του Προυστ που προηγούνται του Αναζητώντας… έχουν χαρακτήρα αποσπασματικό, σύντομο; μικρά διηγήματα, άρθρα, θραύσματα κειμένων. Έχει κανείς την εντύπωση ότι όλα τα υλικά είναι εκεί (όπως θα λέγαμε και στη μαγειρική), όμως η εργασία που θα τα μετατρέψει σε εδέσματα δεν έγινε ακόμα: δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε (θα λέγαμε σε ορολογία μαγειρικής). Και ξαφνικά το Σεπτέμβριο του 1909, η συνταγή πέτυχε: η μαγιονέζα έδεσε και από δω και πέρα λίγο-λίγο θα “αυγαταίνει”. Άλλωστε, ο Προυστ εφαρμόζει ολοένα και περισσότερο την πρακτική των “προσθεμάτων”: εισάγει αδιάκοπα τροφή σ’ αυτό τον οργανισμό που ανθίζει γιατί είναι ήδη καλοσχηματισμένος. Η γραφή του αλλάζει: βέβαια ο Προυστ, όπως λέει και ο ίδιος, έγραφε πάντοτε “σε καλπασμό” (και αυτός ο συνοπτικός ρυθμός ίσως δεν είναι άσχετος με την κίνηση της φράσης του). Όμως τη στιγμή που το Αναζητώντας… απογειώνεται, η γραφή αλλάζει: γίνεται πιο πυκνή, πιο σύνθετη, κατακλύζεται με λαμπερές διορθώσεις.

Συμπερασματικά, εκείνο το Σεπτέμβριο, ένα είδος χημικής αντίδρασης συνεπήρε τον Προυστ και μετέτρεψε το δοκίμιο σε μυθιστόρημα, τη σύντομη, διακεκομμένη μορφή σε λόγο ρέοντα, μακροσκελή και στρωμένο.

Τι να έγινε; Τι να συνέβη ξαφνικά έναν καλοκαιρινό μήνα στο Παρίσι και η συνταγή πέτυχε μια για πάντα (μέχρι τον θάνατο του Προυστ το 1922, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, αφού η δική μας ενεργητική ανάγνωση δεν σταματά να μεγαλώνει το Αναζητώντας…, να το επανατροφοδοτεί); Δεν πιστεύω ότι η απάντηση έρχεται από ττις βιογραφικές πληροφορίες. Βέβαια, τα γεγονότα της ιδιωτικής ζωής μπορούν να επιδράσουν αποφασιστικά πάνω σ’ ένα έργο. Αλλά αυτή η επίδραση είναι σύνθετη και ασκείται αργά, με αναβολή: δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο θάνατος της μητέρας του έβαλε κατά κάποιο τρόπο τι βάσεις για το Αναζητώντας…, αλλά το Αναζητώντας… ξεκίνησε να γράφεται τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο αυτό. Πιστεύω περισσότερο σε μια ανακάλυψη σχετική με την “καθαυτό” δημιουργία: ο Προυστ βρήκε ένα μέσον, ίσως αποκλειστικά τεχνικό, για να συγκρατήσει το έργο και να διευκολύνει τη γραφή του (με την ενεργητική χροιά της έννοιας της ευκολίας).

Θα υποστήριζα από διαίσθηση ότι, χωρίς αμφιβολία, αυτό που βρήκε συνοψίζεται σε μια από τις ακόλουθες “τεχνικές” (ή σε περισσότερες από αυτές συγχρόνως): 1) Ένας τρόπος να λέει “εγώ”, ένας τύπος πρωτότυπης έκφρασης που παραπέμπει αδιευκρίνιστα στο συγγραφέα, τον αφηγητή και τον ήρωα. 2) Μια αλήθεια (ποιητική) των κύριων ονομάτων που τελικά υπερίσχυσαν, γιατί για τα κυριότερα ονόματα του Αναζητώντας… ο Προυστ δίστασε πολύ. Φαίνεται ότι το Αναζητώντας… ξεκίνησε όταν βρέθηκαν τα “σωστά” ονόματα, γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι σχετικά με το μυθιστόρημα, υπάρχει η θεωρία του κύριου ονόματος. 3) Μια αλλαγή των αναλογιών. Πράγματι, συμβαίνει κάποιες φορές (από μια μυστηριώδη χημεία), ένα σχέδιο που για καιρό έμενε απραγματοποίητο, να υλοποιείται όταν κάποιος αποφασίζει ξαφνικά και σαν από έμπνευση να το διευρύνει. Γιατί, σύμφωνα με τους κανόνες της αισθητικής, η διάσταση ενός πράγματος προσδιορίζει και την ουσία του. 4) Τέλος, μια μυθιστορηματική δομή που ο Προυστ ανακάλυψε στην Ανθρώπινη Κωμωδία και που χαρακτηρίζεται (παραθέτω τον Προυστ) “από την αξιοθαύμαστη επινόηση του Μπαλζάκ να διατηρεί τα ίδια πρόσωπα σε όλα τα μυθιστορήματά του”: μέθοδο που ο Σαιντ-Μπεβ απέρριψε αλλά που ο Προυστ θεώρησε ευφυή. Όταν γνωρίζουμε τη σημασία των επιστροφών, των συμπτώσεων, των ανατροπών σ’ όλη την έκταση του Αναζητώντας…, και πόσο ο Προυστ ήταν περήφανος γι αυτή την κυκλική σύνθεση που γονιμοποιεί στο τέλος του μυθιστορήματος μια ασήμαντη αρχική λεπτομέρεια, ώστε να δώσει φύλλα και καρπούς, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που ανακάλυψε ο Προυστ είναι η μυθιστορηματική αποτελεσματικότητα, η τεχνική που θα ονομάζαμε “μεταμόσχευση” των χαρακτήρων: ένα πρόσωπο τοποθετημένο διακριτικά (σχεδόν τυχαία) σ’ ένα σημείο, καρποφορεί πολύ αργότερα, δρασκελίζοντας μια πληθώρα άλλων σχέσεων.

Όλα αυτά πρέπει να γίνουν αντικείμενο έρευνας, βιογραφικής και δομικής συγχρόνως, και ίσως για μια φορά θα ήταν δικαιολογημένη η ευρυμάθεια, στο βαθμό που θα ήταν διαφωτιστική σε “όσους θέλουν να γράφουν”.

_________________________________________

  • Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Magazine littéraire το 1979, και μετά στο φιέρωμα για ττον Προυστ στο ίδιο περιοδικό, εκτός σειράς αρ. 2, 4ο τρίμηνο του 2000, σελ. 56-57. Και αργότερα στην “Αυγή”, 21 Ιανουαρίου 2001. Μετάφραση: Μαρία Πύλια.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή