Η Θεία Λειτουργία κατά τον Π. Α. Σινόπουλο

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες (Ιούνιος του 1997) στα βιβλιοπωλεία από τον εκδοτικό οίκο «Ίκαρος» το τελευταίο μεταφραστικό πόνημα του Ηλείου ποιητή (μεγάλωσε στην Ανδραβίδα) Π. Α. Σινόπουλου που δεν είναι άλλο από την απόδοση στα Νέα Ελληνικά της Θείας Λειτουργίας που αποδίδεται στον Ιωάννη Χρυσόστομο.

Αποτέλεσμα εικόνας για Π. Α. ΣινόπουλοςΑποτέλεσμα εικόνας για Π. Α. ΣινόπουλοςΑποτέλεσμα εικόνας για Π. Α. Σινόπουλος

Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που ο εν λόγω ποιητής ασχολείται με την απόδοση βυζαντινών κειμένων και μάλιστα εκκλησιαστικών στο νεότερο γλωσσικό μας ιδίωμα. Ήδη από το μακρινό 1974 κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος των Κοντακίων του Ρωμανού του Μελωδού ενώ στα συγγραφικά του συρτάρια εξακολουθούν να παραμένουν αδημοσίευτα όλα τα υπόλοιπα.

Έχει μεταφράσει επίσης ποιήματα της Κασσιανής, τμήματα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη κ.ά. με επιτυχία ενώ έχει εκδώσει ανθολογία ποιημάτων του Ματθαίου Βλαστάρη, παράλληλα με πολλές άλλες δημοσιεύσεις του για τα Βυζαντινά Γράμματα ή για τα προβλήματα που αναφύονται κατά τη μετάφραση βυζαντινών κειμένων στα Νέα Ελληνικά

Ο Π. Α. Σινόπουλος έχει τη δική του άποψη για την απόδοση των εκκλησιαστικών και δη των λειτουργικών κειμένων στη σύγχρονη γλώσσα μας. Βασική του αντίληψη, την οποία μάλιστα έχει εκθέσει αναλυτικά στο έργο του: «Μεταφραστική σιγή στη μετάφραση της εκκλησιαστικής υμνογραφίας» και αλλού είναι ότι τα εκκλησιαστικά ποιητικά κείμενα των βυζαντινών μπορούν και πρέπει να μεταφραστούν στη Νέα Ελληνική και να χρησιμοποιηθούν, με την καινούργια τους μορφή, στη λατρεία, αρκεί να κρατηθούν τα μέτρα των πρωτοτύπων, ο τονισμός, ο αριθμός των συλλαβών των στίχων και άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα στην υμνογραφική μας παράδοση. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δούλεψε ο ίδιος στη μετάφραση των Κοντακίων του Ρωμανού του Μελωδού και των άλλων εκκλησιαστικών ποιητικών κειμένων που μετέφρασε. Και αυτό ήδη από την αρχή της σταδιοδρομίας του.

Η ενασχόλησή του με την εκκλησιαστική ποιητική και υμνογραφική παράδοση είναι, συνεπώς, συνεχής, θα έλεγα, και αδιάλειπτη, στοίχημα και αγώνισμα ζωής. Και τούτο γιατί πίστευε πάντα ότι τα λειτουργικά κείμενα θα πρέπει να ακούγονται πάντα στη σύγχρονη γλώσσα στις διάφορες τελετές της Εκκλησίας ώστε ο λαός, το εκκλησίασμα να καταλαβαίνει πάντα ό,τι ακούει.

Η ίδια ακριβώς αρχή, όπως εκτέθηκε εν περιλήψει λίγο πιο πάνω, καθορίζει και αυτή τη μεταφραστική προσπάθεια του Π. Α. Σινόπουλου, παρά το γεγονός ότι η φιλοδοξία του εδώ δεν είναι να αντικατασταθεί οπωσδήποτε το πρωτότυπο κείμενο από τη μετάφρασή του στη Χριστιανική λατρεία, αλλά, κυρίως, να κατανοήσει πλήρως ο σημερινός πιστός τα ιερά κείμενα που ακούει να ψέλνονται στην Εκκλησία τις Κυριακές και σχόλες. Παράλληλα όμως πιστεύει ότι ο σύγχρονος πιστός δεν πρέπει να αποκλειστεί πλήρως από το πρωτότυπο κείμενο για αυτό και το παραθέτει αντικριστά με τη μετάφραση. Έτσι μπορεί να ανατρέχει κάθε στιγμή στο ένα ή στο άλλο, ανάλογα με την επιθυμία του ή τη διάθεσή του.

Η Θεία Λειτουργία λοιπόν, αυτή που παρακολουθεί το εκκλησίασμα τις περισσότερες Κυριακές του χρόνου, διαμορφώθηκε κυρίως από τον Ιωάννη Χρυσόστομο, στα μισά περίπου του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα, αρχικά στην Αντιόχεια κι ύστερα, μετά την ανάρρησή του στον πατριαρχικό θρόνο, και στην Κωνσταντινούπολη κι αργότερα παντού, γιατί είχε το πλεονέκτημα να είναι συντομότερη εκείνης του Αγίου Βασιλείου, πιο ποιητική και απλή και με λιγότερες ρητορικές και θεολογικές εξάρσεις. Συνεπώς, ο πιστός μπορούσε να την παρακολουθήσει με μεγαλύτερη ευχαρίστηση και ευκολία.
Αυτή τη λειτουργία, λοιπόν, που ακούγεται κάθε Κυριακή στις ορθόδοξες εκκλησίες μετέφρασε στα Νέα Ελληνικά ο Π. Α. Σινόπουλος, αποβλέποντας να βοηθήσει με αυτό τον τρόπο το σύγχρονο πιστό που το αυτί του έχει συνηθίσει να την ακούει στο πρωτότυπο χωρίς ο νους του να κατανοεί πάντα τα όσα ακούει .

Η μεταφραστική αυτή εργασία φέρνει ομολογουμένως το λειτουργικό κείμενο, που είναι προσιτό σε λίγους μόνον ειδήμονες, πιο κοντά στη σύγχρονη πραγματικότητα χωρίς να χάνεται ταυτόχρονα ο επίσημος χαρακτήρας του, αφού και το γλωσσικό ιδίωμα που επιλέγεται για τη μετάφραση δεν είναι η συνηθισμένη καθημερινή λαλιά, αλλά μία γλώσσα που κρατάει αρκετά αρχαϊκά στοιχεία και εκφράσεις του πρωτότυπου που δεν μπορεί να τα αποχωριστεί ο πιστός κι έτσι ενισχύεται η επισημότητα και του νεοελληνικού κειμένου. Σε αυτό συντελεί επίσης και το ύφος, ο αριθμός των συλλαβών των στίχων, αλλά και τα μετρικά στοιχεία του πρωτότυπου που χρησιμοποιούνται. Ένα μικρό δείγμα:

«Με τη χάρη και συμπόνοια και φιλανθρωπία 
του μονογενή σου υιού
Που μαζί του ας είσαι δοξασμένος
και με τα πανάγιο και αγαθό 
και ζωοποιό σου Πνεύμα
νυν και αεί
και στους αιώνες των αιώνων
Αμήν».

Με το μικρό αυτό παράδειγμα νομίζω ότι φαίνεται σε μεγάλο βαθμό και η επιτυχία του εγχειρήματος του Π. Α. Σινόπουλου. Αν αναλογισθούμε ότι η Θεία Λειτουργία, σύμφωνα και με σχετική παρατήρηση του μεταφραστή, είναι ένα δραματικό ποίημα που έχει συντεθεί σε ανισοσύλλαβους ετερόμετρους στίχους, με τη χρήση όλων σχεδόν των μέτρων της τονικής ποίησης, κι όχι σε πεζό λόγο, όπως ενδεχομένως πιστεύουν αρκετοί σήμερα, τότε το εγχείρημα αυτό αποτελεί πραγματικό άθλο, αλλά και άθλημα, αφού απαιτείται για την ολοκλήρωσή του η αντίστοιχη ποιητική ευαισθησία, γνώση και μαστοριά. Τα οποία νομίζω ότι διαθέτει σε μεγάλη επάρκεια ο Π. Α. Σινόπουλος. Ας δούμε ένα μικρό δείγμα ακόμη:

«Ουδείς είναι άξιος, απ’ όσους συνδέονται
με σαρκικές επιθυμίες και ηδονές,
να προσέρχεται, να προσεγγίζει ή να σε υπηρετεί
βασιλέα της δόξης
γιατί το να σε διακονούν, μέγα και φοβερό
ακόμη και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις».

Εδώ όμως πρέπει να σταματήσω, γιατί οι γραμμές αυτές χαράχτηκαν για να συμπληρώσουν ένα μικρό πληροφοριακό κείμενο κι όχι μια ολοκληρωμένη κριτική παρουσίαση, για την οποία επιφυλάσσομαι στο άμεσο μέλλον. Θα πρέπει μόνο να προσθέσω ότι η έκδοση είναι ιδιαίτερα καλαίσθητη και φροντισμένη, λιτή και απέριττη, όπως ακριβώς ταιριάζει και στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται, με τα σωστά τυπογραφικά στοιχεία, μέγεθος και σχήμα, επίτευγμα που οφείλεται στο Δημήτρη Θάνα, έναν από τους πιο επιτυχημένους επιμελητές εκδόσεων σήμερα.

Πρώτη δημοσίευση:  Εφημερίδα Πρωινή του Πύργου

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή