Η Βενετία απ’ το παράθυρό μου

by Times Newsroom 1
  • Του Ζαν-Πολ Σαρτρ*

Το νερό είναι πολύ ήσυχο· ούτε που ακούγεται καν. Υποψιάζομαι κάτι, σκύβω: ο ουρανός έχει πέσει μέσα. Το νερό μόλις τολμάει να κουνηθεί και τα εκατομμύρια οι ζάρες του λικνίζουν συγκεχυμένα το βλοσυρό κατάλοιπο που κάθε τόσο γυαλίζει. Εκεί κάτω, κατά την Ανατολή, το κανάλι διακόπτεται, κι αρχίζει η μεγάλη γαλακτερή λακούβα που απλώνεται ώς την Chioggia: αλλ’ από κει, το νερό βγαίνει: το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε ένα τζαμωτό, γλιστράει και χάνεται πέρα από το Λίντο, σ’ ένα είδος θλιμμένου φωσφορισμού.

Κάνει κρύο· μια ακόμα μηδαμινή μέρα αναγγέλλεται· ακόμα μια φορά η Βενετία περνιέται για Άμστερνταμ·οι γκρίζες χλωμές κατασκευές στο ξέμακρο είναι τα “Παλάτσα”. Έτσι είν’ εδώ: η ατμόσφαιρα, ο αέρας, το νερό, η φωτιά κι η πέτρα ανακατέβονται συνέχεια και μπαίνουν το ένα μέσα στ’ άλλο, αλλάζουν φύση ή τους φυσικούς τους χώρους, παίζουν στις τέσσερις άρες του ορίζοντα κρυφτό ή κυνηγητό· παλαιϊκά παιχνίδια που τους λείπει η αθωότητα· σαν να παρακολουθεί κανείς την εκγύμναση ενός θαυματοποιού.

Για τους ανέμπειρους τουρίστες, αυτή η ασταθής σύνθεση επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις: ενώ σηκώνεις το κεφάλι σου για να δεις τι καιρό κάνει, όλο το ουράνιο σύστημα με τα μετέωρά του και τα νεφελώματά του συνοψίζεται ίσως στα πόδια σου σε μια αργυρή σερπαντίνα. Σήμερα, για παράδειγμα, τίποτα δεν αποδείχνει πως μια πρωινή Ανάληψη δεν εξαφάνισε την “laguna”, για να την τοποθετήσει στη θέση του ουρανού.

Σηκώνω ψηλά το κεφάλι: όχι· δεν υπάρχει παρά μια τρύπα εκεί ψηλά, άβυσσος και ίλιγγος, χωρίς σκοτάδια κι ούτε φώτα, που ξεσκίζεται από άχρωμες δέσμες κοσμικών ακτίνων. Στην επιφάνεια αυτού του “χάους” απ’ την ανάποδη, ένας αφρός συσσωρεύεται ανώφελα, για να κρύψει την αναμφισβήτητη απουσία του ήλιου.

Μόλις το μπορέσει, το άστρο αυτό εξαφανίζεται: δεν αγνοεί πως είναι ανεπιθύμητο και πως η Βενετία επιμένει να βλέπει σ’ αυτό την απεχθή εικόνα της προσωπικής εξουσίας.

Στην πραγματικότητα, καταναλίσκει περισσότερο φως απ’ ό,τι το Παλέρμο ή η Τύνιδα, προπαντός αν υπολογίσει κανείς το τι απορροφούν τα υψηλά σκοτεινά δρομάκια της· αλλά δεν θέλει να ειπωθεί πως χρωστάει το φως που την φωτίζει στην γενναιοδωρία ενός και μόνον όντος.

Ας συμβουλευτούμε το θρύλο: στην αρχή, η “laguna” ήταν βυθισμένη σε μια ακτινοβόλα και διαρκή νύχτα· οι Πατρίκιοι αρέσκονταν στη θεώρηση των αστερισμών, που η ισορροπία τους, η οποία στηρίζεται σε μια αμοιβαία δυσπιστία, τους θύμιζε τα αγαθά του αριστοκρατικού καθεστώτος. Όλα πήγαιναν προς το καλύτερο: οι Δόγηδες υπό στενή επίβλεψη, δεν ήταν πια παρά ανδρείκελα της εμπορευματικής κεφαλαιοκρατίας. Ένας απ’ αυτούς, ο Φαλλέρο, κερατάς και δημόσια εξευτελισμένος, είχε μια ξαφνική επαναστατική αντίδραση, αλλά τον έκλεισαν στη φυλακή στη στιγμή· οι δικαστές “απέδειξαν” χωρίς δυσκολία το έγκλημά του: καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών, γιατί αποπειράθηκε να διαγράψει την πορεία του ιστορικού “προτσές”, αλλά αν αναγνώριζε πως ήταν ένοχος, το μέλλον θ’ απόδινε δικαιοσύνη στο ατυχές θάρρος του. Πέθανε, λοιπόν, ζητώντας συγγνώμην από το λαό και εξυμνώντας την δικαιοσύνη που τον καταδίκαζε!

Από τότε, τίποτα δεν διατάραξε την τάξη των πραγμάτων· η Βενετία ήταν ήρεμη κάτω απ’ τις πλειάδες της. Το Μέγα Συμβούλιο, όμως, αποφάσισε κάποτε, για να στολίσει την αίθουσα συνεδριάσεών του, να βάλει να ζωγραφίσουν ψηλά στους τοίχους τις προσωπογραφίες των πεθαμένων Δόγηδων· όταν έφτασε η σειρά του Φαλλέρο, αυτοί οι εκδικητικοί έμποροι πρόσταξαν να σκεπάσουν την μορφή του μ’ ένα παραπέτασμα πάνω στο οποίο χάραξαν αυτές τις υβριστικές λέξεις: Hic est locus Marini Falleri decapitati pro criminibus.

Αυτή τη φορά το αθώο αρνί θύμωσε για τα καλά: ώστε, λοιπόν, αυτό του είχαν υποσχεθεί; Όχι μονάχα το μέλλον δεν τον αποκαθιστούσε, αλλ’ αντίθετα καταδίκαζε την μνήμη του σε πάρα πέρα εξευτελισμούς. Ξάφνου, το κομμένο κεφάλι του σηκώθηκε στον ορίζοντα κι άρχισε να γυρίζει πάνω απ’ την πολιτεία· ο ουρανός και η laguna βάφτηκαν πορφυρά κι οι υπερήφανοι Πατρίκιοι, στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, έκρυψαν τα μάτια τους με τα τρομαγμένα δάχτυλά τους, φωνάζοντας: Ecco Marino, να ο Μαρίνο!

Από τότε, ο Μαρίνο έρχεται και ξανάρχεται κάθε δώδεκα ώρες, η πολιτεία είναι στοιχειωμένη και, όπως ένα παλιό έθιμο θέλει το εκλεγμένο Δόγη να βγαίνει στο μπαλκόνι για να ρίχνει στο πλήθος χρυσαφικά και φλορίνια, ο δολοφονημένος άρχοντας σκορπίζει ειρωνικά στις πλατείες κύματα από χρυσάφι λεκιασμένο με το αίμα του.

Έχει σήμερα αποδειχτεί, πως αυτός ο μύθος δεν έχει καμιάν απολύτως βάση: κάτω απ’ το παρεκκλήσι της Παναγίας της Ειρήνης, στη μεγάλη εκκλησία των Αγίων Ιωάννη και Παύλου, ανακάλυψαν μέσα σε μια σαρκοφάγο, έναν ανθρώπινο σκελετό, που κρατούσε το κεφάλι του πάνω στα γόνατά του· όλα, λοιπόν, είχαν εξηγηθεί, αλλά οι Βενετσιάνοι, προσκολλημένοι στο παλιό τους μίσος, έσπευσαν αμέσως να μετατρέψουν τη σαρκοφάγο σε… σκάφη!

Δεν έχει σημασία· αυτή η ιστορία, που μπορεί κανείς να την ακούσει απ’ το στόμα του όποιου γονδολιέρου, δείχνει την κατάσταση των πνευμάτων και την εχθρότητα των Βενετσιάνων για το άστρο της ημέρας.

Σίγουρα, η πόλη αρέσκεται να ξαναβρίσκει στον χρυσόν ουρανό αυτό που κέρδισε στη θάλασσα, αλλά υπό τον όρο το χρυσάφι να μένει καρφωμένο πάνω της σαν το σύμβολο της μεγαλοσύνης της και το καλοκαίρι να κεντάει με κεραυνούς το έμβλημά της πάνω στις βαριές πράσινες κουρτίνες που αφήνει να πέφτουν μέχρι μέσα στο κανάλι.

Στη Ρώμη, μεγάλη γήινη πολίχνη, νιώθω πάντα ευτυχισμένος όταν παρευρίσκομαι στη γέννηση ενός αγροτικού βασιλιά, του Ήλιου· όταν, όμως, έχω περιπλανηθεί για πολύ στο βάθος των καναλιών της Βενετίας κι έχω δει τους χάλκινους καπνούς ν’ ανεβαίνουν απ’ το ποτάμι ή τις πτητικές ανταύγειες να το βάζουν στα πόδια πάνω απ’ το κεφάλι μου, δεν μπορώ παρά να θαυμάσω αυτό το σύστημα έμμεσου φωτισμού και πατάω ξανά το πόδι μου πάνω στο πλακόστρωτο της παραλίας για να δω να πλανιέται, πάνω απ’ τα λεπτά παιχνιδίσματα της πολιτείας, το χοντρό άξεστο κεφάλι του Μαρίνο Φαλλέρο.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, ήλιος σήμερα το πρωί· παίζει το Λουδοβίκο τον 16ο στο Παρίσι ή τον Κάρολο τον 1ο στο Λονδίνο. Αυτή η σφαίρα έσπασε την ισορροπία καθώς εξαφανίστηκε· μένουν οι ανταύγειες, το τοπίο στριφογυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό του κι εγώ στριφογυρίζω μαζί του, άλλοτε κρεμασμένος με τα πόδια ψηλά πάνω από μιαν απουσία και κάτω από τις νωπογραφίες του καναλιού, άλλοτε όρθιος σε μιαν εξέδρα, πάνω από έναν ουρανό που χάνεται. Στριφογυρίζουμε, το ταβάνι, το πάτωμα κι εγώ, μέσα στην πιο αυστηρή ακινησία· τελικά με πιάνει ναυτία, αυτό το κενό είν’ ανυπόφορο.

Μονάχα να: στη Βενετία τίποτα δεν είναι απλό. Γιατί δεν είναι μια πόλη, όχι: είν’ ένα αρχιπέλαγος. Πώς θα μπορούσε να το ξεχάσει κανείς αυτό; Από το νησάκι σας κοιτάτε το απέναντι νησάκι και ζηλεύετε: εκεί, στην άλλη όχθη, υπάρχει… τι πράγμα; Μια μοναξιά, μια καθαρότητα, μια σιωπή που, θα ορκιζόμαστε πως δεν υπάρχει από τούτη την πλευρά. Την αληθινή Βενετία, όπου και να είσαστε, τη βρίσκετε πάντα αλλού. Για μένα τουλάχιστο, έτσι είναι.

Marino Faliero

Συνήθως, αρκούμαι σ’ αυτά που έχω· στη Βενετία, όμως, γίνομαι λεία ενός είδους ζηλόφθονης τρέλας· αν δεν συγκρατιόμουνα, θα ήμουνα όλη την ώρα πάνω στις γέφυρες ή στις γόνδολες, ψάχνοντας αχόρταγα την απόκρυφη Βενετία στην άλλη όχθη. Φυσικά, μόλις πατήσω σ’ αυτή την άλλη όχθη, τα πάντα εξαφανίζονται· στρέφομαι: το ήρεμο μυστήριο έχει ξανασχηματισθεί απ’ την άλλη πλευρά. Πάει καιρός που το πήρα απόφαση: η Βενετία είναι εκεί όπου δεν είμαι εγώ.

Αυτά τα πριγκιπικά παλάτια, απέναντί μου, βγαίνουν απ’ το νερό, έτσι δεν είναι; Αδύνατο να πιστέψει κανείς πως πλέουν: ένα σπίτι δεν μπορεί να πλέει. Ούτε και βαραίνουν πάνω στη laguna: θα την βούλιαζαν με το βάρος τους. Ούτε πως είναι ανεξιχνίαστα μπορεί να πιστέψει κανείς: είναι ολοφάνερο πως αποτελούνται από τούβλα, πέτρα και ξύλο. Τότε; Πρέπει να τα νιώσει κανείς να προβάλλουν απ’ το νερό· τα “παλάτσα” του Γκραν Κανάλε, τα βλέπεις από πάνω ώς κάτω και αυτό είν’ αρκετό για ν’ ανακαλύψεις σ’ αυτά ένα είδος παγωμένης πνοής που αποτελεί, αν θέλετε, την ανάποδη όψη της πυκνότητάς τους, την αναστροφή της μάζας τους. Ένα ξεπέταγμα νερού απολιθωμένο.

Θα ’λεγε κανείς πως μόλις εμφανίστηκαν και πως δεν υπήρχε τίποτα πριν α’ αυτές τις πεισματικές εγέρσεις. Κοντολογίς, είναι πάντα κατά κάποιον τρόπο εμφανίσεις, οπτασίες.

Μια οπτασία, μαντεύει κανείς τι είναι· γίνεται στη στιγμή, κάνει να αισθανθείς καλύτερα το παράδοξο: το απόλυτο μηδέν θα υπήρχε ακόμη κι ωστόσο δεν θα βρισκόταν εκεί. Όταν κοιτάζω το Παλάτσο Dario, γερμένο από το ένα πλάι, που μοιάζει να ξεπροβάλλει από μια traviola, έχω πάντα το συναίσθημα πως υπάρχει εκεί, ναι, αλλά ταυτόχρονα πως δεν υπάρχει τίποτα.

Συμβαίνει μάλιστα καμιά φορά να εξαφανίζεται ολόκληρη η πόλη. Ένα βράδυ που επέστρεφα απ’ το Μουράνο, η βάρκα μου βρέθηκε μόνη, όσο μπορούσε να κόψει ένα γύρο: δεν υπήρχε πια Βενετία· τη θέση της καταστροφής, το νερό αστραφτοκόπαγε κάτω από το χρυσάφι τ’ ουρανού.

Άλλωστε, τι ακριβώς υπάρχει απέναντί μου; Το Άλλο πεζοδρόμιο μιας λεωφόρου με ωραία σπίτια ή η Άλλη όχθη ενός ποταμού; Όπως και να είναι, το απέναντι είναι το Άλλο.

Κι αν πρέπει να πούμε τα πράγματα όπως είναι, η αριστερή και η δεξιά όχθη του καναλιού δεν είναι και τόσο ανόμοιες μεταξύ τους. Ναι, βέβαια, απ’ τη μια μεριά είναι το Παλάτσο που είχαν χτίσει οι Τούρκοι κι απ’ την άλλη το Ca’ d’ Oro. Άμα τα κοιτάξει, όμως, κανείς και τα δυο χοντρικά, θ’ ανακαλύψει τα ίδια σεντούκια, την ίδια δουλειά ξυλογλυπτικής, που διακόπτονται εδώ κι εκεί από μεγάλα κομμάτια μάρμαρο, που τα έχουν καταφάει τα δάκρυα της λίγδας. Καμιά φορά, όταν η γόνδολά μου γλιστρούσε ανάμεσα σε δυο λαϊκές αγορές, αναρωτιόμουν ποια απ’ τις δυο ήταν ο αντικατοπτρισμός της άλλης. Κοντολογίς, δεν τις χώριζαν οι διαφορές τους, το αντίθετο.

Φαντασθείτε πως πλησιάζετε σ’ ένα καθρέφτη: μια εικόνα σχηματίζεται· να η μύτη σας, τα μάτια σας, το στόμα σας, το κοστούμι σας. Είσαστε σεις, θα έπρεπε να είσαστε σεις. Κι ωστόσο, υπάρχει κάτι σ’ αυτήν την αντανάκλαση – κάτι που δεν είναι ούτε το πράσινο των ματιών, ούτε το σχήμα των χειλιών, ούτε το κόψιμο του κοστουμιού – κάτι που σας κάνει να πείτε ξαφνικά: “Έβαλαν έναν άλλο μέσα στον καθρέφτη, στη θέση της αντανάκλασής μου”.

Palazzo Grassi

Να περίπου ποια είναι η εντύπωση που μου δίνουν αυτές “οι απέναντι Βενετίες”. Τίποτα δεν θα μ’ εμπόδιζε να θεωρήσω, σήμερα, πως η δική μας λαϊκή αγορά είναι η αληθινή και η άλλη δεν είναι παρά η εικόνα της, κάπως μετατοπισμένη προς τα ανατολικά απ’ τον άνεμο της Αδριατικής. Πριν από λίγο, ανοίγοντας το παράθυρό μου, έκανα ν’ ανοίξει ένα παρόμοιο παράθυρο στον τρίτο όροφο του Παλάτσο Loredan, που είναι ο σωσίας του δικού μου. Κατά την κοινή λογική, θα έπρεπε να εμφανιστώ εγώ και σ’ αυτό το παράθυρο: αντί για μένα, μια γυναίκα βγάζει το κεφάλι της και σκύβει να κοιτάξει πάνω απ’ το νερό, ξεδιπλώνει ένα χαλάκι σαν να ήταν περγαμηνή κι αρχίζει στοχαστική να το τινάζει. Άλλωστε, αυτό το πρωινό τίναγμα, μόνη ορατή αναταραχή, ησυχάζει αμέσως, να καταβροχθίζουν τα σκοτάδια του δωμάτιου, και το παράθυρο, ξανακλείνει και πάλι.

Έρημες οι μινιατούρες εξαφανίζονται σ’ ένα ακίνητο γλίστρημα. Αυτό ακριβώς, όμως, είναι που με φέρνει σε δύσκολη θέση: εξαφανιζόμαστε μαζί.

Υπάρχει κάτι άλλο, μια παραξενιά, κάτι το πολύ ελαφρό, που εξαφανίζεται την ώρα που θέλω να το αισθανθώ και που ξαναγεννιέται μόλις πάω να σκεφτώ κάτι άλλο.

Στο Παρίσι, όταν κοιτάζω απ’ το παράθυρό μου το πάει κι έλα των μικρών φωτεινών προσώπων που χειρονομούν στον εξώστη του καφενείου Les Deux Magots, μου φαίνεται συχνά ακατανόητο, και ποτέ δεν έμαθα γιατί, μια Κυριακή, τα πρόσωπα αυτά ξεπετάχτηκαν απ’ τα καθίσματά τους, από μια “Κάντιλακ”, που ήταν σταματημένη στο πεζοδρόμιο, ούτε γιατί το ξεσκόνισαν το αυτοκίνητο γελώντας.

Τι σημασία; Ό,τι κάνουν το κάνω κι εγώ μαζί τους, ξεσκόνισα κι εγώ την “Κάντιλακ” απ’ το παρατηρητήριό μου· κι αυτό, γιατί οι άνθρωποι της “Κάντιλακ” είναι το φυσικό μου πλήθος· δεν έχω ανάγκη παρά από ένα λεπτό για να ενωθώ μαζί τους κι όταν σκύβω για να τους κοιτάξω, βρίσκομαι κιόλας ανάμεσά τους, κοιτάζω κι εγώ το παράθυρό μου, με το κεφάλι μου γεμάτο απ’ τις τρέλες τους. Δεν είναι, μάλιστα, ακριβές αυτό που λέω, πως τους κοιτάζω. Γιατί, στο βάθος, δεν τους έχω δει ποτέ. Τους αγγίζω. Ο λόγος είναι απλός: υπάρχει ανάμεσά μας ένας γήινος δρόμος, η καθησυχαστική επιφάνεια αυτού του άστρου που λέγεται γης· οι άλλοι, στη Βενετία, βρίσκονται πέρα απ’ τις θάλασσες.

Ναι, η άλλη Βενετία, είναι πέρα απ’ τη θάλασσα. Δυο μαυροντυμένες γυναίκες κατηφορίζουν τα σκαλοπάτια της Santa Maria della Salute, περπατούν με μικρά βηματάκια στο προαύλιο της εκκλησίας, κι οι ωχρές σκιές τους τις συνοδεύουν· προχωρούν προς το γεφύρι που βγάζει στο Σαν Γκρεγκόριο. Αυτές οι γυναίκες είναι ύποπτες και υπέροχες. Γυναίκες, ναι. Αλλά τόσο ξέμακρες , όσο αυτοί οι Άραβες που έβλεπα απ’ την Ισπανία να γονατίζουν πέρα στην αφρικανική γη.

Αυτές οι γυναίκες είναι παράξενες: είναι οι κάτοικοι αυτών των σπιτιών που δεν αγγίζονται, οι Άγιες γυναίκες από την Άλλη Πλευρά της Θάλασσας. Και να ένας άλλος, ένας άντρας που καρφώθηκε μπροστά στην εκκλησία απ’ όπου βγαίνουν, και που κοιτάζει την εκκλησία, όπως έχουν έθιμο να το κάνουν σ’ αυτό το άγνωστο νησί. Κι όμως, τι φρίκη, είναι ο όμοιός μου, ένας αδελφός μου, κρατάει στο αριστερό του χέρι έναν “Οδηγό της Βενετίας”, κι έχει κρεμασμένη απ’ τον ώμο του μια φωτογραφική μηχανή Rolleu-Flex.

Ποιος, λοιπόν, έχει λιγότερο μυστήριο απ’ ό,τι ένας τουρίστας; Αυτός ο τουρίστας, καρφωμένος στην ύποπτη ακινησία του, είναι τόσο ανησυχαστικός όσο και οι άγριοι στις ταινίες τρόμου που ανοίγουν πέρασμα με τις σχεδίες τους, παρακολουθούν την ηρωίδα μ’ ένα βλέμμα που λάμπει και εξαφανίζονται. Είναι ένας τουρίστας της Άλλης Βενετίας και δεν θα δω ποτέ αυτό που βλέπει αυτός. Απέναντί μου, αυτοί οι τοίχοι από τούβλα και μάρμαρα διατηρούν την φευγαλέα αλλοκοτιά των μοναχικών και σκαρφαλωμένων στα βουνά μικρών οικισμών που βλέπει κανείς περνώντας μ’ ένα τρένο.

Κι όλα αυτά, εξαιτίας του Καναλιού. Αν ήταν ένας τίμιος λιμενοβραχίονας, που θα ομολογούσε ειλικρινά πως η δουλειά του είναι να χωρίζει τους ανθρώπους, ή αν ήταν ένας άγριος, εξημερωμένος ποταμός που κουβαλάει στην πλάτη του τις βάρκες χωρίς να το θέλει, η Βενετία, το Κανάλι, δεν θα είχαν ιστορία, θα έλεγαν πως υπάρχει εκεί κάτω μια κάποια πολιτεία διαφορετική απ’ τη δική μας και γι’ αυτό ακριβώς παρόμοια. Μια πολιτεία, μια πόλη όπως όλες οι πόλεις. Αλλ’ αυτό Κανάλι ισχυρίζεται πως ενώνει, συνδέει· παρουσιάζεται σαν ένας υδάτινος δρόμος, καμωμένος επίτηδες για να πηγαίνει κανείς περίπατο με τα πόδια. Τα πέτρινα σκαλοπάτια που κατεβαίνουν ώς το πλακόστρωτο, σαν τα άσπρα σκαλοπάτια που είδα στις τριανταφυλλιές βίλες της Βαλτιμόρης, οι εξώπορτες που οι πόρτες τους, τα κιγκλιδώματά τους πρέπει ν’ ανοίξουν για ν’ αφήσουν να περάσουν τα αμάξια, οι μικροί τοίχοι από τούβλο που υπερασπίζονται έναν κήπο κόντρα στην περιέργεια των περαστικών και οι μακρόσυρτες πλεξούδες από αγιόκλημα που τρέχουν στο μήκος των τοίχων και σέρνονται ώς κάτω στη γη, όλα μου δημιουργούν την εντύπωση πως περνάω το δρόμο τρέχοντας για να πάω να βεβαιωθώ πως ο τουρίστας, εκεί κάτω, είναι άνθρωπος σαν κι εμένα, και πως δεν βλέπει τίποτα που εγώ δεν μπορώ να δω. Αλλά ο πειρασμός εξαφανίζεται προτού καλά-καλά σχηματισθεί· δεν έχει άλλο αποτέλεσμα απ’ το να κρατάει σε διέγερση τη φαντασία μου: κιόλας, νιώθω πως το έδαφος ανοίγει στα δυο, πως το κανάλι δεν είναι παρά ένα γέρικο σαπισμένο κλαδί κάτω απ’ τον αφρό, που θρυμματίζεται όταν το πατήσω· προχωρώ, βουλιάζω σηκώνοντας ψηλά τα χέρια κι η τελευταία οπτασία μου θα είναι το ανεξιχνίαστο πρόσωπο του Αγνώστου της άλλης όχθης, που έχει τώρα στραφεί προς το μέρος μου, αναμετρώντας με αγωνία την αδυναμία του ή που χαίρεται βλέποντάς με να έχω πέσει στην παγίδα.

Palazzo Cavalli-Franchetti

Κοντολογίς, αυτό το ψεύτικο συνδετικό στοιχείο κάνει πως πλησιάζει τις δυο όχθες για να τις χωρίσει καλύτερα· με περικυκλώνει χωρίς κόπο και με κάνει να πιστέψω πως η επικοινωνία με τους ομοίους μου είναι αδύνατη· ακόμα κι αυτό το ίδιο το γεγονός της κοντινής απόστασης που με χωρίζει απ’ αυτόν τον τουρίστα είναι μια απάτη, όπως αυτά τα ζώα με τις ρίγες στην πλάτη που οι “Παντρεμένοι του Πύργου του Άιφελ” του Ζαν Κοκτώ έπαιρναν για μέλισσες και που ήτανε τίγρεις της ερήμου.

Το νερό της Βενετίας δίνει σ’ ολόκληρη την πόλη ένα πολύ ελαφρό χρώμα εφιάλτη: γιατί στους εφιάλτες τα εργαλεία μας προδίνουν, το περίστροφο που στρέφουμε κόντρα στον τρελό δολοφόνο δεν εκπυρσοκροτεί, στους εφιάλτες το βάζουμε στα πόδια κυνηγημένοι από ένα θανάσιμο εχθρό και ξάφνου το έδαφος γίνεται μαλακό και το πόδι μας βουλιάζει μέσα, όταν θέλουμε να το διασχίσουμε.

Ο τουρίστας φεύγει, μυστηριώδης· ανεβαίνει στο γεφυράκι, εξαφανίζεται· είμαι μόνος πάνω απ’ το ακίνητο κανάλι.

Σήμερα, η άλλη όχθη φαίνεται ακόμα πιο απρόσιτη. Ο ουρανός ξέσκισε το νερό, το έκανε κουρέλια, ποιος θα το πίστευε πως το κανάλι έχει πάτο; Ανάμεσα από τις γκρίζες λαγκούνες που το διυλίζουν, βλέπω να γυαλίζει ο ουρανός κάτω απ’ το νερό. Ανάμεσα στις δυο όχθες, δεν υπάρχει τίποτα: μια διαφανής εσάρπα βιαστικά ριγμένη πάνω στο Κενό. Τα απέναντι σπίτια χωρίζονται απ’ τα δικά μας με μια ζώνη που διασχίζει όλη τη γη. Δυο μισά κομμάτια της Ευρώπης χωρίζονται· απομακρύνονται το ένα απ’ το άλλο, στην αρχή σιγά, ύστερα όλο και πιο γρήγορα, όπως στο έργο Hector Servadac, έχει έρθει η στιγμή να κουνήσει κανείς τα μαντήλια σε σήμα αποχαιρετισμού.

Αλλά η άλλη όχθη είναι έρημη, όλα τα παράθυρα είναι κλειστά.

Υπάρχουν ήδη δυο ανθρώπινα γένη, τα πεπρωμένα τους έχουν ήδη διαχωριστεί για πάντα, και κανένας δεν το ξέρει ακόμα· σε μια ώρα, μια υπηρέτρια θα βγει σε κάποιο μπαλκόνι για να τινάξει τα χαλιά και θα δει, τρομοκρατημένη, το Κενό κάτω απ’ τα πόδια της και μια τεράστια γκριζοκίτρινη σφαίρα να γυρίζει, να γυρίζει, να γυρίζει σε απόσταση δέκα χιλιάδων λευγών.

Η Βενετία συνέχεια κομματιάζεται· είτε είμαι στην Riva degli Schiavoni, κοιτάζοντας κατά την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, είτε στην Nuova Fondamenta, κοιτάζοντας κατά το νησί του Μπουράνο, πάντα έχω απέναντί μου μια χερσόνησο, που προβάλλει μέσα από μιαν άτακτη στειρότητα, από μια μάταιη διαπλανητική αναταραχή.

Σήμερα το πρωί, οι πολύτιμες αρχιτεκτονικές κατασκευές της απέναντι όχθης, που ποτέ δεν είχα πάρει εντελώς τα σοβαρά, μου φαίνονται πως έχουν μια τρομερή λιτότητα: είναι τα λεία τείχη ενός ανθρώπινου κόσμου που απομακρύνεται. Ενός μικρού κόσμου τόσο περιορισμένου, κλεισμένου στον εαυτό του, που ορθώνεται οριστικός, σαν μια σκέψη στο μέσον της ερήμου. Εγώ δεν είμαι μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Το πλωτό νησί, είναι ολόκληρη η γη, στρογγυλή και παραφορτωμένη από ανθρώπους, απομακρύνεται και μένω στην προκυμαία. Στη Βενετία και σε μερικά άλλα μέρη έχει κανείς τον καιρό να δει το πεπρωμένο των ανθρώπων απ’ έξω, με μάτια αγγέλου ή πιθήκου. Μείναμε έξω απ’ την Κιβωτό του Νώε. Βέβαια, αυτό το καλοκαίρι, στα ανοιχτά του ακρωτηρίου του Βορρά, η εντύπωση ήταν πιο ισχυρή, ήταν κάτι το εντελώς προφανές ή περίπου. Χορεύαμε λίγο· στο Νότο τα γαμψά νύχια της Ευρώπης έγδερναν τη θάλασσα, στον Βορρά εκατομμύρια γκρίζα κύματα, η μοναξιά του σβησμένου άστρου. Τελικά, είχα πιστέψει πως βρισκόμουν στο διαπλανητικό διάστημα, δορυφόρος που γυρνούσα γύρω από μιαν απρόσιτη γη.

 

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών και ο Άγιος Γεώργιος στη Βενετία

Στη Βενετία, η αίσθηση δεν είναι τόσο αγχώδης, κι ωστόσο, η ανθρωπότητα απομακρύνεται, γλιστρώντας πάνω σε μιαν ήρεμη λίμνη. Το ανθρώπινο γένος, ή ποιος ξέρει, η ιστορική πορεία, κλείνεται στον εαυτό του, γίνεται μια περιορισμένη μικρή αναταραχή μέσα στο χρόνο και τον χώρο. Το βλέπω ολόκληρο, από κάποιο μέρος που βρίσκεται έξω απ’ το χρόνο και το διάστημα, και νιώθω πολύ αργά, πολύ ύπουλα, την εγκατάλειψή μου.

Το παρόν, είναι αυτό που αγγίζω, είναι το εργαλείο που μπορώ να πιάσω στα χέρια μου, είναι αυτό που ενεργεί πάνω μου ή που μπορώ ν’ αλλάξω. Αυτές οι χαριτωμένες χίμαιρες δεν είναι το παρόν μου. Ανάμεσα σ’ αυτές και σε μένα, δεν υπάρχει τίποτα το ταυτόχρονο. Αρκεί λίγος ήλιος για να τις μετατρέψει σε υποσχέσεις, ίσως και να μου έρχονται από το βάθος του μέλλοντος· ορισμένα ανοιξιάτικα πρωινά, είδα αυτές τις χίμαιρες να προχωρούν προς το μέρος μου, σαν ένας πλωτός κήπος, άλλες, αλλιώτικες ακόμη, αλλά σαν μια προφητεία, σαν αυτό που θα υπάρξει αύριο.

Αλλά η σκυθρωπή καθαρότητα αυτού του πρωινού σκότωσε τα χρώματά τους, τις κάρφωσε στο τελείωμά τους.

Είναι επίπεδες, αδρανείς, και το χάος τις απομακρύνει από μένα. Βέβαια, δεν ανήκουν στην εμπειρία μου, ξεπροβάλλουν από πολύ μακριά, απ’ το βάθος μιας μνήμης που κοντεύει να τις ξεχάσει, μιας αστείας ανώνυμης μνήμης, της μνήμης του ουρανού και του νερού.

Στη Βενετία είναι αρκετό ένα τίποτα για να γίνει το φως, βλέμμα. Αυτή η αδιόρατη, η ασυναίσθητη νησιώτικη απόσταση, αυτή η διαρκής διακοπή, φτάνει ένα φως να τις τυλίξει, για να μεταβληθεί αυτό το φως σε σκέψη· διεγείρει ή κατευνάζει τις αισθήσεις που σκορπίζουν οι πλωτές ανθοδέσμες σπιτιών· αυτό το πρωινό διαβάζω τη Βενετία στα μάτια ενός άλλου, ένα γυάλινο βλέμμα έχει καρφωθεί πάνω στον ψεύτικο κήπο, μαραίνει τα λουλούδια που είναι από ζαχαρωτά, τους κρίνους που είναι από ψωμί βουτηγμένο σε γάλα, όλα είναι κάτω απ’ τη γη, παρευρίσκομαι στο ξύπνημα μιας βλοσυρής ανάμνησης.

Στο βάθος ενός παλιού βλέμματος, το βλέμμα μου πασχίζει να ξαναψαρέψει τα βουλιαγμένα “παλάτσι”, αλλά δεν ανεβάζει στην επιφάνεια παρά μόνο γενικότητες. Βλέπω κάτι, αντιλαμβάνομαι κάτι ή απλώς θυμάμαι; Βλέπω αυτό που ξέρω. Ή μάλλον αυτό που ξέρει ήδη ένας άλλος. Μια άλλη μνήμη στοιχειώνει τη δική μου, οι αναμνήσεις ενός άλλου αναπηδούν μπροστά μου, πετρωμένη πτήση πεθαμένων παπαγάλων· όλα έχουν ένα κουρασμένο ύφος πραγμάτων, που ήδη πέρασαν, ήδη ειδώθηκαν· ο κήπος του Αββαείου του Σαν Γκρεγκόριο, δεν είναι παρά μια πρασινάδα· οι προσόψεις, στο βάθος μιας παγωμένης λίμνης, προσφέρονται με μια τέλεια καθαρότητα, σχεδόν υπερβολικά τέλεια, κρυστάλλινη, αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμιά λεπτομέρεια. Μικρά σπίτια, μικρά ανάκτορα, ωραίες τρέλες, καπρίτσια τραπεζιτών, εφοπλιστών, Capriccio Loredano, Folie Barbaro, να κιόλας σχεδόν όλα διαλυμένα, χωνεμένα μέσα σε γενικότητες. Η γοτθική ιδέα εφάπτεται της μαυριτάνικης ιδέας, η ιδέα του μάρμαρου ενώνεται με την ιδέα του τριαντάφυλλου· οι βυσσινιές κουρτίνες και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα που σαπίζουν, δεν είναι παρά πινελιές ενός ακουαρελίστα, λίγο πράσινο, μια κηλίδα χρώματος καμένου “τοπάζ”. Τι θα μείνει σ’ αυτή τη μνήμη που σιγά-σιγά ξεχνάει; Ένα τριανταφυλλί κι άσπρο μακρό τείχος και τίποτ’ άλλο.

Palazzo Dario

Τα παλάτια, που σιγά-σιγά ξεχνιούνται βρίσκονται έξω απ’ την προσμονή μου, όχι πια απ’ την άλλη πλευρά του νερού, αλλά σ’ ένα παρελθόν πολύ κοντινό, ίσως από χθες, ίσως λίγο πριν, απομακρύνοντας χωρίς να κινηθούν, έχουν κιόλας χάσει αυτήν την αφελή αμεσότητα της παρουσίας, αυτήν την ανόητη και υπεροπτική αυτάρκεια του πράγματος που βρίσκεται απέναντί μας και που δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε· ό,τι μπορούμε να αγαπήσουμε όταν αγαπάμε, τα τυχαία συμβάντα, οι πληγές, τα σημάδια, οι δηλητηριώδεις γλυκύτητες του αφρού, του νερού, των γηρατειών, όλα έχουν μαζευτεί, συμπυκνωθεί απ’ αυτό το επιφανειακό και βιαστικό φως, δεν υπάρχει πια διάστημα ανάμεσά τους, αλλά κάποια έκταση χωρίς μέρη, είναι γνώσεις· ύλη φαγωμένη ώσπου γίνεται διαφανής, και η χαρούμενη χυδαιότητα του όντος που σβήνει στην απουσία.

Δεν βρίσκονται πια εκεί. Δεν βρίσκονται πια ολότελα εκεί. Βλέπω τα σχέδια και τα σκίτσα των αρχιτεκτόνων τους. Το σκοτεινό και ψεύτικο βλέμμα του θανάτου πάγωσε τις χαριτωμένες σειρήνες, τις πέτρωσε με μια υπέρτατη σύσφιγξη· όπου και να πάω σήμερα, είμαι σίγουρος να φτάσω με καθυστέρηση πέντε λεπτών στους χώρους αυτούς και να μη συναντήσω παρά την απρόσωπη μνήμη της καταστροφής, τον ουρανό και το νερό, που ξανασυντέθηκαν και που θυμούνται για μια στιγμή ακόμη μια βουλιαγμένη πολιτεία, πριν να χωριστούν και πάλι και να σκορπίσουν σαν ένα στεφάνι του διαστήματος.

Πόσο περιττός θα αισθανθώ εγώ, ο μόνος παρών στο μέσο της παγκόσμιας διάλυσης, με μεγάλο κίνδυνο να εκραγώ όπως αυτά τα ψάρια των αβύσσων όταν τα βγάζει κανείς στην επιφάνεια, γιατί είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε κάτω από μια απέραντη πίεση και αυτές οι σπανιότητες που παρουσιάζει η Βενετία δεν έχουν για μας καμιά αξία. Υπάρχουν τέτοιες μέρες εδώ: η Βενετία αρκείται στο να αναθυμιέται τον εαυτό της και ο τουρίστας περιπλανιέται σαν χαμένος, μέσα σ’ αυτή την φανταστική αίθουσα, όπου το νερό είναι ο κύριος αντικατοπτρισμός.

Μια ελπίδα, γεννημένη κάπου από μιαν απουσία, απλή διάθλαση του κενού, μια ηλιαχτίδα ψεύτικη φωτίζει τη χάλκινη θεά της Τύχης που, ανεβασμένη πάνω στην υδρόγειο του Τελωνείου κάνει ν’ αφρίζουν οι σαπουνένιες ασπρίλες της Σάντα-Μαρί, το κιγκλίδωμα του αββαείου, αφελή φυλλώματα όλο ψιλολόι και λεπτομέρεια, αλλάζει την απόχρωση πράσινου σε ξύλινα παραθυρόφυλλα και το τοπάζι σε παλαιικές κουρτίνες φαγωμένες απ’ τον ουρανό και τ’ αλάτι· η ηλιαχτίδα περνά έν’ αργό δάχτυλο πάνω απ’ τις στεγνωμένες προσόψεις των σπιτιών και κάνει ν’ ανθίσει ολόκληρος ροδόκηπος.

Όλος αυτός ο εν εκκρεμότητι μικρόκοσμος ξυπνάει. Την ίδια στιγμή, μια βαριά μαύρη άτρακτος εμφανίζεται κατά τη δύση: είναι μια μαούνα· ταραγμένο, το νερό ζωντανεύει κάτω απ’ το ουρανί φορτίο της, τινάζει τα λευκά φτερά του και ξαναβουλιάζει· ο ουρανός, τσαλαπατημένος, ραγίζει, κι αφού γίνει σκόνη, πιτσιλάει τα κύματα με μικρές αστραπές.

Η μαούνα στρίβει κι εξαφανίζεται στη σκιά ενός “rio”, ο συναγερμός ήταν ψεύτικος, συγκεντρώνει την αταξία του σε τρεμάμενες βαριές μάζες, κιόλας μεγάλες γαλάζιες ξανασχηματίζονται…

Ξάφνου, πέταγμα περιστεριών: είναι ο ουρανός που, τρελός από φόβο, φτεροκοπάει· το γεφυράκι τρίζει κάτω απ’ το παράθυρό μου και πασχίζει να σκαρφαλώσει στον τοίχο: περνάει το “vaporetto”, που προαναγγέλλουν μουγκρίσματα από ναυτικό κέρας. Αυτό το μακρύ σταχτί πούρο είναι μια ανάμνηση απ’ τον Ιούλιο Βερν και τη Διεθνή Έκθεση του 1875.

Τώρα, η γέφυρα είν’ έρημη, αλλ’ οι φαρδιοί ξύλινοι πάγκοι της στοιχειώνονται ακόμη απ’ τους γενειοφόρους κυρίους που την εγκαινίασαν. Πάνω σε μια βαμμένη στέγη από λαμαρίνα, που σκεπάζει το πίσω μέρος της γέφυρας, στεφάνια κηδείας συσσωρεύονται τρία-τρία· έχει δέσει, στα ξανθά μαλλιά της, ένα σάλι από μουσελίνα, που ανεμίζει και της χαστουκίζει το σβέρκο, ονειροπόλα ταξιδιώτισσα του 1900. Κανείς δεν φαίνεται ένα γύρο, εξόν απ’ αυτή τη νεκρή που γνώρισε τον Βάγκνερ και τον Βέρντι. Ένα πλοίο-φάντασμα σε μικρογραφία μεταφέρει ανάμεσα σε δυο παλιές γιορτές, μιαν Ιταλίδα κόμισσα που βρήκε το θάνατο στο ναυάγιο του “Τιτανικού”.

Όλ’ αυτά δεν εκπλήσσουν κανένα: κάθε πρωί το Canal Grande βρίθει αναχρονισμών. Είν’ ένα πλωτό μουσείο: μπροστά στις loggia των μεγάλων ξενοδοχείων, του Gritti, του Luna, του Bauer-Grunewld, η διεύθυνση οργανώνει παρέλαση εκθεμάτων συλλογής.

Το νερό γελάει από ευχαρίστηση, παίζει: ο σώζων εαυτόν σωθήτω κάτω απ’ την καρίνα, κότες σπρώχνουν η μια την άλλη, φτεροκοπάνε κακαρίζοντας, ο πανικός τους έρχεται να εκραγεί στα πόδια μου· γύρω από μεγάλους βάρβαρους χρυσωμένους πασσάλους, που ποικιλία χρωμάτων τους μοιάζει με κείνες τις καραμέλες που είδα στην Αμερική, γόνδολες και βάρκες ελίσσονται.

Το vaporetto” είναι κιόλας μακριά, αλλά παρίσταμαι σε ολόκληρη ναυτική γιορτή. Πάνω στην προκυμαία, η ηλιαχτίδα έσβησε ξαναβουλιάζοντας τα κτήρια στη γενικότητά τους. Περήφανη, η σιωπή υψώνεται με τριανταφυλλιά τούβλα πάνω απ’ αυτή την ανίκανη φλυαρία. Μια τρόμπα-μαρίνα μακρινή ηχεί και χάνεται. Να ένας πίνακας για τους τουρίστες: η Αιωνιότητα κυκλωμένη απ’ το Γίγνεσθαι ή ο Νοητικός Κόσμος υπεριπτάμενος της Ύλης.

Γίνεται ακόμα φασαρία κάτω απ’ το παράθυρό μου, μα τι σημασία: η σιωπή ξύρισε τους θορύβους με το παγωμένο δρεπάνι της. Στη βενετί, η σιωπή είναι ορατή, είναι η ύπουλη πρόκληση της Άλλης Όχθης.

Ξάφνου, όλη η θαλάσσια παρέλαση πνίγεται, το νερό είναι σαν τα όνειρα, δεν έχει συνέχεια στις ιδέες: όλα τώρα γίνονται επίπεδα κάτω απ’ το βλέμμα μου· θα έλεγε κανείς πως το νερό ζηλεύει την πτωματική ακινησία των “palazzi” που το περιβάλλουν. Ο ουρανός, δύσπιστος, δεν ξανακατέβηκε απ’ τις κρεμάστρες του. Κιόλας βλέπω δεξιά μου να γεννιέται η ωχρή αντανάκλαση του Palazzo Dario. Σηκώνω τα μάτια: όλα ξανάγιναν τα ίδια. Έχω ανάγκη από βαριές συμπυκνωμένες προσόψεις, νιώθω κενός απέναντι σ’ αυτά τα λεπτά φτερώματα που είναι ζωγραφισμένα πάνω σε τζάμι. Εξέρχομαι.

*Το κείμενο αυτό του Ζαν-Πολ Σαρτρ πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Verve”, τεύχη 27-28, Φεβρουάριος 1953 και περιλαμβάνεται στις “Καταστάσεις” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρσενίδη, σε μετάφραση του Κώστα Σταματίου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Ζαν-Πολ Σαρτρ: ο κυριότερος εκπρόσωπος του φιλοσοφικού υπαρξισμού και φαινομενολογίας

Ζαν-Πολ Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του.…»

Αλμπέρ Καμύ και Ζαν-Πολ Σαρτρ : Συγκρούσεις απόψεων περί ελευθερίας!

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή