Ιάγος | Η ομορφιά της ασκήμιας | Η ηθική της κακίας…

by Times Newsroom 1

Οθέλλος (1933). Σκηνοθεσία: Φώτος Πολίτης. Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή: Αιμίλιος Βεάκης (Οθέλλος), Γεώργιος Γληνός (Ιάγος).

  • Του ΦΩΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Ιάγος. Η ομορφιά της ασκήμιας. Η ηθική της κακίας. Κανένας τύπος στο παγκόσμιο θέατρο δεν έχει τόσο θαυμασθή, τόσο παρανοηθή, δεν έχει τόσο αναστατώσει τη σκέψη, όσο αυτός. Ποτέ η ερμηνεία των ηθοποιών δεν υπήρξε τόσο διάφορη, προκειμένου ν’ αποδοθή η πλαστική σκέψη ενός μεγάλου συγγραφέως. Από τον Fechter ως τον Kraus κι από τον Booth ώς τον Wegener, γενιές ολόκληρες ηθοποιών ερμηνεύουν και παρερμηνεύουν το θαυμαστό αυτό πνεύμα του κακού.

Οι αφελέστεροι τονίζουν τον ραδιούργο, γιατί μόνο από αυτήν την πλευρά μπορούν να συλλάβουν το θρασομάνημα αυτό της ποιητικής φαντασίας, τον ιλιγγιώδη πλούτο μιας ζωής τόσο αντίθετης προς τις τρεχούμενες αντιλήψεις περί αγαθού και κακού. Οι σχολαστικώτεροι πασχίζουν να αποδώσουν το μεγαλείο της σκέψεως του βενετσιάνου Σατανά, την αδιάκοπη μεταξύ ζωής και θανάτου ακροβασία του. Άλλοι πάλι υποσημειώνουν το ραφιναρισμένο βίτσιο του εκπροσώπου ενός μεγάλου πολιτισμού, που τυλίγει στα δίχτυα του τον πρωτόγονον άνθρωπο και τον καταστρέφει.

O Ουίλιαμ Σαίξπηρ - William Shakespeare portrait

Και βλέπουν στην τραγωδία του μεγάλου Άγγλου ένα σύμβολο αιώνιο, που δεν το επιβεβαιώνουν μονάχα τα μικρόσωμα επεισόδια τη καθημερινής ζωής μας, αλλά και πράξεις σημασίας μεγάλης, όπως η καταστροφή των Αφρικανών νέγρων από την εισβολή των λευκών, που μας την εικονίζει στις φρικιαστικές σελίδες του ο André Gide.

Ο μεγάλος ποιητής στέκει επάνω από το αγαθό κι από το κακό. Σαν το Θεό, ανατέλλει κι αυτός τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Οι έννοιες της κακίας και της καλωσύνης δεν υπάρχουν για τον Σαίξπηρ. Ο ποιητής βλέπει δυνάμεις που αντιμάχονται, κ’ η κάθε δύναμη έχει την ομορφιά της και το μεγαλείο της. Άρπαξέ την, νιώσε την όπως σου δίνεται, γνώρισέ την, και τότε θα θαυμάσης και θα την αγαπήσης.

Θα ήταν αστείο να φαντασθούμε, πως δεν αγάπησε τάχα ο Σαίξπηρ τον Ιάγο. Μονάχα ταπεινοί δημιουργοί αποπειρώνται να πλάσουν ανθρώπους, που την ηθική φυσιογνωμία τους την έχουν εκ των προτέρων δικάσει και καταδικάσει. Τέτοιο κριτήριο απολήγει στην ίδια τους ποιητική καταδίκη. Ο Ιάγος όμως δεν είναι γροτέσκο δημιούργημα. Έχει πάρει μες στα στήθια του την πνοή του ποιητού του. Είναι γενναίος και εύστροφος, ταχύς και στοχαστικός, τραχύς σα στρατιώτης κι επιτήδειος σαν αυλικός, παιγνιδιάρης από φυσικό χιούμορ κι αψύς σαν επαγγελματίας Βενετός μπράβος. Έχει θέληση και μυαλό, αυτοσυγκράτηση και κυριαρχία επάνω στα πάθη του, προκειμένου να προκαλέσει καταστροφές, κυριαρχία που θα τον εζήλευε κι ο αγνότερος ιεραπόστολος, όταν επιτελή την ευλαβική αποστολή του.

“Αν η ζυγαριά της ζωής μας – λέει ο Ιάγος – δεν είχε τον ένα δίσκο του λογικού για ν’ αντιζυγιάζει τον άλλον της φιλοσαρκίας, το αίμα κ’ η χαμέρπεια του φυσικού μας θα μας ωδηγούσαν σε πολύ άτοπα συμπεράσματα. Αλλά εμείς έχουμε το λογικό για να ψυχραίνουμε τη λύσσα της ορμής μας, τις αχαλίνωτες επιθυμίες μας, τα κέντρα της σάρκας μας…”

Δε θα μιλούσε τόσο τέλεια ούτε χριστιανός κατηχητής. Δεν τα πιστεύει τάχα ο Ιάγος αυτά που λέει; Χρησιμοποιεί τέτοια φρασεολογία για να πείσει απλώς το Ροδερίγο να ρθει μαζί του στην Κύπρο; Καθόλου! Με τον εαυτό του μιλά ο Ιάγος κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής σκηνής της Α΄ Πράξεως, με τον εαυτό του, ύστερα από την αποτυχία της πρώτης του εναντίον του Οθέλλου επιθέσεως. Διευκρινίζει για τον εαυτό του – παίρνοντας αφορμή από την κουβέντα του με το Ροδερίγο τη ζωική φιλοσοφία του, τις ηθικές εντολές της σατανικής υπάρξεώς του. Εκφράζει την ηθική της κακίας του.

Ο λαός μας λέει: “Κάμε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό”. Ο πραγματικά αγαθός άνθρωπος είναι εκείνος, που δεν έχει ποτέ ελατήρια στην αγαθή του πράξη. Αν τον ρωτήσετε γιατί έκαμε το αγαθό, δεν μπορεί να δικαιολογηθή. Ή θα γυρέψη να φαντασθή ελατήρια, που ουσιαστικώς δεν υπάρχουν. Πολλές φορές, αν η αγαθή πράξη του κριθή από άποψη ωφελιμιστική ή από πρακτική σκοπιμότητα, φαίνεται εξωφρενική. Κι όμως την κάνει. Αντιστρόφως ανάλογα φέρεται ο Ιάγος. Ο μεγάλος Άγγλος κριτικός και ποιητής Coleridge, σχολιάζοντας το μονόλογό του της Α΄ πράξεως γράφει: “The motive-hunting of a motiveless malignity”, δηλαδή: αναζήτηση ελατηρίων από μέρους μιας κακίας αδικαιολόγητης.

Ο Coleridge είναι ένα από τα ελάχιστα ισχυρότατα κριτικά πνεύματα που εφάνησαν στον κόσμο. Για τούτο διέγνωσε εντελώς τη σκέψη του ποιητού, ενώ ακριβώς ένα σωρό άλλοι έπεσαν έξω, παρασυρμένοι από την ιαγικήν επιχειρηματολογία. Τι λέει ο Ιάγος στον μονόλογό του αυτόν; “Μισώ το Μύρο και παντού έχουν γνώμη, πως μέσα στα σεντόνια μου έχει κάνει εκείνος το έργο το δικό μου…”. Τίποτα απ’ αυτά δεν πιστεύει. Η γυναίκα του είναι κάπως επιπόλαιο θηλυκό, αλλά με φόντο τίμιο. Ο ποιητής δεν μας αφήνει καμιάν αμφιβολία ούτε στο ζήτημα αυτό.

Σε μια σκηνή συγκλονιστική, η Αιμιλία, έχοντας στο φέρσιμό της όλη την αυστηρότητα, που παρέχει η ειλικρινής και δίκια αγανάκτησή της για το κακομεταχείρισμα της Δυσδαιμόνας από τον Οθέλλο, δε διστάζει να σκεφθή και να πη, ότι κάποιος βρωμερός παλιάνθρωπος θα κανονάρχισε το Μαύρο, παρόμοιος μ’ εκείνον που είχε συκοφαντήσει την ίδια την Αιμιλία.

Η μόνη πραγματική αιτία της ενεργείας του Ιάγου είναι το γεγονός, ότι ο Οθέλλος δεν τον έκαμε υπασπιστή του, προτιμώντας αντ’ αυτού έναν “τρανό λογαριαστή”, τον Κάσσιο, που “δεν ξέρει καλύτερα απ’ ανύπαντρη γριά στη μάχη το στρατό να παρατάξει, μα τα χαρτιά της θεωρίας γνωρίζει”. Φυσικά κάποια αφορμή θα δοθή για να εκδηλωθή σ’ όλη τη δράση του ένας χαρακτήρας. Αλλ’ η αφορμή εδώ είναι τόσο ασήμαντη, εν συγκρίσει προς τις ιαγικές ενέργειες, που σβήνει στο τέλος από τη μνήμη και του ίδιου. Άλλωστε, τη θέση του υπασπιστού την παίρνει, έπειτα από την καθαίρεση του Κάσσιου, κι ωστόσο η κακία του εξακολουθεί ταχύτερα το δρόμο της.

Η αφορμή όμως του μίσους του είναι ολότελα δικαιολογημένη. Ο Ιάγος δεν είναι “θεωρητικός” αξιωματικός, είναι πολεμιστής, που την αξία του την έχει δείξει δίπλα στον Οθέλλο, στη Ρόδο και στην Κύπρο “και σ’ άλλους τόπους χριστιανικούς και σ’ άπιστους”. Έπειτα, είναι και μεγάλο μυαλό, ασυγκρίτως ανώτερος στη σκέψη από κάθε άλλον δίπλα του. Η ανδρεία του και το μυαλό του είναι η ομορφιά του. Απέναντί του υπάρχει ένας άνθρωπος – ο Οθέλλος – αφάνταστα δυνατός, εξαιρετικά γενναίος και καθόλου ζηλιάρης από φυσικού του.

Ο Ιάγος ό,τι κάνει το κάνει όπως λέει: “for my sport and profit”. Το αθλητικό του παιγνίδι θα το παίξη με τον άντρα αυτόν, που μπροστά του θα δείλιαζε κάθε άνθρωπος που δεν έχει γενναιότητα και μυαλό. Κι αυτό ακριβώς μας γοητεύει στον ωραίον αυτόν Σατανά. Η κακούργα ψυχή του φανερώνεται στην πρώτη σκηνή της Α΄ πράξεως. Όταν το μίσος του ξεσπά λεύτερα, όταν δεν έχει ανάγκη να παίξη ή να υποκριθή, όταν έρχεται να καταγγείλη γεγονότα βέβαια, θετικά – την κλοπή της Δυσδαιμόνας στον πατέρα της – αφήνει να ξεχυθή όλη η αγριάδα, όλη η τραχύτης, όλη η βαναυσότης της εσωτερικής του υποστάσεως.

Ο Βραβάντιος, τρομαγμένος από τα βάρβαρα και χυδαία λόγια, που ακούγονται μέσα στη νύχτα, λέει: “Ποιο απαίσιο τέρας είναι αυτό;” Αργότερα ο Ιάγος θα υποτάξη το πάθος του στη λογική, στη συστηματική σκέψη. Τότε η τραχύτης του θα φύγη, δίνοντας τόπο σε συγκρατημένη, απόλυτα υπολογισμένη ενέργεια. Κάπου-κάπου η στρατιωτική του φύση, το αψύ του ήθος προδίδεται, όπως στην πρώτη σκηνή της Κύπρου, όταν, για να διασκεδάση τη Δυσδαιμόνα, δίνει διάφορους χαρακτηρισμούς γυναικών. Αλλά κι αυτά έχουν στομωθή από την αναγκαστική “κοινωνικότητα”, που επιβάλλει η περίσταση.

Μόνον ένας πολύ μεγάλος ποιητής μπορούσε να τέρψη το μυαλό μας με τη δικαίωση αυτή της κακίας. Όπως οι μεγάλοι ζωγράφοι – ένας Ρέμπραντ, ένας Βελάσκουεθ – ομορφαίνουν την ασκήμια ενός σφαχταριού ή ενός νάνου, έτσι κι ο μεγάλος ποιητής χαρίζει την αισθητική ομορφιά της ηθικής πωρώσεως. Αλλά για να χαρή κανείς τέτοιες ομορφιές, πρέπει να έχη κι αυτός την έφεση να στέκεται επάνω από το αγαθό κι απ’ το κακό, να έχη τη δύναμη ν’ απολυτρώνεται από μικροπρεπείς ηθικολογίες που τις αρνείται το ελεύθερο άτομο, πλάθοντας μόνο του την ηθική και βρίσκοντας μόνο του την αλήθεια.

  • Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Η Πρωία, 31 Μαρτίου 1933

Ο Φώτος Πολίτης (1890-1934) υπήρξε μεγάλος “θεατράνθρωπος” της εποχής του μεσοπολέμου, που υπηρέτησε το θέατρο με πολλές ιδιότητες: του μεταφραστή, του σκηνοθέτη, του κριτικού, του συνεργάτη του Εθνικού Θεάτρου. Σπούδασε νομικά στη Γερμανία, όπου απέκτησε θεατρική παιδεία, επηρεασμένος από τις απόψεις του Max Reinhardt για τη νεωτερική προσέγγιση του αρχαίου ελληνικού δράματος και του σύγχρονου θεάτρου. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη θεατρική κριτική, γράφοντας στις εφημερίδες “Πρωία” και “Πολιτεία”, και παράλληλα με την ποίηση και τη θεατρική γραφή. Το 1919 μετέφρασε και σκηνοθέτησε τον “Οιδίποδα Τύραννο”, με τον Αιμίλιο Βεάκη στον ομώνυμο ρόλο, σε μια παράσταση που άφησε εποχή. Από το 1932 ως το τέλος της ζωής του συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο ως σκηνοθέτης και συνέβαλε στη στελέχωσή του με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του θεατρικού χώρου και τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Αν και ήταν ανοιχτός στις σύγχρονες επιρροές και οι παραστάσεις του ήταν συχνά πειραματικές, επέμενε στη σημασία διατήρησης του κλασικού ρεπερτορίου στο θέατρο, έργο που συνέχισαν οι διάδοχοί του Δημήτρης Ροντήρης και Αλέξης Μινωτής.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή