Ιάκωβος Β΄ της Αγγλίας / Ήταν ο τελευταίος Ρωμαιοκαθολικός μονάρχης που βασίλευσε στα Βασίλεια της Αγγλίας και της Σκωτίας.

by Times Newsroom
Share this

Ο Ιάκωβος Β΄ (αγγλικά: James II of England και γαλλικά: Séamas II, 24 Οκτωβρίου 1633 – 16 Σεπτεμβρίου 1701) ήταν βασιλιάς της Αγγλίας και ως Ιάκωβος Ζ΄ βασιλιάς της Σκωτίας, από τις 6 Φεβρουαρίου 1685 μέχρι τα τέλη του 1688, οπότε εκθρονίστηκε από την Ένδοξη Επανάσταση. Ήταν ο τελευταίος Ρωμαιοκαθολικός μονάρχης που βασίλευσε στα Βασίλεια της Αγγλίας και της Σκωτίας.

Ως δεύτερος πρεσβύτερος γιος του Καρόλου Α’, ανέβηκε στον θρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού του, Καρόλου Β’. Αντιμετώπισε συνεχώς αυξανόμενη αντίσταση από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες της Βρετανίας επειδή ήταν γαλλόφιλος και υπέρ του Ρωμαιοκαθολικισμού και επειδή απέβλεπε στην εδραίωση απόλυτης μοναρχίας. Όταν απέκτησε άρρενα διάδοχο ξέσπασε κρίση και διάφορες προσωπικότητες κάλεσαν το γαμπρό και ανιψιό του Γουλιέλμο Γ΄ της Οράγγης να πάρει το θρόνο, ο οποίος ήταν Κυβερνήτης των Ηνωμένων Επαρχιών των Κάτω Χωρών. Ήταν η λεγόμενη Ένδοξη Επανάσταση του 1688. Ο Ιάκωβος εγκατέλειψε την Αγγλία και συνεπώς θεωρήθηκε έκπτωτος. Αντικαταστάθηκε από τον Γουλιέλμο της Οράγγης που έγινε βασιλιάς ως Γουλιέλμος Γ΄, κυβερνώντας από κοινού με τη σύζυγο του, και κόρη του Ιακώβου, Μαρία Β΄. Έτσι ο Γουλιέλμος με τη Μαρία, αμφότεροι Προτεστάντες, έγιναν από κοινού μονάρχες το 1689. Ο Ιάκωβος έκανε μια σοβαρή προσπάθεια να ανακτήσει τους θρόνους του, όταν αποβιβάσθηκε στην Ιρλανδία το 1689 αλλά μετά την ήττα του από τις δυνάμεις του Γουλιέλμου στη Μάχη του Μπόυν το καλοκαίρι του 1690 επέστρεψε στη Γαλλία. Έζησε εκτός της Βρετανία το υπόλοιπο της ζωής του ως διεκδικητής του θρόνου, έχοντας σχηματίσει μια αυλή χρηματοδοτούμενη από τον εξάδελφο και σύμμαχο του, βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄.

Ο Ιάκωβος είναι γνωστός για τις πεποιθήσεις του περί της θείας προέλευσης των δικαιωμάτων των μοναρχών αλλά και για τις απόπειρες του να επιτύχει θρησκευτική ελευθερία για τους Ρωμαιοκαθολικούς αφενός και τους ακραίους Διαμαρτυρόμενους, Πουριτανούς και Πρεσβυτεριανούς. Αφετέρου, αυτές οι προσπάθειες έβρισκαν αντίθετο το Αγγλικό Κοινοβούλιο. Παράλληλα όμως καταδίωξε τους Πρεσβυτεριανούς της Σκωτίας. Το Κοινοβούλιο, αντιτέθηκε στην άνοδο του απολυταρχισμού που σημειώθηκε σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στην απώλεια της νομικής κυριαρχίας του επί της Εκκλησίας της Αγγλίας και είδε την αντίθεση αυτή ως ένα τρόπο να διατηρήσει αυτά που θεωρούνταν παραδοσιακές Αγγλικές ελευθερίες. Αυτή η τάση έκανε την τετραετή βασιλεία του Ιακώβου έναν αγώνα για υπεροχή μεταξύ του Αγγλικού Κοινοβουλίου και του Στέμματος που κατέληξε στην εκθρόνιση του, την ψήφιση της Αγγλικής Χάρτας των Δικαιωμάτων (English Bill of Rights) του 1689, και την Ανοβεριανή διαδοχή.

Γέννηση και πρώιμη ζωή

 

Ο μελλοντικός Ιάκωβος Β΄ με τον πατέρα του, Κάρολο Α΄

Ο Ιάκωβος, δεύτερος επιζών γιος του Καρόλου Α΄ και της Ενριέττας Μαρίας της Γαλλίας, γεννήθηκε στο Παλάτι του Αγίου Ιακώβου στο Λονδίνο στις 14 Oκτωβρίου 1633. Aργότερα το ίδιο έτος, ο Ιάκωβος βαπτίσθηκε από τον Ουίλλιαμ Λοντ, τον Αγγλικανό Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ. Ο Ιάκωβος εκπαιδεύθηκε από δασκάλους, μαζί με τον αδελφό του, τον μελλοντικό βασιλιά Κάρολο Β΄, και τους δύο γιους του δούκα του Μπάκιγχαμ, του Τζωρτζ και Φράνσις Βίλλιερς. Σε ηλικία τριών ετών, ο Ιάκωβος διορίσθηκε Λόρδος Αρχιναύαρχος· η θέση ήταν αρχικά τιμητική, αλλά θα γινόταν ένα ουσιαστικό αξίωμα μετά την Παλινόρθωση, όταν ο Ιάκωβος ενηλικιώθηκε.

 

Εμφύλιος Πόλεμος

Στον Ιάκωβο απονεμήθηκε το παράσημο του Τάγματος της Περικνημίδος το 1642, και έγινε δούκας της Υόρκης στις 22 Ιανουαρίου 1644. Καθώς οι διαμάχες του βασιλιά με το Αγγλικό Κοινοβούλιο εξελίχθηκαν στον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο ο Ιάκωβος έμενε στην Οξφόρδη, σε ένα βασιλικό προπύργιο. Όταν η πόλη παραδόθηκε μετά την πολιορκία της Οξφόρδης το 1646, οι Κοινοβουλευτικοί ηγέτες διέταξαν να περιορισθεί στο Παλάτι του Αγίου Ιακώβου. Το 1648 απέδρασε και πήγε στη Χάγη μεταμφιεσμένος. Όταν ο Κάρολος Α΄ εκτελέσθηκε από τους επαναστάτες το 1649, οι μοναρχικοί ανακήρυξαν τον μεγαλύτερο γιο του Καρόλου, Κάρολο, ως βασιλιά Κάρολο Β΄. Ο Κάρολος Β΄ αναγνωρίσθηκε από το Κοινοβούλιο της Σκωτίαςκαι το Κοινοβούλιο της Ιρλανδίας, και στέφθηκε Βασιλιάς της Σκωτίας στο Σκόουν, στη Σκωτία, το 1651. Αν και ανακηρύχθηκε βασιλιάς στο Τζέρσεϋ, ο Κάρολος δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει το Στέμμα της Αγγλίας, κι αναγκάστηκε να φύγει στη Γαλλία και στην εξορία.

Εξορία στη Γαλλία

 

Ο Τιρέν, διοικητής του Ιακώβου στη Γαλλία

Όπως ο αδελφός του, ο Ιάκωβος αναζήτησε άσυλο στη Γαλλία, υπηρετώντας στον Γαλλικό στρατό υπό τον Τυρέν εναντίον της εξέγερσης της Σφενδόνης (Fronde) και, αργότερα, εναντίον των Ισπανών της συμμάχων. Στον Γαλλικό στρατό, ο Ιάκωβος είχε την πρώτη αληθινή εμπειρία μάχης όπου, σύμφωνα με έναν παρατηρητή, αυτός «διακινδυνεύει την ζωή του και εφορμά γενναία σε κάθε περίπτωση». Το 1656, όταν ο αδελφός του, Κάρολος, συμμάχησε με την Ισπανία—έναν εχθρό της Γαλλίας—ο Ιάκωβος εκδιώχθηκε από τη Γαλλία και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τον στρατό του Τυρέν. Ο Ιάκωβος φιλονίκησε με τον αδελφό του για την διπλωματική επιλογή της Ισπανίας αντί αυτής της Γαλλίας. Εξόριστοι και φτωχοί, υπήρχαν ελάχιστα που ο Κάρολος ή ο Ιάκωβος θα μπορούσαν να κάνουν για την εν γένει διπλωματική κατάσταση, και ο Ιάκωβος τελικά ταξίδεψε στη Μπρυζ και (μαζί με τον νεότερο αδελφό του, Ερρίκο) μπήκε στον Ισπανικό στρατό υπό τον Λουδοβίκο, Πρίγκιπα του Κοντέ, πολεμώντας εναντίον των πρώην Γάλλων συντρόφων του στη Μάχη της Δουνκέρκης. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας στον Ισπανικό στρατό, ο Ιάκωβος έγινε φίλος με δύο Ιρλανδούς καθολικούς αδελφούς στο περιβάλλον των μοναρχικών, τον Πίτερ και τον Ρίτσαρντ Τάλμποτ, και άρχισε να αποξενώνεται κάπως από τους αγγλικανούς συμβούλους του αδελφού του. Το 1659, οι Γάλλοι και οι Ισπανοί έκαναν ειρήνη. Ο Ιάκωβος, αμφιβάλλοντας για τις δυνατότητες του αδελφού του να επανακτήσει τον θρόνο, σκέφθηκε να δεχθεί μια ισπανική προσφορά να γίνει ναύαρχος στο ναυτικό τους. Τελικά, αρνήθηκε την πρόταση· τον επόμενο χρόνο η κατάσταση στην Αγγλία είχε αρκετά αλλάξει, και ο Κάρολος Β’ ανακηρύχθηκε Βασιλιάς.

Παλινόρθωση

Γάμος

 

Ο Ιάκωβος και η Ανν Χάιντ την δεκαετία του 1660, από τον Σερ Πίτερ Λέλι

Μετά την παραίτηση του Ρίτσαρντ Κρόμβελ από το αξίωμα του λόρδου-προστάτη το 1659 και την επακόλουθη κατάρρευση της Κοινοπολιτείας το 1660, ο Κάρολος Β΄ ανέβηκε στον Αγγλικό θρόνο. Αν και ο Ιάκωβος ήταν επίδοξος διάδοχος, έμοιαζε απίθανο ότι θα κληρονομούσε το Στέμμα, καθώς ο Κάρολος ήταν ακόμη ένας νέος άνδρας ικανός να γίνει πατέρας. Με την άνοδο του αδελφού του, ο Ιάκωβος έγινε δούκας του Άλμπανυ στη Σκωτία, ώστε να συνάδει ο τίτλος αυτός με τον Αγγλικό του τίτλο, του δούκα της Υόρκης. Με την επιστροφή του στην Αγγλία, ο Ιάκωβος δημιούργησε μια άμεση ανησυχία ανακοινώνοντας τους αρραβώνες του με την Άννα Χάιντ, κόρη του αρχιδιοικητή του Καρόλου, Έντουαρντ Χάιντ. Το 1659, ενώ προσπαθούσε να την κατακτήσει, ο Ιάκωβος υποσχέθηκε ότι θα νυμφευθεί την Άννα. Η Άννα έμεινε έγκυος το 1660, αλλά μετά την Παλινόρθωση και την επιστροφή του Καρόλου στην εξουσία, κανένας στην βασιλική αυλή δεν περίμενε ότι έναν πρίγκιπας θα νυμφευθεί μια κοινή θνητή άσχετα με το αν το είχε ήδη υποσχεθεί. Αν και σχεδόν όλοι, περιλαμβανομένου του πατέρα της Άννας, τους πίεσαν να μη παντρευτούν, αυτοί το έκαναν. Το ζευγάρι παντρεύτηκε μυστικά, μετά προχώρησαν σε μια επίσημη τελετή γάμου στις 3 Σεπτεμβρίου 1660, στο Λονδίνο. Το πρώτο τους παιδί, ο Κάρολος, γεννήθηκε λιγότερο από δύο μήνες μετά, αλλά πέθανε στη νηπιακή ηλικία, όπως και πέντε ακόμη παιδιά τους. Μόνο δύο κόρες επιβίωσαν: η Μαρία (γεννημένη 30 Απριλίου 1662) και η Άννα (γεννημένη 6 Φεβρουαρίου 1665). Ο Σάμιουελ Πέπυς έγραψε ότι ο Ιάκωβος αγαπούσε τα παιδιά του και τον ρόλο του ως πατέρα, και ότι έπαιζε μαζί τους «όπως ένας συνηθισμένος πατέρας», κάτι αντίθετο με την αποστασιοποιημένη γονεϊκή συμπεριφορά που ήταν συνηθισμένη στις βασιλικές οικογένειες εκείνη την εποχή. Η σύζυγος του Ιακώβου ήταν αφοσιωμένη σε αυτόν και τον επηρέαζε σε πολλές από τις αποφάσεις του. Πάραυτα, ο Ιάκωβος είχε μια ποικιλία ερωμένων, περιλαμβανομένης της Αραμπέλα Τσώρτσιλ και της Κάθριν Σέντλεϋ, και είχε την φήμη ότι ήταν «ο πιο ασυγκράτητος ερωτύλος της εποχής του». Με την Κάθριν Σέντλεϋ, ο Ιάκωβος Β΄, απέκτησε μια κόρη, την Κάθριν Ντάρνλεϊ (ονομάστηκε έτσι επειδή ο Ιάκωβος ήταν απόγονος του Χένρι Στιούαρτ, Λόρδος Ντάρνλεϊ). Η Άννα Χάιντ πέθανε το 1671.

Στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα

Μετά την Παλινόρθωση, ο Ιάκωβος χρίστηκε Λόρδος Αρχιναύαρχος, ένα αξίωμα που είχε παρεπόμενα τα αξιώματα του Κυβερνήτη του Πόρτσμουθ και του Λόρδου Φύλακα των Πέντε Λιμένων. Ο Ιάκωβος διοικούσε το Βασιλικό Ναυτικό κατά τον Δεύτερο (1665–67) και τον Τρίτο Αγγλοολλανδικό Πόλεμο (1672–74). Μετά την επιδρομή στο Μίντγουεϊ το 1667, ο Ιάκωβος ανέλαβε την εποπτεία και την οχύρωση της νότιας ακτής. Το αξίωμα του Λόρδου Αρχιναύαρχου, συνδυασμένο με τα έσοδα του από το ταχυδρομείο και τα δασμολόγια του οίνου (δοσμένα σε αυτόν από τον Κάρολο με την παλινόρθωση του) έδωσαν στον Ιάκωβο ένα αρκετό εισόδημα για να κρατά μια αξιόλογη δική του αυλή.

Το 1664 ο Κάρολος παραχώρησε στον Ιάκωβο την περιοχή μεταξύ των ποταμών Ντελάγουερ και Κοννέκτικατ, στη βόρειο Αμερική. Μετά την κατάληψή του από τους Άγγλους, το ολλανδικό έδαφος της Νέας Ολλανδίας και το κυριότερο λιμάνι του ονομάσθηκαν Επαρχία και πόλη της Νέας Υόρκης προς τιμήν του Ιακώβου. Μετά την ίδρυση της αποικίας, ο δούκας έδωσε μέρος της σε ιδιοκτήτες, στον Τζορτζ Κάρτρετ και στον Τζον Λόρδο Μπέρκλεϊ. Το Φορτ Όραντζ, 240 χιλιόμετρα βόρεια, στον Ποταμό Χάντσον, μετονομάσθηκε Άλμπανι από τον Σκωτικό τίτλο του Ιακώβου. Το 1683, έγινε ο κυβερνήτης της Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον, αλλά δεν είχε ενεργό ρόλο στη διοίκησή της. Ο Ιάκωβος ήταν επίσης επικεφαλής της Βασιλικής Αφρικανικής Εταιρείας, μιας εταιρείας εμπορίας σκλάβων.

Τον Σεπτέμβριο 1666, ο αδελφός του Κάρολος τον έθεσε υπεύθυνο των πυροσβεστικών επιχειρήσεων κατά τη Μεγάλη Πυρκαγιά του Λονδίνου, εν απουσία δράσης από τον Δήμαρχο Τόμας Μπλάντγουορθ. Ενώ αυτό δεν ήταν καθ’ εαυτό ένα πολιτικό αξίωμα, η δράση του και η ηγεσία του ήταν αξιοσημείωτες. «Ο Δούκας της Υόρκης έχει κερδίσει τις καρδιές των ανθρώπων με τους συνεχείς και ακαταπόνητους κόπους μέρα και νύχτα στη βοήθεια κατάσβεσης της Φωτιάς», έγραψε ένας μάρτυς σε ένα γράμμα στις 8 Σεπτεμβρίου.

Μεταστροφή στον Καθολικισμό και δεύτερος γάμος

 

Η Μαρία της Μόντενα, δεύτερη σύζυγος του Ιακώβου

Η διαμονή του Ιακώβου στη Γαλλία τον είχε φέρει σε επαφή με τα δόγματα και το τυπικό του Καθολικισμού· αυτός και η σύζυγος του, Άννα, μεταστράφηκαν σε αυτό το δόγμα. Ο Ιάκωβος έλαβε τη Θεία Ευχαριστία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας το 1668 ή το 1669, αν και η μεταστροφή του κρατήθηκε μυστική για λίγο καιρό και συνέχισε να συμμετέχει στις Αγγλικανικές λειτουργίες έως το 1676. Παρά τη μεταστροφή του, ο Ιάκωβος συνέχισε να συναναστρέφεται κυρίως με Αγγλικανούς, περιλαμβανομένου του Τζον Τσόρτσιλ και του Τζορτζ Λετζ, καθώς και Γάλλους Προτεστάντες, όπως ο Λουίς ντε Μπούρας, Κόμης του Φέβερσαμ.

Αυξανόμενοι φόβοι καθολικής επιρροής στην αυλή οδήγησαν το Αγγλικό Κοινοβούλιο να παρουσιάσει έναν νέο Test Act το 1673. Με το νόμο αυτό, όλοι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι έπρεπε να πάρουν όρκο ότι αρνούνταν το δόγμα της μετουσίωσης, αποκηρύσσοντας συγχρόνως συγκεκριμένες πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας ως «δεισιδαιμονικές και ειδωλολατρικές». Έπρεπε επίσης να λαμβάνουν την Ευχαριστία υπό την αιγίδα της Εκκλησίας της Αγγλίας. Ο Ιάκωβος αρνήθηκε να κάνει κάτι από τα δύο και, αντίθετα, διάλεξε να εγκαταλείψει τη θέση του Λόρδου Αρχιναυάρχου. Η μεταστροφή του ήταν εκ του λόγου αυτού δημόσια γνωστή.

Ο Κάρολος Β΄ αντιτέθηκε στη μεταστροφή, διατάσσοντας να ανατραφούν ως Προτεστάντισσες οι κόρες του Ιακώβου, Μαρία και Άννα. Παρ’ όλα αυτά, επέτρεψε στον Ιάκωβο να νυμφευθεί την καθολική Μαρία της Μόντενα, μια δεκαπεντάχρονη Ιταλίδα πριγκίπισσα. Ο Ιάκωβος και η Μαρία παντρεύτηκαν δι’ αντιπροσώπου σε μια καθολική τελετή στις 20 Σεπτεμβρίου 1673. Στις 21 Noεμβρίου, η Μαρία έφθασε στην Αγγλία και ο Ναθάνιελ Κριου, Επίσκοπος της Οξφόρδης, τέλεσε μια σύντομη Αγγλικανική λειτουργία που αναγνώρισε σχεδόν τον Καθολικό γάμο. Πολλοί Άγγλοι, δύσπιστοι απέναντι στον Καθολικισμό, θεώρησαν τη νέα Δούκισσα της Υόρκης ως πράκτορα του Πάπα. Ο βασιλιάς ήταν γνωστός για την αφοσίωσή του. Κάποτε είπε, “Αν συνέβαινε τέτοια περίσταση, ελπίζω ο θεός να μου δώσει τη χάρη του να υποφέρω το θάνατο για την αληθινή Καθολική θρησκεία καθώς και αποπομπή από το παλάτι.”

Κρίση του Αποκλεισμού

Το 1677, ο Ιάκωβος απρόθυμα συγκατατέθηκε στο γάμο της κόρης του Μαίρης με τον προτεστάντη Γουλιέλμο της Οράγγης (που ήταν επίσης ανιψιός του, γιος της αδελφής του Μαρίας). Ο Ιάκωβος συναίνεσε αφού είχαν ήδη συμφωνήσει ο αδελφός του Κάρολος και ο Γουλιέλμος για τον γάμο. Παρά τον προτεσταντικό γάμο, οι φόβοι για έναν Καθολικό μονάρχη παρέμειναν, ενισχυόμενοι από την αποτυχία του Καρόλου Β΄ και της συζύγου του, Αικατερίνης της Μπραγκάνζα να κάνουν παιδιά. Ένας αποσχηματισμένος αγγλικανός κληρικός, ο Titus Oates, μίλησε για μια «Παπική Συνωμοσία», που σκόπευε να σκοτώσει τον Κάρολο και να ανεβάσει στο θρόνο τον Ιάκωβο. Η κατασκευασμένη συνωμοσία προκάλεσε ένα κύμα αντικαθολικής υστερίας που σάρωσε το έθνος.

 

Ο Δούκας του Μόνμαουθαναμείχθηκε σε συνωμοσίες εναντίον του Ιακώβου

Ο Κόμης του Σάφτσμπουρι, ένας πρώην κυβερνητικός υπουργός και από τους ηγέτες της αντικαθολικής παράταξης, προσπάθησε να αποκλείσει τον Ιάκωβο από τη γραμμή διαδοχής του αγγλικού θρόνου. Μερικά μέλη του Κοινοβουλίου πρότειναν ακόμη το στέμμα να πάει στο νόθο γιο του Καρόλου, τον Ιάκωβο. Το 1679, προ του ενδεχομένου να ψηφιστεί η Χάρτα Αποκλεισμού (Exclusion Bill), ο Κάρολος Β΄ διέλυσε το Κοινοβούλιο. Δύο ακόμη Κοινοβούλια εκλέχθηκαν το 1680 και το 1681, αλλά διαλύθηκαν για τον ίδιο λόγο. Η Κρίση του Αποκλεισμού συνεισέφερε στην ανάπτυξη του Αγγλικού δικομματικού συστήματος: οι Ουίγοι ήταν αυτοί που υποστήριζαν τη Χάρτα, ενώ οι Τόρις ήταν αυτοί που αντετίθεντο. Τελικά, η διαδοχή δε μεταβλήθηκε, αλλά ο Ιάκωβος πείσθηκε να παραιτηθεί από όλα τα σώματα άσκησης πολιτικής και να δεχθεί έναν μικρότερο ρόλο στην κυβέρνηση του αδελφού του.

Με τις διαταγές του Βασιλιά, ο Ιάκωβος έφυγε για τις Βρυξέλλες. Το 1680, διορίσθηκε Λόρδος Αρχιεπίτροπος της Σκωτίας και εγκαταστάθηκε στο Παλάτι του Χόλυρουντχάουζ στο Εδιμβούργο για να καταπνίξει μια εξέγερση και να επιβλέψει την βασιλική διακυβέρνηση. Ο Ιάκωβος επέστρεψε στην Αγγλία σε μια περίοδο που ο Κάρολος ήταν άρρωστος και πιστευόταν ότι ήταν ετοιμοθάνατος. Η υστερία των κατηγοριών, τελικά, εξασθένησε, αλλά οι σχέσεις του Ιακώβου με πολλούς στο Αγγλικό Κοινοβούλιο, περιλαμβανομένου του Κόμητα του Ντάνμπυ, ενός πρώην συμμάχου, εντάθηκαν αμετάκλητα και ένα συμπαγές τμήμα μελών του Κοινοβουλίου στράφηκε εναντίον του.

Επιστροφή στην εύνοια

Το 1683, αποκαλύφθηκε μια συνωμοσία που σκοπό είχε την δολοφονία του Κάρολου και του Ιάκωβου και την πρόκληση δημοκρατικής επανάστασης για να επανεγκαταστήσει μια διακυβέρνηση Κρομγουελιανής μορφής. Αυτή η συνωμοσία, γνωστή ως η Rye House Plot, στράφηκε, τελικά, ενάντια στους συνωμότες και προκάλεσε ένα κύμα συμπάθειας για τον βασιλιά και τον Ιάκωβο. Εμπλεκόμενοι ήταν πολλοί σημαντικοί Ουίγοι, μεταξύ των οποίων ο Κόμητα του Έσσεξ και ο νόθος γιος του βασιλιά, ο δούκας του Μόνμαουθ. Ο Μόνμαουθ αρχικά ομολόγησε τη συμμετοχή στη συνωμοσία, ενοχοποιώντας τους άλλους συνωμότες, αλλά αργότερα ανακάλεσε. Ο Έσσεξ αυτοκτόνησε και ο Μόνμαουθ, μαζί με πολλούς άλλους, εξαναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Κάρολος αντέδρασε στη συνωμοσία με αυξανόμενη καταπίεση των Ουίγων και των ακραίων Διαμαρτυρομένων. Επωφελούμενος από την ανορθωθείσα δημοτικότητα του Ιακώβου, ο Κάρολος τον ανακάλεσε στο Ιδιαίτερο Συμβούλιο το 1684. Ενώ μερικοί στο Αγγλικό Κοινοβούλιο παρέμειναν επιφυλακτικοί απέναντι στην πιθανότητα ενός Καθολικού βασιλιά, η απειλή του Αποκλεισμού του Ιάκωβου από το θρόνο είχε περάσει.

Άνοδος στο θρόνο

 

Άγαλμα του Ιακώβου Β΄ στην Πλατεία Τραφάλγκαρ, Λονδίνο

Ο Κάρολος πέθανε το 1685 αφού μεταστράφηκε στον Καθολικισμό στο νεκρικό του κρεβάτι. Μη έχοντας νόμιμα παιδιά, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Ιάκωβος, που βασίλευσε στην Αγγλία και την Ιρλανδία ως Ιάκωβος Β΄, και στη Σκωτία ως Ιάκωβος Ζ΄. Αρχική υπήρξε μικρή μόνο αντίθεση στη διαδοχή, και υπήρχαν εκτενείς αναφορές δημόσιας ευαρέσκειας για την κανονική διαδοχή. Ο Ιάκωβος ήθελε να γίνει γρήγορα η στέψη, και στέφθηκε στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ στις 23 Απριλίου 1685. Το νέο Κοινοβούλιο που συνεδρίασε τον Μάϊο του 1685 ήταν αρχικά ευνοϊκό προς τον Ιάκωβο, και ο νέος βασιλιάς διαμήνυσε ότι ακόμη και οι περισσότεροι από τους πρώην υποστηρικτές του Αποκλεισμού του θα συγχωρούνταν αν συναινούσαν στην εξουσία του. Οι περισσότεροι από του αξιωματούχους του Καρόλου διατηρήθηκαν στα αξιώματά τους, με εξαίρεση την προαγωγή των κουνιάδων του Ιακώβου, των κομήτων του Κλάρεντον και του Ρότσεστερ, και τον υποβιβασμό του μαρκησίου του Χάλιφαξ. Το Κοινοβούλιο ενέκρινε μεγάλη βασιλική χορηγία, περιλαμβανομένων πολλών τελωνειακών δασμών. Ο Ιάκωβος ως βασιλιάς εργαζόταν σκληρότερα από τον αδελφό του, αλλά ήταν λιγότερο πρόθυμος να συμβιβασθεί όταν οι σύμβουλοι του διαφωνούσαν.

Δύο εξεγέρσεις

Λίγο μετά την ανάρρησή του, ο Ιάκωβος αντιμετώπισε μια εξέγερση στη νότια Αγγλία υπό τον ανιψιό του, Τζέημς Σκοτ πρώτο δούκα του Μόνμαουθ, και μια άλλη εξέγερση στη Σκωτία υπό τον Άρτσιμαπλντ Καμπελλ, κόμη του Άργκαϊλ. Οι Άργκαϊλ και Μόνμαουθ άρχισαν τις εκστρατείες τους από την Ολλανδία, όπου ο ανιψιός και γαμπρός του Ιακώβου, Γουλιέλμος της Οράγγης, έδειξε να αδιαφορεί για τις προσπάθειές τους. Ο Άργκαϊλ έπλευσε στη Σκωτία και στρατολόγησε ανθρώπους της φάρας του, της κλαν των Κάμπελ. Η εξέγερση καταπνίγηκε σύντομα, και ο Άργκαϊλ αιχμαλωτίσθηκε στο Ίντσινναν στις 18 Ιουνίου 1685. Έχοντας αφιχθεί με λιγότερους από 300 άνδρες και ανίκανος να πείσει περισσότερους να συνταχθούν κάτω από τη σημαία του, ο Άργκαϊλ ουδέποτε υπήρξε σοβαρή απειλή για τον Ιάκωβο. Ο Άργκαϊλ οδηγήθηκε αιχμάλωτος στο Εδιμβούργο. Δεν διεξάχθηκε νέα δίκη επειδή ο Άργκαϊλ είχε προηγουμένως δικαστεί και καταδικαστεί σε θάνατο. Ο Βασιλιάς επιβεβαίωσε την πρωτύτερη ποινή θανάτου και διέταξε να εκτελεστεί μέσα σε τρεις ημέρες μετά την έγκρισή του.

Η εξέγερση του Μόνμαουθ συντονίστηκε με αυτή του Άργκαϊλ, αλλά ο τελευταίος ήταν πιο επικίνδυνος για τον Ιάκωβο. Ο Μόνμαουθ αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς στο Lyme Regisστις 11 Ιουνίου. Προσπάθησε να αυξήσει τις δυνάμεις του, αλλά δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσει αρκετούς αντάρτες για να νικήσει ακόμη και αυτόν τον μικρό στρατό του Ιακώβου. Κατά την εξέγερση ο Μόνμαουθ επιτέθηκε στις δυνάμεις του βασιλιά τη νύχτα, σε μια προσπάθεια αιφνιδιασμού, αλλά νικήθηκε στη μάχη του Sedgemoor. Οι δυνάμεις του Βασιλιά, με επικεφαλής τους Φήβερσχαμ και Τσόρτσιλ, διεσκόρπισαν γρήγορα τους κακώς προετοιμασμένους αντάρτες. Ο ίδιος ο Μόνμαουθ αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε στον Πύργο του Λονδίνου στις 15 Ιουλίου. Οι δικαστές του Βασιλιά —και πιο συγκεκριμένα ο βαρόνος Τζορτζ Τζέφρις— καταδίκασαν πολλούς από τους επαναστάτες σε εξορία και καταναγκαστικά έργα στις Δυτικές Ινδίες σε μια σειρά από δοκιμασίες που η κάθε μια είναι γνωστή ως Ματωμένη Ασσίζη. Περίπου 250 από τους επαναστάτες εκτελέστηκαν. O Τζέφρις φόβιζε τους μάρτυρες και τους ενόρκους, βρίζοντας τα θύματά του, χειροδικώντας πάνω τους και κρίνοντάς τους ενόχους πέραν κάθε αμφιβολίας, εκτός και εάν του είχε καταβληθεί ένα σημαντικό ποσό ως δωροδοκία. Ο Ιάκωβος έκανε κάποια προσπάθεια να ελέγξει τη βαρβαρότητα, αλλά αργότερα έθεσε τον Τζέφρις στο σώμα ευπατριδών και τον έκανε Λόρδο Καγκελάριο (6 Σεπτεμβρίου 1686). Ενώ αμφότερες οι εξεγέρσεις καταπνίγηκαν αρκετά εύκολα, σκλήρυναν την αποφασιστικότητα του Ιακώβου ενάντια στους εχθρούς του και αύξησαν την καχυποψία του προς τους Ολλανδούς.

Απολυταρχισμός και θρησκευτική ελευθερία

Για να προστατευτεί από περαιτέρω εξεγέρσεις, ο Ιάκωβος αναζήτησε ασφάλεια σε ένα ενισχυμένο μόνιμο στρατό. Αυτό ενέβαλε σε ανησυχίες τους υπηκόους του, όχι μόνο λόγω των προβλημάτων που οι στρατιώτες προκαλούσαν στις πόλεις, αλλά επειδή ήταν εναντίον της Αγγλικής παράδοσης να υπάρχει επαγγελματικός στρατός σε καιρό ειρήνης. Ακόμη πιο ανησυχητική για το Κοινοβούλιο ήταν η χρήση από τον Ιάκωβο της βασιλικού του προνομίου για να επιτρέψει σε Ρωμαιοκαθολικούς να διοικούν διάφορα συντάγματα χωρίς να πρέπει να πάρουν τον όρκο που επιβαλλόταν από την Πράξη Δοκιμασίας (Test Act). Όταν ακόμη και το προηγουμένως ευνοϊκό Κοινοβούλιο αντιτάχθηκε σε αυτά τα μέτρα, ο Ιάκωβος ανάστειλε τις εργασίες του τον Νοέμβριο 1685, για να μη συγκληθεί ποτέ ξανά στη βασιλεία του. Στην αρχή του 1686 βρέθηκαν δύο έγγραφα του Καρόλου Β΄, στα οποία διατυπώνονταν επιχειρήματα υπέρ του Καθολικισμού και εναντίον του Προτεσταντισμού. Ο Ιάκωβος δημοσίευσε αυτά τα έγγραφα με μια διακήρυξη υπογεγραμμένη από το χέρι του, όπου προκαλούσε τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ και την Αγγλικανική Επισκοπική Εκκλησία να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Καρόλου: «Παρακαλώ για μια βάσιμη απάντηση, αντάξια κυρίων· και πιθανώς να έχει το αποτέλεσμα που τόσο πολύ θέλετε, να με προσελκύσετε στην εκκλησία σας». Ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να απαντήσει με αιτιολογία τον σεβασμό του για τον αποθανόντα μονάρχη.

 

 

Ο Ρότσεστερ, κάποτε ένας εκ των οπαδών του Ιακώβου, στράφηκε εναντίον του το 1688, μαζί με τους περισσότερους Αγγλικανούς

Ο Ιάκωβος συνηγόρησε στην ανάκληση των ποινικών νόμων και στα τρία βασίλειά του, αλλά αρνήθηκε να επεκτείνει τα ευργετήματα της ανάκλησης στους Dissenters (ακραίους Προτεστάντες) που δεν έκαναν σχετική αίτηση. Με τα λόγια του, ο Ιάκωβος εξέφραζε αγανάκτηση που κάποιοι είχαν την αναίδεια να υπερασπισθούν την ανάκληση των ποινικών νόμων εναντίον των Προτεσταντών. Ο Ιάκωβος έστειλε ένα γράμμα στο Σκωτικό Κοινοβούλιο κατά την έναρξη των εργασιών του το 1685, διακηρύσσοντας την επιθυμία του για ποινικούς νόμους εναντίον των ανθισταμένων Πρεσβυτεριανών και θρηνούσε που δεν ήταν εκεί προσωπικά για να προωθήσει ένα τέτοιο νόμο. Εις απάντησιν, το Κοινοβούλιο πέρασε έναν Νόμο σύμφωνα με τον οποίο «οποιοσδήποτε παρευρίσκεται σε συγκέντρωση Dissenters είτε ως ιεροκήρυκας είτε ως ακροατής, σε κλειστό ή ανοικτό χώρο, θα τιμωρείται με θάνατο και δήμευση της περιουσίας του». Τον Μάρτιο του 1686, ο Ιάκωβος έστειλε επιστολή στο Σκωτικό Ιδιαίτερο Συμβούλιο, υποστηρίζοντας την ανεκτικότητα προς τους Καθολικούς, αλλά και το ότι η δίωξη των Πρεσβυτεριανών έπρεπε να συνεχιστεί, καλώντας τους στο Λονδίνο, όταν αρνούνταν να συμμορφωθούν με την θέλησή του. Οι σύμβουλοι του εξήγησαν ότι θα ανακούφιζαν τους Καθολικούς μόνο αν γινόταν κάτι αντίστοιχο και για τους Covenanters και αν ο Ιάκωβος υποσχόταν να μην προσπαθήσει οτιδήποτε θα έβλαπτε την Προτεσταντική θρησκεία. Ο Ιάκωβος συμφώνησε σε ένα βαθμό χαλάρωσης των μέτρων προς τους Πρεσβυτεριανούς αλλά η απόρριψη της πλήρους ανεκτικότητας που επιθυμούσε για τους Καθολικούς, τον έκανε να διακηρύξει ότι η Προτεσταντική θρησκεία ήταν λανθασμένη και δεν θα υποσχόταν να μην είναι άσχημα διατεθειμένος έναντι μιας λανθασμένης θρησκείας.

Ο Ιάκωβος επέτρεψε σε Ρωμαιοκαθολικούς να καταλάβουν τα υψηλότερα αξιώματα των Βασιλείων, και δέχθηκε στην αυλή του, τον παπικό νούντσιο, Φερντινάντο ντ’Άντα, τον πρώτο αντιπρόσωπο της Ρώμης στο Λονδίνο από την βασιλεία της Μαρίας Α΄. Ο Ιησουίτης εξομολογητής του Ιακώβου, ο Έντουαρντ Πετρ, ήταν αντικείμενο Προτεσταντικής οργής. Όταν ένας Υπουργός του Βασιλιά, ο Κόμης του Σάντερλαντ, άρχισε να αντικαθιστά αξιωματούχους στην αυλή με Καθολικούς ευνοούμενους, ο Ιάκωβος άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη πολλών Αγγλικανών υποστηρικτών του. Η εκκαθάριση αυτή των αξιωματούχων από τον Σάντερλαντ επεκτάθηκε ακόμα και στους Αγγλικανούς επ’ αδελφή γαμπρούς του βασιλιά και στους υποστηρικτές τους. Οι Καθολικοί αποτελούσαν όχι περισσότερο από το ένα πεντηκοστό του Αγγλικού πληθυσμού. Τον Μάϊο 1686, ο Ιάκωβος προσπάθησε να αποκτήσει από Αγγλικά δικαστήρια του εθιμικού δικαίου μια απόφαση η οποία θα ανέφερε ότι η εξουσία του να απαλλαγεί από Πράξεις του Κοινοβουλίου ήταν νόμιμη. Απέπεμψε δικαστές οι οποίοι διαφωνούσαν μαζί του σε αυτό το ζήτημα καθώς και τον ανώτατο δικαστικό αξιωματούχο (Solicitor General) Χένετζ Φιντς. Η υπόθεση Godden εναντίον Hales επιβεβαίωσε την παραπάνω εξουσία του, δεδομένου ότι ένδεκα από τους δώδεκα δικαστές ψήφισαν υπέρ αυτής.

Το 1687, ο Ιάκωβος εξέδωσε τη Διακήρυξη της Επιείκειας (Declaration of Indulgence), επίσης γνωστή ως Διακήρυξη για την Ελευθερία Συνείδησης (Declaration for Liberty of Conscience), στην οποία χρησιμοποίησε την προαναφερθείσα εξουσία του για να καταργήσει την ισχύ των νόμων που τιμωρούσαν τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες Διαφωνούντες. Προσπάθησε να κερδίσει υποστήριξη για την ανεκτική πολιτική του, μιλώντας σε περιοδεία στη Δυτική Αγγλία το καλοκαίρι του 1687. Στο Τσέστερ, είπε: «υποθέστε… ότι υπήρχε ένας νόμος που έλεγε ότι όλοι οι μαύροι πρέπει να φυλακισθούν, θα ήταν παράλογος και έχουμε τόσο λίγους λόγους για να φιλονικούμε με άλλους ανθρώπους λόγω διαφοράς στις θρησκευτικές πεποιθήσεις όσο και λόγω διαφοράς στο χρώμα.». Την ίδια περίοδο, ο Ιάκωβος χορήγησε μερική ανεξιθρησκεία στη Σκωτία, χρησιμοποιώντας την απαλλακτική του εξουσία για να προσφέρει ελευθερία στους Καθολικούς και μερική ελευθερία στους Πρεσβυτεριανούς.

Το 1688, ο Ιάκωβος διέταξε να αναγνωσθεί η Διακήρυξη της Επιείκειας από τους άμβωνες κάθε Αγγλικανικής εκκλησίας, αποξενώνοντας περαιτέρω τους Αγγλικανούς επισκόπους από τον Καθολικό κυβερνήτη της εκκλησίας τους. Ενώ η Διακήρυξη απέφερε κάποιες ευχαριστίες από Καθολικούς και Διαφωνούντες, διέβρωσε τα προνόμια της Αγγλικανικής Εκκλησίας (Established Church), παραδοσιακού συμμάχου της μοναρχίας. Ο Ιάκωβος προκάλεσε περαιτέρω αντίδραση, προσπαθώντας να μειώσει το Αγγλικανικό μονοπώλιο στην εκπαίδευση. Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο Ιάκωβος προσέβαλε τους Αγγλικανούς, επιτρέποντας στους Καθολικούς, να καταλάβουν σημαντικές θέσεις στο Christ Church College (Κράιστ Τσερτς) και University College, δύο από τα μεγαλύτερα της Οξφόρδης. Επίσης, προσπάθησε να αναγκάσει τους Προτεστάντες Εταίρους του Magdalen College (Κολλεγίου Μάγκνταλεν) να εκλέξουν τον Άντονι Φάρμερ, έναν άνδρα κακής φήμης, ο οποίος πιστευόταν, ότι ήταν κρυφός Καθολικός, ως πρόεδρό τους όταν ο Προτεστάντης κάτοχος της θέσης πέθανε, παραβιάζοντας το δικαίωμα των Εταίρων να εκλέγουν έναν υποψήφιο δικής τους επιλογής.

Το 1687 ο Ιάκωβος προετοιμάσθηκε να υπερπληρώσει το Κοινοβούλιο με τους υποστηρικτές του ώστε να ανακαλέσει την Test Act και τους ποινικούς νόμους. Ο Ιάκωβος πείσθηκε από διαβεβαιώσεις Διαφωνούντων ότι έχει την υποστήριξή τους και ότι, έτσι, μπορούσε να απαλλαγεί από την εξάρτησή του από τους Τόρις και τους Αγγλικανούς. Ο Ιάκωβος θέσπισε μια μαζική εκκαθάριση των αξιωματούχων του στέμματος, οι οποίοι αντιδρούσαν στα σχέδιά του, διορίζοντας νέους λόρδους τοποτηρητές και, αναδιαρθρώνοντας τις δημοτικές αρχές και τις διοικήσεις των συντεχνιών. Τον Οκτώβριο ο Ιάκωβος έδωσε διαταγή στους λόρδους τοποτηρητές των επαρχιών να απευθύνουν τρία συγκεκριμένα ερωτήματα προς όλα τα μέλη της Επιτροπής Ειρήνης: αν συναινούσαν στην ανάκληση του Test Act και των ποινικών νόμων· αν θα βοηθούσαν τους υποψηφίους που θα έκαναν αυτό· και αν θα δέχονταν την Διακήρυξη της Επιείκιας (Declaration of Indulgence). Κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 1688, εκατοντάδες από όσους έδωσαν αρνητική απάντηση αποπέμφθηκαν. Οι εκλεγμένες αρχές εκκαθαρίσtηκαν από πράκτορες με ευρείες διακριτικές εξουσίες σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια μόνιμη βασιλική εκλογική μηχανή. Τελικά, στις 24 Αυγούστου 1688, ο Ιάκωβος διέταξε να εκδοθεί διάταγμα γενικών εκλογών. Όμως, με την κυκλοφορία της είδησης, τον Οκτώβριο, ότι, ο Γουλιέλμος της Οράγγης, επρόκειτο να αποβιβασθεί στην Αγγλία, ο Ιάκωβος απέσυρε το διάταγμα και έγραψε στους λόρδους τοποτηρητές να ερευνήσουν κατηγορίες καταχρήσεων κατά τη διάρκεια των ρυθμίσεων και των εκλογικών προετοιμασιών, που αποτελούσαν, σύμφωνα με τα παραπάνω, μέρος των παραχωρήσεων που έκανε ο Ιάκωβος για να κερδίσει υποστήριξη.

Ένδοξη Επανάσταση

Κύριο λήμμα: Ένδοξη Επανάσταση

 

Ο ανιψιός του Ιακώβου και γαμπρός του, Γουλιέλμος, προσκλήθηκε να “σώσει την Προτεσταντική θρησκεία”

Τον Απρίλιο 1688, ο Ιάκωβος επανεξέδωσε την Διακήρυξη της Επιείκειας, διατάσσοντας τους Αγγλικανούς κληρικούς να την διαβάσουν στις εκκλησίες τους. Όταν ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, Ουίλλιαμ Σάνκροφτ, και έξι άλλοι επίσκοποι (γνωστοί ως οι Επτά Επίσκοποι) υπέβαλαν μια αίτηση, ζητώντας την αναθεώρηση της θρησκευτικής πολιτικής του Βασιλιά, συνελήφθησαν και δικάσθηκαν για επαναστατικό λίβελο. Η επαγρύπνηση της κοινής γνώμης αυξήθηκε όταν η Βασίλισσα Μαρία γέννησε έναν Καθολικό γιο και διάδοχο, τον Ιάκωβο Φραγκίσκο Εδουάρδο, στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους. Όταν οι μόνοι πιθανοί διάδοχοι του Ιακώβου ήταν οι δύο Προτεστάντισσες κόρες του, οι Αγγλικανοί μπορούσαν να δουν τη φιλοκαθολική πολιτική του σαν ένα προσωρινό φαινόμενο· η γέννηση όμως του πρίγκιπα και η προοπτική μιας μόνιμα Καθολικής δυναστείας, τους ανάγκασε να αλλάξουν στάση. Απειλούμενοι από μια Καθολική δυναστεία, πολλοί Προτεστάντες, με επιρροή, ισχυρίσθηκαν ότι το παιδί ήταν επείσακτο και μπήκε λαθραία στην κρεβατοκάμαρα της Βασίλισσας σε ένα δοχείο θέρμανσης. Είχαν ήδη έρθει σε διαπραγματεύσεις με τον Γουλιέλμο, Πρίγκιπα της Οράγγης, όταν έγινε γνωστό ότι η βασίλισσα ήταν έγκυος, και η γέννηση του γιου του Ιακώβου ενίσχυσε την πεποίθηση τους.

Στις 30 Ιουνίου 1688, μια ομάδα επτά Προτεσταντών ευγενών, αργότερα γνωστή ως οι Αθάνατοι Επτά, προσκάλεσε τον Πρίγκιπα της Οράγγης να έλθει στην Αγγλία με στρατό. Κατά τον Σεπτέμβριο, είχε γίνει ξεκάθαρο ότι ο Γουλιέλμος σκόπευε να εισβάλει. Πιστεύοντας πως ο στρατός του θα ήταν επαρκής, ο Ιάκωβος αρνήθηκε τη βοήθεια του Λουδοβίκου ΙΔ΄, φοβούμενος ότι οι Άγγλοι θα αντετίθεντο στη Γαλλική επέμβαση. Όταν ο Γουλιέλμος έφθασε στις 5 Noεμβρίου 1688, πολλοί Προτεστάντες αξιωματούχοι, περιλαμβανομένου του Τζων Τσόρτσιλ, αυτομόλησαν στον Γουλιέλμο, όπως έκανε και η κόρη του Ιακώβου, Πριγκίπισσα Άννα. Ο Ιάκωβος έχασε την ψυχραιμία του και απέφυγε να επιτεθεί στον στρατό εισβολής, παρά την αριθμητική υπεροχή του στρατού του. Στις 11 Δεκεμβρίου, ο Ιάκωβος προσπάθησε να διαφύγει στη Γαλλία, πετώντας τη Μεγάλη Σφραγίδα του Βασιλείουστον Τάμεση. Αιχμαλωτίσθηκε στο Κεντ και αργότερα ελευθερώθηκε υπό Ολλανδική προστατευτική φρουρά. Μη θέλοντας να κάνει τον Ιάκωβο μάρτυρα, ο Πρίγκιπας της Οράγγης, τον άφησε να αποδράσει στις 23 Δεκεμβρίου. Ο Ιάκωβος έγινε δεκτός από τον εξάδελφο και σύμμαχό του, Λουδοβίκο ΙΔ΄, ο οποίος του προσέφερε ένα παλάτι και μια σύνταξη.

 

Ο Τζον Τσόρτσιλ ήταν μέλος του οίκου του Ιακώβου (household) επί πολλά έτη, αλλά αυτομόλησε στον Γουλιέλμο της Οράγγης το in 1688

Ο Γουλιέλμος συγκάλεσε το (Συμβατικό Κοινοβούλιο) για να αποφασιστεί ο χειρισμός της φυγής του Ιάκωβου. Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να τον εκθρονίσει, αλλά διακήρυξε ότι, ο Ιάκωβος, έχοντας διαφύγει στη Γαλλία κι έχοντας ρίξει τη Μεγάλη Σφραγίδα στον Τάμεση, είχε ουσιαστικά παραιτηθεί από τον θρόνο, και ότι έκτοτε ο θρόνος ήταν κενός. Για να πληρωθεί το κενό, η κόρη του Ιακώβου, Μαίρη, ανακηρύχθηκε Βασίλισσα· θα κυβερνούσε από κοινού με τον σύζυγό της Γουλιέλμο, ο οποίος θα γινόταν Βασιλιάς. Το Κοινοβούλιο της Σκωτίας στις 11 Απριλίου 1689, διακήρυξε ότι ο Ιάκωβος εξέπεσε του θρόνου. Το Αγγλικό Κοινοβούλιο πέρασε τον Bill of Rights (Χάρτα των Δικαιωμάτων) που κατάγγελλε τον Ιάκωβο για κατάχρηση εξουσίας. Οι καταχρήσεις περιλάμβαναν την αναστολή των Test Acts, τη δίωξη των επτά επισκόπων για αιτήσεις τους απλώς προς τον Θρόνο, την εγκαθίδρυση μονίμου στρατού και την επιβολή βάναυσων τιμωρίων. Η Χάρτα επίσης κήρυσσε ότι πλέον, ουδείς Ρωμαιοκαθολικός επιτρεπόταν να αναρρηθεί στον Αγγλικό θρόνο, ούτε μπορούσε ένας Άγγλος μονάρχης να συνάψει γάμο με άτομο του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος.

Πόλεμος στην Ιρλανδία

Με τη βοήθεια των Γαλλικών δυνάμεων, ο Ιάκωβος αποβιβάσθηκε στην Ιρλανδία τον Μάρτιο του 1689.[113] Το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αγγλικού Κοινοβουλίου· διακήρυξε ότι ο Ιάκωβος παρέμενε Βασιλιάς και πέρασε το Bill of attainder, ένα διάταγμα στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων αυτών που είχαν εξεγερθεί εναντίον του και περιλάμβανε δύο με τρεις χιλιάδες ονόματα. Με την πίεση του Ιακώβου, το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο πέρασε ένα Νόμο για την Ελευθερία της Συνείδησης που έδινε θρησκευτική ελευθερία σε όλους τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες στην Ιρλανδία. Ο Ιάκωβος προσπάθησε να φτιάξει ένα στρατό στην Ιρλανδία, αλλά ηττήθηκε, τελικά, στη Μάχη του Μπόυν, στις 1 Ιουλίου 1690, όταν έφθασε ο Γουλιέλμος, οδηγώντας προσωπικά ένα στρατό, για να νικήσει τον Ιάκωβο και να επιβάλει και πάλι την αγγλική κυριαρχία. Ο Ιάκωβος έφυγε στη Γαλλία ακόμη μια φορά, αναχωρώντας από το Κίνσεϊλ, για να μην επιστρέψει ποτέ σε οποιοδήποτε από τα πρώην βασίλειά του. Επειδή εγκατέλειψε τους Ιρλανδούς υποστηρικτές του, ο Ιάκωβος έγινε γνωστός στην Ιρλανδία ως Séamus an Chaca ή «Ιάκωβος ο χέστης».

Επιστροφή στην εξορία

 

Ο πύργος του Σαιν Ζερμέν αν Λε, το σπίτι του Ιακώβου κατά την τελική του εξορία

Στη Γαλλία, στον Ιάκωβο επιτράπηκε να ζήσει στον βασιλικό πύργο (château) του Σαιν Ζερμαίν αν Λαι. Η σύζυγος του Ιακώβου και μερικοί υποστηρικτές του, μεταξύ των οποίων ο Κόμης του Μέλφορτ έφυγαν μαζί του· οι περισσότεροι, αλλά όχι όλοι, ήταν Καθολικοί. Το 1692 γεννήθηκε το τελευταίο παιδί του Ιάκωβου, η Λουίζα Μαρία Θηρεσία. Μερικοί υποστηρικτές στην Αγγλία προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τον Ιάκωβο στο θρόνο, δολοφονώντας τον Γουλιέλμο Γ΄ το 1696, αλλά η συνωμοσία απέτυχε και ο αντίκτυπος έκανε την υπόθεση του Ιακώβου λιγότερο δημοφιλή. Η προσφορά του Λουδοβίκου ΙΔ΄ να ενεργήσει ώστε να εκλεγεί ο Ιάκωβος τον ίδιο χρόνο Βασιλιάς της Πολωνίας απορρίφθηκε, από φόβο μήπως η αποδοχή του Πολωνικού στέμματος τον αποξένωνε, στη συνείδηση των Άγγλων, από τη δυνατότητα να είναι Βασιλιάς της Αγγλίας. Μετά τη σύναψη ειρήνης του Λουδοβίκου, με τον Γουλιέλμο το 1697, έπαυσε ο πρώτος να προσφέρει πολλά προς βοήθεια του Ιακώβου.

Κατά τα τελευταία του έτη, ο Ιάκωβος έζησε σε μια αυστηρή μετάνοια. Έγραψε ένα υπόμνημα για τον γιο του, συμβουλεύοντάς τον πως να κυβερνήσει την Αγγλία, συγκεκριμενοποιώντας ότι οι Καθολικοί θα έπρεπε να έχουν έναν Υπουργό, έναν Επίτροπο του Θησαυροφυλακίου, τον Υπουργό Πολέμου, με την πλειοψηφία των αξιωματικών του στρατού. Πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 16 Σεπτεμβρίου 1701 στο Σαιν Ζερμαίν αν Λαι. Το σώμα του αποτέθηκε σε ένα φέρετρο στο Παρεκκλήσι του Αγίου Εδμόνδου στην Εκκλησία των Άγγλων Βενεδικτίνων στην Rue St. Jacques στο Παρίσι, και τον επικήδειο εξεφώνησε ο Ανρί-Εμμανουέλ ντε Ροκέτ. Το 1734, τέθηκαν υπ’ όψιν του Αρχιεπισκόπου του Παρισιού μαρτυρίες για την αγιοποίηση του Ιακώβου, αλλά δεν υπήρξε συνέχεια. Κατά την Γαλλική Επανάσταση, ο τάφος του Ιακώβου καταστράφηκε και τα λείψανά του χάθηκαν. Την εποχή του θανάτου του, ήταν το τελευταίο επιζόν τέκνο του Καρόλου Α’ και της Βασίλισσας Ενριέττας Μαρίας.

Διαδοχή

 

Ο γιος του Ιακώβου ήταν γνωστός ως “Ιάκωβος Γ΄ και Η΄” στους υποστηρικτές του, και “Ο Πρεσβύτερος Μνηστήρας” στους εχθρούς του

Η νεότερη κόρη του Ιακώβου Άννα, ανέβηκε στο θρόνο όταν ο Γουλιέλμος πέθανε το 1702 (H Μαρία είχε πεθάνει το 1694). Ο Νόμος της Διευθέτησηςόριζε ότι, αν η γραμμή διαδοχής που εγκαθιδρύθηκε με την Χάρτα των Δικαιωμάτων διαταρασσόταν, τότε το στέμμα θα πήγαινε σε μια Γερμανίδα εξαδέλφη, την Σοφία, σύζυγο του Εκλέκτορα του Ανόβερου, και στους Προτεστάντες κληρονόμους της. Η Σοφία ήταν δισέγγονη του Ιάκωβου Α, κόρη της μεγαλύτερης κόρης του, Ελισάβετ Στιούαρτ, αδελφής του Καρόλου Α΄. Έτσι, όταν η Άννα πέθανε το 1714 (λιγότερο από δύο μήνες μετά τον θάνατο της Σοφίας), το στέμμα κληρονομήθηκε από τον Γεώργιο Α΄, γιο της Σοφίας, Εκλέκτορα του Ανόβερου και δεύτερο εξάδελφο της Άννας.

Ο γιος του Ιακώβου Ιάκωβος Φραγκίσκος Εδουάρδος αναγνωρίσθηκε ως Βασιλιάς μετά τον θάνατο του πατέρα του από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ της Γαλλίας και από τους εναπομείναντες υποστηρικτές του Ιακώβου (αργότερα γνωστούς ως Ιακωβίτες), ως «Ιάκωβος Γ΄ και Η΄». Ηγήθηκε μιας εξέγερσης στη Σκωτία το 1715 αμέσως μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄, αλλά ηττήθηκε. Οι Ιακωβίτες εξεγέρθηκαν πάλι το 1745 υπό την ηγεσία του Κάρολου Εδουάρδου Στιούαρτ, εγγονού του Ιακώβου Β΄, και πάλι ηττήθηκαν. Από τότε δεν έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια να παλινορθωθούν οι Στιούαρτ. Οι διεκδικήσεις του Καρόλου πέρασαν στον νεότερο αδελφό του Ερρίκο Βενέδικτο Στιούαρτ, τον Πρύτανη του Κολλεγίου των Καρδιναλίων, της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ερρίκος ήταν ο τελευταίος από τους νόμιμους απογόνους του Ιακώβου, και κανένας συγγενής δεν έχει δημοσίως αναγνωρίσει την Ιακωβιτική διεκδίκηση από τόν θάνατό του το 1807.

Ιστοριογραφία

 

Ο Μακόλεϋ έγραψε σύμφωνα με την παράδοση των Ουίγων.

Η ιστορική ανάλυση του Ιακώβου Β’ έχει κάπως αναθεωρηθεί από τότε που οι Ουίγοι ιστορικοί, με επικεφαλής τον Λόρδο Μακόλεϋ, χαρακτήρισαν τον Ιάκωβο ως βάναυσο απολυταρχικό και τη βασιλεία του ως «τυραννία η οποία προσέγγιζε την παράνοια». Μεταγενέστεροι ερευνητές, όπως ο Τζ. Μ. Τρεβέλυαν (μικρανιψιός του Μακόλεϋ) και ο Ντέιβιντ Ογκ, παρότι πιο ισορροπημένοι από τον Μακόλεϋ, χαρακτήριζαν, ακόμα, τον Ιάκωβο ως τύραννο: τις προσπάθειες του για θρησκευτική ανεκτικότητα ως απάτη και τη βασιλεία του ως εκτροπή της Βρετανικής ιστορίας. To 1892 o Α. Γ. Ουάρντ έγραψε για το Λεξικό της Εθνικής Βιογραφίας: «ο Ιάκωβος ήταν προφανώς ένας πολιτικά και θρησκευτικά φανατισμένος, αν και ουδέποτε στερείτο μιας φλέβας πατριωτικού αισθήματος, η μετατροφή του στην εκκλησία της Ρώμης έκανε την χειραφέτηση των ομόδοξών του Καθολικών σε πρώτη φάση, και την ανάκτηση της Αγγλίας προς όφελος του Καθολικισμού σε δεύτερη, αντικειμενικούς σκοπούς της πολιτικής του».

 

 

Ο Μπελόκ ήταν ένας αξιοσημείωτος απολογητής του Ιακώβου Β’.

Ο Ιλέρ Μπελόκ (ένας Ρωμαιοκαθολικός) έσπασε την παράδοση αυτή το 1928, χαρακτηρίζοντας τον Ιάκωβο ως έντιμο άνδρα και αληθινό υπεασπιστή της ελευθερίας, της συνείδησης και τους εχθρούς του «άνδρες στη μικρή κλίκα των μεγάλων περιουσιών… οι οποίοι κατέστρεψαν την αρχαία μοναρχία των Άγγλων». Όμως, παρατήρησε ότι ο Ιάκωβος «κατέληξε στο ότι η Καθολική εκκλησία είναι η μόνη φωνή αυθεντίας στη Γη, και στο εξής … όχι μόνο αρνήθηκε σθεναρά να παραδοθεί αλλά ουκ ολίγες φορές προσδοκούσε τον μικρότερο συμβιβασμό ή, με μια λέξη, τροποποιούσε την εντύπωση που είχε δημιουργηθεί». Τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ο Μόρις Άσλεϋ και ο Στιούαρτ Πραλ άρχισαν να αναθεωρούν τα κίνητρα του Ιακώβου για την απόδοση θρησκευτικής ανεκτικότητας, συνυπολογίζοντας την αυταρχική διακυβέρνηση του Ιακώβου.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν απομακρυνθεί από τη σχολή σκέψης η οποία κήρυσσε τη συνεχή πορεία προς την πρόοδο και τη δημοκρατία, με τον Άσλεϊ να υποστηρίζει ότι η «ιστορία είναι, τελικά, η ιστορία των ανθρώπινων υπάρξεων και ατόμων, καθώς και των τάξεων και των μαζών.» Περιέγραψε τον Ιάκωβο Β΄ και τον Γουλιέλμο Γ΄ ως «άνδρες με ιδανικά καθώς και με ανθρώπινες αδυναμίες.» Ο Τζον Μίλλερ, γράφοντας το 2000, αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς περί απολυταρχίας του Ιακώβου, αλλά ισχυρίστηκε ότι «το κύριο μέλημά του ήταν να διασφαλίσει τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτική ισότητα για του Καθολικούς. Η κάθε «απολυταρχική» μέθοδος… ήταν ουσιαστικά για το σκοπό αυτό». Το 2004, ο W. A. Speck έγραψε στο της Οξφόρδης νέο Λεξικό της Εθνικής Βιογραφίας ότι «ο Ιάκωβος είχε πράγματι δεσμευτεί στη θρησκευτική ανοχή, αλλά επίσης επεδίωξε να αυξήσει τη δύναμη του στέμματος». Προσέθεσε ότι, αντίθετα με την κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, «ο Ιάκωβος ήταν πολύ απολυταρχικός για να συνδυάσει την ελευθερία της συνείδησης με τη δημοφιλή κυβέρνηση. Εκείνος αντιστάθηκε σε κάθε είδους έλεγχο στην εξουσία του μονάρχη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έκανε με την καρδιά του τις παραχωρήσεις που έπρεπε να κάνει το 1688. Θα προτιμούσε να ζει στην εξορία με τις αρχές του ανέπαφες από το να συνεχίσει να βασιλεύει ως ένας περιορισμένος μονάρχης».

Το 2009, ο Στίβεν Πίνκους απευθύνθηκε σε αυτή την ακαδημαϊκή αμφιβολία στο βιβλίο 1688: The First Modern Revolution. Ο Πίνκους ισχυρίζεται ότι η βασιλεία του Ιακώβου πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής αλλαγής και Ευρωπαϊκής πολιτικής, και εξάγει δύο μείζονες διαβεβαιώσεις σχετικά με τον Ιάκωβο Β’.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή