Ignazio Silone: Η θλίψη του γυρισμού

by Times Newsroom 1

Η θλίψη του γυρισμού

ΕΚΕΙΝΟ τον καιρό άρχισαν να μου έρχονται κάτι γράμματα από τον παπά του Β. Με “εκκλήσεις” καθώς τις έλεγε. Εγώ τους έρριχνα μια ματιά και τα πετούσα ίσια στο καλάθι. Το συνηθέστερο, ο παπάς μου ζητούσε να συστήσω για θυρωρό ή κλητήρα κανένα χωριατόπουλο που είχε βαρεθεί να δουλεύει στα χωράφια. Μερικά απ’ αυτά τα παιδιά γύρευαν όποια δουλειά και νάταν, μακάρι και κακοπληρωμένη, φτάνει να ένιωθαν σκεπή πάνω από το κεφάλι τους και να είτανε καθιστική δουλειά, τόσο είχαν βασανιστεί στον πόλεμο. Τους φανταζόμουνα εκεί κάτω, να κουβαλιόνται στην εκκλησία μ’ όλη τη φαμελιά τους, για να πούνε τα βάσανά τους στον παπά και, κατά το συνήθειο, να του πηγαίνουν και κανένα φτωχοπεσκέσι, τίποτα αυγά, κανένα πανεράκι οπωρικά, λίγο τυρί, για να τους γράψει το γράμμα σε μένα. Με το νου μου τον άκουγα να του λέει τα λόγια που ξεγελάνε: “Αν το θέλει αυτός, θα γίνει”. Ώς που μια μέρα έλαβα ένα γράμμα του διαφορετικό απ’ όλα τ’ άλλα. Γλύτωσε αυτό από το καλάθι γιατί άρχιζε έτσι: “Δεν σου κάνω έκκληση σήμερα, σου γράφω αυτό που θα δεις για να το ξέρεις”. Μια κάποια κοπέλα, κόρη του τάδε, που την είχα γνωρίσει κοντά στον πατέρα της εδώ και πολλά χρόνια, αλλά που βέβαια θα την είχα λησμονήσει στο μεταξύ, είτανε βαρειά άρρωστη. Ο παπάς έλεγε πως έχει χρέος να μου το γράψει, τίποτ’ άλλο.

Δε μπορούσε να φανταστεί πως το γράμμα τούτο θα με ξεσήκωνε να φύγω στη στιγμή. Προτίμησα για διαφόρους λόγους να πάρω το νυχτερινό τραίνο. Ένας φίλος μου, που του έκανα λόγο σχετικά, μου πρότεινε να με πάει αυτός με τ’ αυτοκίνητό του, όμως βρήκα κάποια πρόφαση εκεί κι αρνήθηκα, του είπα να με συμπαθάει.

Ξέρεις”, του κάνω στα τελευταία για να τον ξεφορτωθώ, “εδώ και εικοσιπέντε χρόνια που είχα φύγει από εκεί κάτω, είχα πάρει το σιδερόδρομο. Καταλαβαίνεις λοιπόν”.

“Μα η γραμμή τώρα έχει κατατραφεί από τους βομβαρδισμούς, τις νάρκες. Πολλά γεφύρια είναι ξύλινα, προσωρινά. Το τραίνο, μεριές-μεριές, πηγαίνει με το βήμα. Όλη νύχτα θα ταξιδεύεις”.

Τόσο το καλλίτερο”, του αποκρίθηκα κι έκλεισα την κουβέντα.

ΤΑΞΙΔΕΥΑ κ’ είχα το κεφάλι μου ακουμπισμένο στο παράθυρο του βαγονιού. Από το τζάμι έξω, έβλεπα νάρχεται ίσια καταπάνω μου το τοπίο που η μνήμη μου το είχε διατηρήσει τόσα χρόνια τώρα προσεχτικά σα χριστουγεννιάτικη φάτνη μικρού παιδιού. Τα χωράφια όλο πέτρα, τα σκούρα και γυμνά ακατοίκητα βουνά. Έβλεπα να προβαίνουν και να χάνονται οι ερημικοί μικροσταθμοί με τα πορτοπαράθυρα που έχασκαν, οι ετοιμόρροποι τοίχοι, τα λογής ερείπια. Μέσα στο σκοτάδι, από την αδρή μυρωδιά, μάντευα τους στοιβαγμένους στο βαγόνι χωριάτες, άντρες και γυναίκες, με τους μπόγους, τις βαλίτσες, τα μπαούλα, τα ταγάρια τους, τηλωμένα από τα ψώνια που είχανε κάνει στην πολιτεία. Μπροστά μου, μια γυναίκα βαστούσε ένα μωρό στα γόνατά της. Κάθε τόσο το μωρό ξυπνούσε, έκλαιγε, και τότε η μάννα άνοιγε το μπουστάκι της, του έδινε να βυζάξει. Ύστερα το μωρό ξανακοιμόταν αμέσως. Δοκίμασα να κοιμηθώ κι εγώ, δοκίμασα να νιώσω σαν ένας από κείνους γύρω, καθώς η μάννα, το μωρό, κάποιος που γυρίζει από ταξίδι μακρυνό, αποσταμένος. Στο φως της αυγής οι κοιμισμένοι επιβάτες είτανε σαν ετοιμοθάνατοι, με θωριές παλαβωμένες, ίδιοι κλέφτες που τους τσάκωσε η αστυνομία στα πράσα, μούτρα χαλασμένα από το κυνηγητό και τη ντροπή. Όταν όμως ακούστηκε η αυστηρή φωνή του ελεγκτή που ερχόταν, αναδεύτηκαν, ψαχούλεψαν στις τσέπες τους, στα ταγάρια, ξαναπήρανε γρήγορα την καθημερινή τους όψη, την κλειστή, τη σκληρή, την υποψιασμένη.

Στο διάδρομο, καθώς πάσχιζα να βρω πέρασμα ανάμεσα στα ξαπλωμένα χάμου κορμιά και στα προχώματα από μπόγους, κάποιος με φώναξε.

Fontamara by Ignazio Silone

Ε! τι διάτανο θέλεις εσύ σ’ αυτό εδώ το τραίνο; Γυρίζεις πίσω στη Φονταμάρα σου;” Είταν ένας δημοσιογράφος του γλυκού νερού, ένας επαρχιακός ανταποκριτής σ’ εφημερίδα της Ρώμης. Είχε γεράσει γράφοντας τ’ ασήμαντα τοπικά νέα.

“Ό,τι θέλεις εσύ θέλω κι εγώ”, του αποκρίθηκα ενοχλημένος. “Ταξιδεύω, δε βλέπεις;”

Η αντιπαθητική φωνή του ζύγωσε.

“Και πού ακριβώς βρίσκεται η Φονταμάρα σου; δε μου λες;” ρώτησε επίμονα, με κάτι το ανεξήγητα εμπιστευτικό. “Στη φαντασία σου ή μήπως είναι κανένα από τα χωριά μας, το Αγιέλλι, το Ορτούκιο, η Μπιζένια;”

“Αυτό το έχω μυστικό”, του αποκρίθηκα καθώς πηδούσα έξω στον πρώτο σταθμό.

“Τη βαλίτσα σου!” μου φώναξε από το παράθυρο. “Την ξέχασες;”

“Δεν έχω βαλίτσα”, του αποκρίθηκα. “Ξεφόρτωνέ με”.

ΕΙΧΑ ΦΥΓΕΙ τότε χωρίς αποσκευές. Μου φαινόταν γελοίο να φτάσω τώρα με τη βαλίτσα, σαν κανένας περιηγητής ή εμπορευόμενος, και να χρειαστώ από πάνω κι αχθοφόρο. Είταν εικοσιπέντε χρόνια από τότε. Είχα φύγει νύχτα, σαν τον κλέφτη, και μήτε που το φανταζόμουν πως θα έμενα τόσα χρόνια μακρυά. Είχε θελήσει να έρθει να μ’ αποχαιρετήσει στο σταθμό ο Λάζαρος, ένας γερο-σοσιαλιστής του τόπου μου, που το παρανόμι του είταν ο βατραχοπιάστης.

“Μην έρθεις”, του είχα πει. “Η αστυνομία μπορεί να το προσέξει και να σε μαρκάρει. Μη με κάνεις να το έχω στην ψυχή μου”.

“Θα καμωθώ πως έτυχε να βρεθώ κι εγώ στο σταθμό”, είχε αποκριθεί. “Μήτε που θα σου μιλήσω, θα δεις”.

Κι έτσι είναι που κατέβηκε από το βουνήσιο χωριό του. Ήρθε στο σταθμό με την κόρη του και με το γάιδαρό του. Στάθηκε λίγο πιο πέρα, κοιτάζοντάς με σα συνωμότης, στο τέλος όμως, φυσικά, μιλήσαμε.

“Φεύγα και ξέχασε τούτον εδώ το βασανισμένο τόπο”, μου είπε. “Σε μακαρίζω που είσαι παιδί ακόμα και μπορείς να ξεχνάς.”.

“Δε θα ξεχάσω, Λάζαρε, στ’ ορκίζομαι”, του αποκρίθηκα.

Θα ξεχάσεις”, ξανάπε με πεποίθηση. “Θ’ αποτελειώσεις τις σπουδές σου, θα προκόψεις και θα ξεχάσεις, θα το δεις. Έτσι είναι”.

¨Λάζαρε”, του λέω, “γιατί να μαλώνουμε τώρα που θα χωριστούμε; Όρκο σου παίρνω πως δε θα ξεχάσω”.

“Δε μαλώνουμε, αυτό έλειπε τώρα! Θα δεις όμως που θα προκόψεις και θα ξεχάσεις. Θα σε βοηθήσει εσένα η τύχη. Άκου με μένα που είμαι γέρος. Θα μπορούσα νάμαι παπούς σου. Την ξέρω τη ζωή καλλίτερα από σένα εγώ”.

Με τα μάτια μου δακρυσμένα, επέμενα και σύγκαιρα έβαζα τα δυνατά μου να μην κλάψω, ώς που η κόρη του Λάζαρου, η Λαουρίνα, που ώς εκείνη τη στιγμή σώπαινε ζαρωμένη κι ωχρή, άρχισε να παρακαλεί τον πατέρα της ν’ αλλάξει κουβέντα.

Μπορεί και να κουβεντιάζετε τώρα για τελευταία φορά”, του είπε. “Μπορεί και να μην ξαναϊδωθείτε ποτέ πια. Τι μαλώνετε;”

“Δε μαλώνω”, απολογήθηκε ταπεινά ο γέρος. “Αυτό έλειπε, να μαλώνουμε τέτοια στιγμή που χωριζόμαστε. Έλεγα μόνο το σωστό, αυτό έλεγα. Θα προκόψει, θα πάει μπροστά και θα ξεχάσει”.

Η Λαουρίνα γύρισε και με κοίταξε λυπημένα.

“Μη τον ξεσυνεριζόσαστε”, είπε. “Σας αγαπάει πολύ, να το ξέρετε. Να δήτε πώς μιλάει για σας όταν δεν είσαστε μπροστά. Αγαπάει πιο πολύ εσάς από μένα, την κόρη του”.

¨Μπορεί κι αυτό”, συμφώνησε ο γέρος κοιτάζοντάς την, “δε λέω όχι. Μου αρέσουν οι ιδέες του. Μα εγώ τι είμαι; Ένας αγράμματος άνθρωπος. Αυτός είναι μορφωμένος. Σαν όλους τους μορφωμένους λοιπόν, θα τραβήξει μπροστά και θα ξεχάσει κι εμάς και τούτον εδώ το συφοριασμένο τόπο”.

Η Λαουρίνα στεκότανε παράμερα, κρατώντας το γάιδαρο από το καπίστρι, με τη θλιμμένη της εκείνη καθώς πάντα, την καρτερική θωριά.

“Εσύ τι λες”, τη ρωτάω ξάφνου. “Θα σας ξεχάσω;”

“Όχι”, μου αποκρίθηκε κοκκινίζοντας. “Είμαι βέβαιη πως θα τον θυμόσαστε τον πατέρα μου συχνά”.

“Κι εσένα θα θυμάμαι”, της είπα.

Την ώρα που έμπαινα στο τραίνο, η Λαουρίνα, με μιαν άχνα αντίς φωνή, μου είπε: “Μην αργήσετε να γυρίστε”.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ βάστηξε περισσότερο απ’ όσο το λογάριαζα, έκανα πολύ καιρό να γυρίσω πίσω. Κάμποσα χρόνια αργότερα, εκεί στα 1930, άρρωστος σ’ ένα ορεινό χωριό της Ελβετίας, έλεγα πως δε μου απομένει πια πολύς καιρός να ζήσω, έπιασα λοιπόν κι έγραψα μιαν ιστορία που τη βάφτισα Φονταμάρα. Έφτιαξα με τη φαντασία μου και με τις πικρές μου θύμισες ένα χωριό κι έβαλα τον εαυτό μου να ζει ο ίδιος εκεί μέσα. Η υπόθεση είταν πολύ απλή, είχε και κάτι σελίδες ολότελα άτεχνες, αλλά η νοσταλγία και η αγάπη που τα ζέσταιναν όλα είταν τόσες που, χωρίς να το περιμένω, το βιβλίο μου συγκίνησε πολλούς σε χώρες πολλές.

Δεν είναι εύκολο, στην ώριμη ηλικία σου, να γυρίζεις πίσω σε τόπους που τους γνώρισες παιδί, όταν μάλιστα, όσον καιρό έλειπες, η σκέψη σου δεν τους απαρνήθηκε, παρά συνέχισε να ζει εκεί, πλάθοντας ιστορίες της φαντασίας. Αυτό μπορεί να σου σταθεί περιπέτεια επικίνδυνη. Να γιατί πέρασα μια δύσκολη στιγμή μετά τον πόλεμο, όταν οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο μίλησαν για το γυρισμό μου στην Ιταλία, και χρειάστηκε να δεχτώ στη Ρώμη μια αλλόκοτη επιτροπή από χωρικούς που αντιπροσώπευαν πολιτικές οργανώσεις και τοπικές αρχές. Έρχονταν να μου προτείνουν έναν πανηγυρισμό για την επιστροφή μου στον τόπο που γεννήθηκα. Ξαφνιάστηκα τόσο που δεν μπόρεσα να βρω δυο λόγια να τους πω, μια πρόφαση. Με αναστάτωνε η ιδέα να παρουσιαστώ με πομπές και με παράτες σ’ έναν τόπο φορτωμένο για μένα θύμησες αθεράπευτα θλιβερές. Η επιτροπή έφυγε λοιπόν δυσαρεστημένη και, όπως έμαθα αργότερα, αναρωτιότανε αν για την αγένειά μου έφταιγε η πολιτική μου αδιαλλαξία ή η αρρωστημένη μισανθρωπία μου. Μια φορά στάθηκα τυχερός και πια δεν μου ξανάκαναν τέτοια πρόταση.

Ύστερα μου ήρθε το γράμμα του παπά του Β., με την είδηση για την αρρώστια της Λαουρίνας και για τη μεγάλη φτώχεια της. Το άμοιρο πλάσμα δεν είχε αφήσει να μου ζητήσουν λεφτά, ήθελαν μόνο να μου θυμίσουν πως υπάρχει. Πώς να διστάσω;

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ του σταθμού περίμενα άδικα να ιδώ το λεωφορείο που έναν καιρό έκανε το δρομολόγιο της κοιλάδας ώς το Β. Το είχανε κόψει από πολλά χρόνια τώρα, έμαθα.

“Σταθήτε και περιμένετε εδώ”, μ’ ορμήνεψε ο υπάλληλος του ταχυδρομείου. Θα περάσει καμμιά σούστα η κανένα κάρρο. Στο μεταξύ κουβεντιάζουμε και μια στάλα. Έχετε ξανάρθει σε τούτα εδώ τα μέρη;”

Σε μια γωνιά της πλατείας είτανε μια μεγάλη βρύση, όλο γυναίκες γύρω της. Ζύγωσα δισταχτικά. Η παλαιϊκή τους γλώσσα, το παλαιϊκό τους φέρσιμο, κυλούσαν μέσα μου σαν το μέλι. Οι νέες είχανε τα μαντήλια τους δεμένα στο σβέρκο, οι γριές κάτω από το σαγόνι τους. Όταν μια στάμνα γέμιζε, η μια γυναίκα βόηθαγε την άλλη να τη σηκώνει και να τη στήνει πάνω στο κεφάλι της, στην κουλούρα τη βαλμένη επίτηδες εκεί. Με το βάρος, ακόμα και οι γριές αναγκάζονταν να σηκώνουν ψηλά το σαγόνι τους και να περπατάνε ίσιες, μη χυθεί το νερό. Πιο κει, στον ίσκιο ενός δέντρου, μια μάννα νανούριζε το μωρό της. Η κούνια είτανε σα χαμηλή βαρκούλα και το κούνημά της κυματερό. Σε λίγο ήρθανε στο σταθμό μερικοί χωριάτες με τα καλά τους, φορτωμένοι πελώριες βαλίτσες, και μοιάζανε σαν τίποτα πρόσφυγες, περιπλανώμενοι.

“Πέρασε από δω ο πόλεμος;” ρώτησα τον υπάλληλο του ταχυδρομείου κοιτάζοντας γύρω. “Είναι σαν να μην πέρασε”.

“Άτυχος τόπος. Ακόμα και οι σεισμοί τον περιφρόνησαν, δεν ξέρω αν τ’ ακούσατε αυτό”, είπε κείνος. “Το αποτέλεσμα είναι μήτε ανοικοδόμηση να δούμε, μήτε περίθαλψη, μήτε βοήθεια από το κράτος. Οι Γερμανοί έφτασαν ώς εκεί που βλέπετε, σ’ εκείνο εκεί το γεφύρι. Τι τους κόστιζε να έρθουν ώς εδώ; Να όμως που δεν ήρθαν”.

Μονομιάς, αποφάσισα να ξεκινήσω με τα πόδια. Καλλίτερα έτσι.

“Θα κάνετε κάπου δυο ώρες να φτάσετε”, με ειδοποίησε ο υπάλληλος. “Ξέρετε τι δρόμος είναι; Όλο πέτρα και σκόνη”.

“Θα πάω περικοπά”, του αποκρίθηκα στη ντόπια διάλεκτο.

“Α! είσαστε από τούτα τα μέρη;” φώναξε ξοπίσω μου.

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ, τ’ αμπέλια, μωσαϊκό πρασινοκίτρινο, έκαναν τόπο ξαφνικά σε μια φύση πιο γυμνή. Πάνω στους χλωρούς λόφους, τα σχέδια είτανε ψιλογραμμένα, σαν ψεύτικα: ένα κυπαρίσσι, καμμιά μυγδαλιά, κάποιος σταυρός στημένος για να θυμίζει ένα προσκύνημα αλλοτινό. Όσο προχωρούσα, τα νιάτα μου ανασταίνονταν προσδιορισμένα όχι μόνον από το χρόνο αλλά κι από το χώρο. Αναρωτιόμουνα πώς γίνεται ν’ αλλάζουν τόπο σε μιαν ορισμένη ηλικία άνθρωποι που έζησαν πάντα στο ίδιο μέρος. Πιο εύκολο, πιο απλό, πιο φυσικό, μπορεί και πιο τίμιο, είναι να σηκωθείς να φύγεις σαν είσαι νέος. Αλλά και τις θα πει να φύγεις; Πόσοι και πόσοι που έμειναν εδώ για πάντα, και που είναι θαμμένοι σε τούτο το χώμα, νάζησαν κάνοντας όνειρα για τόπους μακρυνούς, γι’ αλαργινές πολιτείες, εκεί που καημός του μετανάστη είναι πάντα ο γυρισμός. Σάμπως εγώ που μιλάω τώρα, την είχα ποτέ μου ξεχάσει αυτή τη γη, αυτούς εδώ του ανθρώπους; Είχα ποτέ μου φτιάξει κάτι με τη φαντασία μου που να μην έχει την αρχή του και το τέλος του εδώ;

Πήγαινα το δρόμο μου και σύγκαιρα πάσχιζα να συνταιριάξω το ένα με τ’ άλλο τα περασμένα χρόνια, να ματίσω τα κομμάτια της ζωής μου κι αναρωτιόμουν αν η ζωή τούτη έχει κάποιο νόημα. Απάντησα έναν αγροφύλακα με το δίκανο κρεμασμένο στον ώμο του, ένα στεφάνι ιτιάς περασμένο στο μπράτσο του με τσαπέλα κάμποσα ξερά και γδαρμένα βατράχια.

“Έναν καιρό”, του λέω, “είταν στο Β. Ένας άλλος βατραχοπιάστης, που τον λέγανε Λάζαρο. Τον πρόλαβες;”

“Κακόμοιρο ανθρωπάκι!” έκανε ο αγροφύλακας, “πολύ βασανίστηκε στη ζωή του”.

ποιος τον βασάνισε;” ρωτάω. “Εσείς εδώ;”

“Εγώ όχι”, βιάστηκε να με βεβαιώσει.

“Και τι λογής βάσανα είχε;”

“Τι να σου πω, να! Δεν κατάφερνε να τα φέρει βόλτα. Πάμφτωχος σ’ όλη του τη ζωή, δεν είχε μήτε ψωμί να φάει. Έτσι πια, να μη μπορεί να τα φέρει μια στάλα βόλτα!”

“Είχε μια κόρη, που τη λέγανε Λαουρίνα. Παντρεύτηκε; Έκανε οικογένεια;”

“Αν δεν την έχουν τώρα φάει οι μύγες, θα είναι ακόμα ζωντανή”, αποκρίθηκε ο αγροφύλακας γελώντας. “Τέτοια φουκαριάρα ποιος θα την έπαιρνε; Αλλά δε μου λες;, έκανε ξάφνου κοιτάζοντάς με απορημένος, “πού τους ξέρεις εσύ αυτουνούς;”

“Είμασταν φίλοι”, του αποκρίθηκα.

Με κοίταξε σάμπως να του είχα πει το πιο απίστευτο πράμα του κόσμου. “Άλλο κι αυτό”, μουρμούρισε. Στο πρώτο σταυροδρόμι χωριστήκαμε χωρίς να χαιρετιστούμε. Η κοιλάδα εδώ στένευε, η ζέστη δυνάμωνε, πύρωνε σα φούρνος. Ύστερα το μονοπάτι έπιανε να κατηφορίζει, ακολουθώντας ένα ρυάκι, και σε λίγο έφτασα σ’ ένα μέρος όπου το νερό έπεφτε ψηλοκρεμαστό από τη ράχη ενός βράχου, σχημάτιζε μικρή γούρνα, λαγαρή και διάφανη. Παιδί σαν ήμουνα, συνήθιζα να έρχομαι εδώ, να κάθομαι στο ανάχωμα, να βουτάω τα πόδια μου στο παγωμένο νερό και να το θωρώ να τρέχει. Σε λίγο ο όχτος μου φαινότανε να σαλεύει, κι εγώ μαζί.

Εκεί δα, βρίσκω καθισμένη στο χορτάρι μια γριά μ’ ένα καλαθάκι καρύδια δίπλα της. Φαινότανε τόσο αποσταμένη, σωριασμένη, που θάλεγες μια που πνίγηκε και την ξάπλωσαν εκεί να στεγνώσει. Μόλις με είδε ανακάθησε, έσιαξε το φουστάνι της. Μου είπε πως είχε πάει στο παζάρι του Π., να δει μήπως πουλήσει κανένα καρύδι, όμως μάταια. Είταν η τρίτη φορά που πήγαινε.

“Κι αν τα πούλαγες”, της λέω, “ώς πόσα θάπιανες; Θάβγαινε ο κόπος σου;”

“Ο κόπος;” έκανε απορημένη. ‘Φαμελιάρα γυναίκα εγώ, τον κόπο θα κοιτάξω τώρα;”

Είχε λέει παιδί άρρωστο, ο γιατρός είχε διατάξει χάπια και τα χάπια θέλουν λεφτά. Πάσχιζε λοιπόν κι αυτή να πουλήσει ό,τι δυνόταν. Τρεις βδομάδες τώρα πολέμαγε άδικα. Αν στο μεταξύ το παιδί πέθαινε, τι θάλεγε ο κόσμος; Πως φταίει η μάνα του θάλεγε. Η γυναίκα έβηξε, έβαλε τα δυνατά της και σηκώθηκε να συνεχίσει το δρόμο της.

Προχώρησα πλάι της για λίγο, κρατώντας το καλάθι.

“Δεν κάνει να κάθομαι χάμου για πολύ”, είπ. “Αν καθήσω πολλή ώρα, η κούραση θα πάρει τ’ απάνω και πια δε θα μπορώ να ξανασηκωθώ. Θα χάσω και τη λίγη δύναμη που μου απομένει. Ακόμα και τις νύχτες πρέπει να σηκώνομαι δυο και τρεις φορές, να βοηθάω αυτήν που φουρνίζει. Βγάζω έτσι το ψωμί μου και δε μου μένει καιρός ν’ αρρωστήσω”.

Σε λίγο οι δρόμοι μας χώρισαν, αυτή καθότανε στο Ο. Σταθήκαμε μια στιγμή στο σταυροδρόμι.

“Σούτυχε να γνωρίσεις καμμιά φορά ένα γέρο χωριανό του Β.” τη ρώτησα, “έναν Λάζαρο, που τον λέγανε και βατραχοπιάστη;”

“Αν τον γνώρισα λέει! Τι τράβηξε κι αυτός ο έρμος! Τι κοροϊδίες, τι ρεζιλίκια, κατατρεγμούς. Άγιος άνθρωπος ωστόσο, κανένας δε θάχε να του πει το παραμικρό, κανένα ποτέ δεν πείραξε. Μόνο που δεν ήξερε τι θα πει υποταγή, δεν ήξερε να βάζει κάτου το κεφάλι”.

“Γιατί να υποτάζεται κανένας στο άδικο;” έκανα.

Η γυναίκα γύρισε και μ κοίταξε με λύπηση. “Καημένε μου”, έκανε, “είσαι κι εσύ από κείνους; αμ παιδάκι μου, τι φελάει να σηκώνεις κεφάλι, δε μου λες;”

“Και τι φελάει να μη το σηκώνεις;” είπα. “Εσύ τι κέρδισες;”

“Εγώ; Τίποτα. Αφού όμως δε βγαίνει έτσι κι αλλιώς τίποτα, κάλλιο να σκύβεις το κεφάλι σου. Έχεις διάφορο και την ψυχή σου”.

“Είχε μια κόρη ο Λάζαρος”, έκανα. “Λαουρίνα τη λέγανε”.

“Την ήξερες; Πού την ήξερες;” απόρησε. “Πείνα που την τράβηξε στη ζωή του το έρμο”.

ΚΑΙ ΝΑ το Β. Εκεί ψηλά στο λόφο. Ο τόπος γύρω πρόβαλε στα μάτια μου ανάλλαχτος όπως τον θυμόμουν. Μέσα στο μαύρο σωρό τα σπίτια, έβλεπες ακόμα να χάσκουν τα ερείπια του σεισμού που είχε γίνει εδώ και τριάντα χρόνια. Δεν ξέρω γιατί, μπαίνοντας στο χωριό, ένιωσα να με κυριεύει ένας αναπάντεχος φόβος, ένα σφίξιμο στην καρδιά. Χρειάστηκε να σταθώ να πάρω ανάσα, μουρχότανε να γυρίσω πίσω και να φύγω. Αλλά στο χωριό είταν φαίνεται η ώρα που ξεφούρνιζαν το ψωμί, φύσηξε τ’ αεράκι και μούφερε τη ζεστή μυρωδιά του. Αυτό με συγκίνησε, μ’ εγκαρδίωσε. Πού να βρω τώρα τη Λαουρίνα; Σκέφτηκα πως το σωστότερο είταν να ρωτήσω τον παπά, αυτός μου είχε γράψει. Ένας άγνωστός μου γέρος, που έμοιαζε ζητιάνος, πήγαινε μπρος μου σέρνοντας τα πόδια του. Κάθε δέκα βήματα γύριζε κι έφτυνε δεξιά του.

“Παπούλη”, του λέω, “πού είναι το σπίτι του παπά; Εκεί πού είταν κι άλλοτε;”

Στάθηκε και με κοίταξε υποψιασμένα.

“Δώσε μου ένα σπίρτο”, έκανε.

Του έδωσα το σπίρτο.

“Δω’μου κι άλλο”.

Του έδωσα πολλά. Ξάφνου μου γυρίζει την πλάτη και δίχως λέξη φεύγει βιαστικά από ένα παραδρόμι. Τον πρόλαβα στην πόρτα του σκευοφυλάκιου της εκκλησίας.

“Θα είναι τη Εφορίας”, έλεγε του παπά. “Κρύψου γρήγορα”.

Ο παπάς δε με γνώρισε αμέσως, μου είπε μόνο να μπω στο σκευοφυλάκιο. Χαμογελούσε δειλιασμένα, να με κάνει να τον λυπηθώ αν ήμουνα πραγματικά της Εφορίας. Με τα πρώτα όμως λόγια που του είπα μ’ αναγνώρισε, συγκινήθηκε, ενθουσιάστηκε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά, θέλησε να πάει να φωνάξει το δήμαρχο, το χωριό. Είτανε στα χρόνια μου, μαζί πηγαίναμε στο Γυμνάσιο, φαινόταν όμως πολύ πιο γερασμένος.

“Ήρθα τυχαία”, τον πληροφόρησα, “περαστικός είμαι. Θα φύγω απόψε ή αύριο”.

“Στο δρόμο που ερχόσουν”, με ρώτησε, “δε σε γνώρισε κανένας;”

“Εικοσιπέντε χρόνια τα λένε αυτά. Ακόμα και παιδί σαν ήμουν, ερχόμουν εδώ σπάνια. Ποιος να με γνωρίσει;”

“Εικοσιπέντε αιώνες δε λες καλλίτερα; Θα στείλω να φωνάξω το δήμαρχο”.

“Όχι, μη στείλεις”, τον πρόλαβα. “Δε θέλω φέστες, κατάλαβέ με. Και οι λίγοι παλιοί μου γνώριμοι, που θάθελα να τους ξαναδώ, δεν είναι πια στη ζωή”.

“Το χωριό υπόφερε πολύ από τον πόλεμο”, άρχισε ο παπάς. “Συμπάθα με που επιμένω αλλά πρέπει να μιλήσεις με το δήμαρχο. Με τη θέση που έχεις τώρα – μην τ’ αρνιέσαι, τα ξέρω όλα – με τη θέση που έχεις τώρα μπορείς να κάνεις καλό στον τόπο. Σούγραψα πολλές φορές αλλά δεν καταδέχτηκες ποτέ να μ’ απαντήσεις”.

“Έχω έρθει τυχαία σου λέω. Περνούσα από δω κοντά και είπα να σταθώ γα λίγο στο χωριό, αυτό είν’ όλο. Θα μου κάνεις μεγάλη χάρη αν δεν πεις τίποτα σε κανένα. Μιας και βρίσκομαι όμως εδώ, αναθυμάμαι τώρα το τελευταίο σου γράμμα. Τι κάνει η Λαουρίνα; Πού κάθεται;”

“Πέθανε προχτές”, είπε ο παπάς. “Αναπαύτηκε πια το κακόμοιρο”.

Δεν κατάλαβε τη συγκίνησή μου ή έκανε πως δεν την πρόσεξε.

“Τη θάψαμε χτες”, πρόσθεσε. “Πλάι στον πατέρα της”.

“Γιατί δε με ειδοποιούσες πιο πριν;” του έκανα μόλις μπόρεσα να μιλήσω.

“Δεν πάνε πολλές ημέρες που τόμαθα πως γνωριζόσασταν. Πού να το φανταστώ; Έπειτα δεν απαντάς κι εσύ βλογημένε στα γράμματά μου”.

Από τη φωνή του παπά καταλάβαινα πως δε μου το συχωρούσε. Το κατάλαβα και στην περιγραφή που μούκανε αμέσως ύστερα.

“Από τότε που πέθανε ο Λάζαρος, το είχαμε καταλάβρι πως σε λίγο θάφευγε και η θυγατέρα του. Αυτός ήταν το μόνο της στήριγμα βλέπεις. Πώς έζησε μερικά χρόνια ακόμα εκείνη, είναι σωστό θάμα. Δεν απόρησα λοιπόν όταν εδώ και λίγες μέρες με φώναξαν να πάω να τη δω στο κρεββάτι. Τη βρήκα τριγυρισμένην από κάτι γριές της γειτονιάς. Κρεββάτι σου είπα; Λάθος: Στρώμα έπρεπε να πω. Το κρεββάτι της το είχε πουλήσει, και τώρα είταν πεσμένη κατάχαμα, σ’ ένα αχυρόστρωμα. Δεν είμαι άρρωστη, μου είπε, μόνο που δε με βαστάνε τα πόδια μου κι έχω πλαγιάσει να ξαποστάσω. Οι γειτόνοι της πήγαιναν τ’ απομεινάρια του φαγιού τους. Μια από τις γριές μου εξήγησε πως, εσύ, δεν ήθελες ούτε ν’ ακούσεις για γυρισμό. Δεν ήξερα τι να πω και τι να κάνω. Δίκηο είχε ο πατέρας μου, αναστέναξε η Λαουρίνα. Κουραζότανε να μιλάει, μπορεί και να την ήθελε να πει κάτι που είχε στο νου της. Κατάλαβα πως αυτή κι ο πατέρας της είχανε κατέβει μαζί σου στο σταθμό τότε που αναγκάστηκες να φύγεις. Θα προκόψεις και θα ξεχάσεις αυτόν εδώ το βασανισμένο τόπο σου είχε πει ο πατέρας της. Κι εσύ είχες θυμώσει. Δε θα σας ξεχάσω ποτέ, είχες πει. Το άπραγο η Λαουρίνα σε είχε πιστέψει τότε. Εσύ όμως… Αλλά δε γινόταν κι αλλιώς, έτσι είπε το κορίτσι”.

Μου ερχότανε να τον πνίξω τον παπά για τη συμπόνια που έβαζε στη φωνή του, ξαφνικά όμως με κυρίεψε πάλι εκείνος ο φόβος όπως την ώρα που έμπαινα στο χωριό. Κοίταξα γύρω μου για καμμιά καρέκλα. Ένιωθα τα πόδια μου κομμένα. Ο παπάς στο μεταξύ όλο έλεγε.

“Δε γινόταν κι αλλιώς είπε και μια από τις γριές. Όταν ένα κεφάλι παραγεμίσει με γράμματα, δεν έχει πια τόπο για τα παλιά. Έτσι είναι, έτσι είναι είπε κι άλλη γριά…”

Από μια στιγμή και πέρα είχα πάψει πια να καταλαβαίνω τα λόγια του παπά, άκουγα τη φωνή του, όμως δεν έβγαζα νόημα. Εκείνος βρήκε την ευκαιρία που σώπαινα για ν’ αρχίσει να μου εξηγεί τις ανάγκες του τόπου, τις ζημιές από τον πόλεμο, το δίκηο που είχανε πολλοί χωριανοί να θέλουν να πάνε να ζήσουν στην πολιτεία, ας είναι και θυρωροί ή κλητήρες. Τέλος βρήκα τη δύναμη να σηκωθώ, να τραβήξω κατά την πόρτα. Ο παπάς ερχότανε το κατόπι μου, τρίβοντας ευχαριστημένος τα χέρια του. Έξω το στενό είταν έρημο.

“Από κει είναι το δημαρχείο”, έκανε ο παπάς, “ξέχασες;”

Έβαλα τα δυνατά μου και κατάφερα να του αποκριθώ ήρεμα.

“Δε σκοτίστηκα για το δήμαρχό σου. Γυρίζω πίσω στη Ρώμη”.

Μετάφραση: ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, τεύχος 30, Οκτώβριος 1965.
  • Σημείωση: Κρατήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου της εποχής

Dov'è Fontamara - Monti invisibili, escursioni in Appennino

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Ινιάτσιο Σιλόνε, Ιταλός συγγραφέας και πολιτικός

Η εκλογή συντρόφων

Άγγελος Τερζάκης | Ένας από τους εκφραστές του θεωρητικού προβληματισμού και των αναζητήσεων της ανανεωτικής γενιάς του ’30

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή