Ήρθε το τέλος των πολιτικών συγγραφέων;

Η πνευματική νωθρότητα εξαπλώνεται γοργά απορρίπτοντας κουραστικά ή επιθετικά θέματα

by Times Newsroom 1
  • JOHN KEANE

Η ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ σύγχρονη τέχνη της πολιτικής γραφής υπήρξε τέκνο του 18ου αιώνα. Συγγραφείς όπως ο Ντάνιελ Ντεφόε, ο Τζόναθαν Σουίφτ, ο Τζόζεφ Πρίσλεϊ, ο Τομ Πέιν, εξακολουθούν να διαβάζονται και να προκαλούν το ενδιαφέρον σήμερα επειδή στην εποχή τους απομακρύνθηκαν από την παραδοσιακή εικόνα του πολιτικού συγγραφέα ως υπηρέτη της πολιτικής εξουσίας. Θεώρησαν, αντίθετα, ότι το καθήκον τους ήταν να τρυπήσουν με τον κάλαμό τους τόσο την κυβέρνηση της χώρας τους όσο και τα κυρίαρχα στην κοινή γνώμη δόγματα. “Είμαι ένας γεωργός σκέψεων”, έγραψε ο Τομ Πέιν, “και όλη τη σοδειά μου τη μοιράζω”. Η μεταφορά αυτή είναι χαρακτηριστική και συνεπάγεται ότι ο υψηλότερος στόχος του συγγραφέα πολιτικών βιβλίων, φυλλαδίων και άρθρων είναι να προειδοποιεί και να υπερασπίζεται τον πολίτη από την αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας. Συχνά με προσωπικό κόστος.

Ορισμένοι συγγραφείς σήμερα επιμένουν ότι η παλιά αυτή εικόνα του πολιτικού συγγραφέα είναι νεκρή, ή τουλάχιστον ετοιμοθάνατη. Το αναγνωστικό κοινό έχει γίνει φάντασμα και η πολιτική γραφή πάσχει πλέον από την αρρώστια της δημοσιογραφικής επιπολαιότητας. Πού είναι οι σύγχρονες εκδοχές του Σουίφτ, του Τζον Στούαρτ Μιλ και του Τζορτζ Όργουελ; ρωτούν, απαντώντας αμέσως ότι δεν υπάρχουν, γιατί η ζωή μάς γεμίζει όλο και περισσότερο με αυτά που ο Τζορτζ Στάινερ, στο βιβλίο του “No Passion Spent” (“Καμία δαπάνη πάθους”), αποκαλεί “θορυβώδεις ασημαντότητες”.

Η πνευματική νωθρότητα εξαπλώνεται γοργά, όπως και η τάση να παραμερίζονται όλα όσα κρίνονται κουραστικά, βαρετά ή πολύ επιθετικά. “Η γραπτή λέξη που ήταν ο πυρήνας του εκπαιδευτικού συστήματος από τον πέμπτο αιώνα π.Χ., αντικαθίσταται τώρα με ηλεκτκρονικά μεταδιδόμενους ήχους και εικόνες”, λέει ο Γκορ Βιντάλ στο βιβλίο του “USA: Essays 1952-1992”.

Ο Ρίτσαρντ Χόγκαρτ, στο βιβλίο του “The way we live now” (“Ο τρόπος που ζούμε τώρα”) το οποίο είχε προταθεί για το Βραβείο Όργουελ 1995, συμφωνεί. Γράφει ότι ο ρελατιβισμός (σχετικισμός), ανεπιθύμητο παιδί της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του καπιταλισμού της μαζικής αγοράς, “συνεπάγεται την ισοπέδωση, την πίστη ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι πάντες είναι ισάξιοι και όλες οι απόψεις έχουν το ίδιο βάρος”.

Ο Χόγκαρτ καταγγέλλει τη διανοητική ρηχότηταα και όσους την καταναλώνουν, ο Στάινερ προειδοποιεί για τον ερχομό του “μεγάλου κενού” και ο Χάρολντ Μπλουμ, στον “Δυτικό Κανόνα”, προφητεύει τον πνιγμό της πολιτικής γραφής μέσα σε ωκεανούς οπτικοακουστικής αγραμματοσύνης.

Αυτό το νέο κύμα πολιτικής γραφής –που προβλέπει το τέλος της πολιτικής γραφής– μπορεί να κατηγορηθεί για ελιτίστικη νοσταλγία ενός μυθικού χρυσού παρελθόντος. Όπως έκανε και η ομόλογή της του 18ου αιώνα, υπογραμμίζει σωστά τους κινδύνους που προέρχονται από τη χυδαία εμπορευματοποίηση και την υποβάθμιση της πολιτικής συνειδητότητας. Όμως οι εξηγήσεις που δίνει για τους λόγους που η πολιτική γραφή κινδυνεύει δεν είναι πειστικές. Δεν γίνεται αναφορά στη νέα γενιά συγγραφέων-γεωργών, που οργώνουν μέσα στα χωράφια της σύγχυσης που γέννησε η κατάρρευση της παλιάς διαίρεσης αριστεράς-δεξιάς. Ούτε γίνεται καμιά μνεία για τη “μετανάστευση” της πολιτικής σκέψης στη μυθοπλαστική λογοτεχνία, με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.

Ο ισχυρισμός των απαισιόδοξων ότι η αγάπη για το βιβλίο φθίνει είναι επίσης υπερβολικός. Ο πολίτης που διαβάζει, λένε, περιβάλλεται σήμερα από τόσο θόρυβο και τόσο ετερόκλητα σήματα, που οι αναγνώστες έχουν καταντήσει να μοιάζουν με ηλίθιους που ξεφυλλίζουν γυαλιστερά περιοδικά και φτηνά ρομάντζα με την τηλεόραση ανοιχτή και το στέρεο στη διαπασών.

Στην πραγματικότητα, η κουλτούρα του πολιτικού στοχασμού μέσα από την ανάγνωση βιβλίων δεν πεθαίνει πουθενά. Τα προγράμματα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης εξακολουθούν όπως πάντα να τροφοδοτούνται από ιδέες συγγραφέων και των βιβλίων τους. Επιπλέον, η εκπληκτική επιτυχία συγγραφέων, λίγο παλιότερα, όπως ο Ουμπέρτο Έκο, ο Όλιβερ Σακς ή ο Στίβεν Χόκινγκ δείχνουν ότι υπάρχει μια ρωμαλέα –πολιτική– λαχτάρα σε μεγάλο αριθμό αναγνωστών να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο σε ό,τι διαβάζουν και να δουν τον κόσμο μέσα από την πολυπλοκότητα που μόνο στα βιβλία βρίσκει κανείς.

Ωστόσο, ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο δεν παρακμάζει η τέχνη του πολιτικού συγγραφέα είναι το απλό γεγονός ότι οι αξιόπιστοι πολιτικοί είναι τόσοι πολλοί όσοι και ο τίμιοι διαρρήκτες. Η θέση που αναπτύχθηκε τον 18ο αιώνα, ότι η διαφθορά, η χαμέρπεια και η αόρατη εξουσία είναι συνήθως καλύτερα οργανωμένες από την ελευθερία των πολιτών, παραμένει αληθινή και, για όσο καιρό αυτό ισχύει, η τέχνη τού να ταράζονται τα νερά με την πολιτική γραφίδα, θα αντέχει και θα ακμάζει.

The Observer

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή