Ισαάκ Μπάμπελ, Ο μετρ της σιωπής

Στις 27 Ιανουαρίου 1940 με διαταγή του Στάλιν εκτελείται στις φυλακές Λιουμπιάνκα. Βασανίστηκε για να «ομολογήσει» πως ήταν «εχθρός του λαού» και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες.

by Times Newsroom 1

ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ, στα εγκαίνια της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων το 1934, ο Ισαάκ Μπάμπελ ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να γίνει μετρ του είδους της σιωπής. Με αυτή την ειρωνική δήλωση ο άνθρωπος που είχε ανακηρυχθεί ο πρώτος αυθεντικά σοβιετικός συγγραφέας έδειξε ότι υπήρξε και ο πρώτος ο οποίος κατάλαβε ότι είναι καλύτερο να σιωπάς παρά να βλέπεις το έργο σου να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από μια ιδεολογία όλο και περισσότερο αδιάλλακτη.

Η Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων ιδρύθηκε από τον Στάλιν με αποστολή να ελέγχει –πράγμα το οποίο και έκανε ώς την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991– κάθε λογοτεχνική δραστηριότητα στη χώρα προωθώντας το μοναδικό είδος που ήταν αποδεκτό από το καθεστώς: τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Έτσι γεννήθηκε η πληκτική σοβιετική λογοτεχνία η οποία επιφορτίστηκε με το έργο να υμνεί ασταμάτητα τα κατορθώματα του σταλινικού καθεστώτος ασχολούμενη ελάχιστα με τη συνέχιση της πλούσιας ρωσικής λογοτεχνικής παράδοσης.

Με αυτή την κολεκτιβοποίηση των συγγραφέων δόθηκε τέλος στη γόνιμη και δημιουργική περίοδο της δεκαετίας του ’20 που είχε γεννηθεί με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η κατάλυση του παλαιού καθεστώτος και οι προσδοκίες των επαναστατών για την ίδρυση μιας νέας κοινωνικής τάξης σε συνδυασμό με τη βία ορισμένων ιστορικών γεγονότων (έφοδος των Μπολσεβίκων στο Χειμερινό Ανάκτορο, εμφύλιος πόλεμος…) είχαν προκαλέσει τη γρήγορη αντίδραση των διανοουμένων.

Στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, εμφανίστηκαν πολυάριθμα έργα που εξερευνούσαν τις συνέπειες των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και ανέλυαν τις αντιφάσεις που υπήρχαν σ’ όλη την επαναστατική διαδικασία. Από τη μια πλευρά οι διανοούμενοι έλκονταν από την αίσθηση ελευθερίας και τη δυνατότητα έκφρασης που τους έδινε η νέα τάξη, από την άλλη πολλοί άρχιζαν ήδη να προβληματίζονται για την αυθαιρεσία με την οποία λειτουργούσε το καθεστώς. Οι συγγραφείς οι οποίοι, παρότι αποδέχονταν την Οκτωβριανή Επανάσταση τοποθετούσαν τη δημιουργική ελευθερία τους υπεράνω κάθε πολιτικού δόγματος, ονομάστηκαν από τον Τρότσκι “Σύντροφοι του ταξιδιού”. Ο Μπάμπελ ήταν ο πιο διακεκριμένος, όμως ανάμεσά τους υπήρξαν και άλλοι σημαντικοί λογοτέχνες, όπως ο Μπορίς Πίλνιακ, ο Γιούρι Ολέσα ή ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν, του οποίου το προφητικό αντιουτοπικό μυθιστόρημα “Εμείς” (1921) ήταν απαγορευμένο στην ΕΣΣΔ ώς το 1989.

Ο Μπάμπελ καθιερώθηκε ως συγγραφέας στα έντονα χρόνια που ακολούθησαν την επανάσταση χάρη στις συλλογές διηγημάτων του “Κόκκινο ιππικό”, “Ιστορίες από την Οδησσό” και άλλα αφηγηματικά του έργα. Πολλά από αυτά είναι αυτοβιογραφικά και βοηθούν στη συμπλήρωση των λίγων πληροφοριών που έχουμε για τη ζωή του.

Ο Ισαάκ Μπάμπελ και ο Σεργκέι Αϊζεντσάιν το 1936

Γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου 1894 στη θορυβώδη και κοσμοπολίτικη Οδησσό, στους κόλπους μιας εβραϊκής οικογένειας της μεσαίας τάξης. Οι γονείς του έδωσαν μεγάλη σημασία στη μόρφωσή του και τα απογεύματα, όταν γύριζε από το σχολείο, έπαιρνε ιδιαίτερα μαθήματα μουσικής, εβραϊκών και θρησκευτικών. Το σύστημα του “numerus clausus” (του περιορισμένου αριθμού μαθητών) δεν επέτρεπε σε περισσότερα από το 5% των εβραιόπουλων να συνεχίσουν στο γυμνάσιο και ο Μπάμπελ χρειάστηκε να μελετήσει πολύ σκληρά για να περάσει τις εξετάσεις. Στο διήγημα “Το ξύπνημα” αφηγείται πώς άρχισε να απολαμβάνει την παιδική του ηλικία όταν στα 14 του το έσκασε από τη “φάμπρικα των βιολιστών – θαυμάτων” του κυρίου Ζαγκούρσκι, όπου τον είχαν στείλει οι γονείς του μη θέλοντας να αποδεχθούν ότι το παιδί τους δεν διέθετε κανένα μουσικό ταλέντο, και άρχισε να κάνει βόλτες στο λιμάνι της Οδησσού. Ο νεαρός Ισαάκ συνειδητοποίησε τότε ότι ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό να κολυμπάει ή να σκαρφαλώνει στα δέντρα από το να περνά τη μέρα του μέσα στα βιβλία.

Η Οδησσός μεταμορφώθηκε με τον τρόπο αυτό σε δασκάλα του. Την παραθαλάσσια αυτή πόλη, γεμάτη χρώμα και ζωή, την έλεγαν την εποχή εκείνη “Μασσαλία της Ρωσίας”. Η αδιάκοπη εμπορική της δραστηριότητα, το λιμάνι όπου κατέφθαναν πλοία από όλα τα σημεία του κόσμου, ο ετερογενής και πολύγλωσσος πληθυσμός της, οι ασυνήθιστες και εκκεντρικές φυσιογνωμίες της, της έδιναν μια ξεχωριστή γεύση, μοναδική στη Ρωσία, η οποία άφησε τα ίχνη της στο έργο του συγγραφέα. Η Οδησσός είχε επίσης την ιδιαιτερότητα της έντονης εβραϊκής παρουσίας –οι Εβραίοι αποτελούσαν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της– με αποτέλεσμα να ανθίσει εκεί ένας πλούσιος πολιτισμός, πολύ διαφορετικός από εκείνον των γκέτο, ο οποίος εκφράστηκε στα εβραϊκά, στα γίντις και στα ρωσικά και του οποίου ο Μπάμπελ υπήρξε άμεσος κληρονόμος. Ωστόσο, ο συγγραφέας έγραψε τα πρώτα του έργα στα γαλλικά, γλώσσα την οποία έμαθε στο σχολείο. Μεγάλος θαυμαστής του Φλομπέρ και του Μοπασάν, προσπάθησε να τους μιμηθεί στη δική τους γλώσσα. Σύντομα όμως αντιλήφθηκε ότι από τις περιγραφές του έλειπε η ζωντάνια και αποφάσισε να συνεχίσει στα ρωσικά.

Το 1915 ο Μπάμπελ εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έζησε παράνομα καθώς δεν είχε αδεια παραμονής. Εκεί γνώρισε τον Μαξίμ Γκόρκι, ο οποίος δημοσίευσε τα πρώτα διηγήματα του νεαρού συγγραφέα στο περιοδικό “Λιέτοπις”. Ο Γκόρκι ανέλαβε το έργο του δασκάλου και προστάτη του Μπάμπελ σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Με προτροπή του βετεράνου συγγραφέα, ο Μπάμπελ ταξίδεψε επί πολλά χρόνια στη χώρα για να την γνωρίσει σε βάθος.

Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση πρόσφερε σε αυτήν τις υπηρεσίες του αναλαμβάνοντας διάφορα καθήκοντα: στην Επιτροπή Εκπαίδευσης, στη μυστική αστυνομία ως μεταφραστής και, από το 1919, στον Κόκκινο Στρατό. Η περίοδος αυτή περιγράφεται στο “Κόκκινο Ιππικό” (1926). Πρόκειται για μια συλλογή 35 διηγημάτων που περιστρέφονται γύρω από τη Μεραρχία Κοζάκων της Πρώτης Στρατιάς του Σοβιετικού Ιππικού στο πολωνικό μέτωπο κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του 1920. Ο Μπάμπελ πήγε στο μέτωπο ως πολεμικός ανταποκριτής και προπαγανδιστής και τα διηγήματα βασίζονται σε σημειώσεις από το προσωπικό του ημερολόγιο. Επικεντρώνονται στη ζωή των Κοζάκων στην οπισθοφυλακή του μετώπου και στο καταστρεπτικό αποτέλεσμα που είχε το πέρασμά τους από εκείνη την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης. Η δύναμη με την οποία ο Μπάμπελ περιγράφει τη βιαιότητα των λεηλασιών είναι εντυπωσιακή, αλλά ακόμη εντυπωσιακότερη είναι η έλλειψη ξεκάθαρης καταδίκης για τρομερές πράξεις σκληρότητας. Ο Μπάμπελ, εβραίος διανοούμενος ανάμεσα στους Κοζάκους, το πλέον αντισημητικό στοιχείο της ρωσικής κοινωνίας, περιγράφει ψυχρά τις συνεχείς προσβολές και κακοποιήσεις του ανυπεράσπιστου πληθυσμού των γκέτο της Ουκρανίας και της Πολωνίας.

Ο συγγραφέας βρίσκεται μπροστά σε ένα καίριο δίλημμα: από τη μια πλευρά θέλει να υπηρετήσει την επανάσταση και να ενσωματωθεί σε μια νέα κοινωνία, θεωρητικά εξισωτική και απαλλαγμένη από ρατσιστικές διακρίσεις (ώς το 1917 οι Εβραίοι θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας και πολλά διακαιώματά τους είχαν περιοριστεί), από την άλλη όμως δεν μπορεί να δεχθεί τα μέσα με τα οποία οι επαναστάτες θέλουν να επιτύχουν τον στόχο τους. Το ουδέτερο, σχεδόν κοινότοπο ύφος με το οποίο περιγράφει την κτηνωδία των Κοζάκων δεν αποτελεί δείγμα αδιαφορίας αλλά ένα μηχανισμό για να εκθέσει αυτή την κτηνωδία με τον ωμότερο τρόπο, χωρίς να την χρωματίσει με καμιά ηθική αξιολόγηση. Ωστόσο η λεπτή ειρωνεία του αποκαλύπτει τη συμπάθειά του για τα θύματα αυτής της βιαιότητας, μια συμπάθεια η οποία μεγαλώνει όσο προχωρούν τα διηγήματα. Το “Κόκκινο Ιππικό” έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό, προκάλεσε όμως αρκετές ενοχλήσεις στους κόλπους του Στρατού και του Κομμουνιστικού κόμματος. Ο στρατηγός Μπουντιένι, επικεφαλής του Ιππικού, κατηγόρησε τον Μπάμπελ ότι δυσφημεί τους άνδρες του και επέκρινε τη δουλειά του ως προπαγανδιστή. Όμως ο συγγραφέας, έχοντας πάντοτε την υποστήριξη του Γκόρκι, ο οποίος είχε πολύ καλές σχέσεις με τη σοβιετική ελίτ, δεν αντιμετώπισε προβλήματα.

Την ίδια περίοδο ο Μπάμπελ δούλευε τις “Ιστορίες από την Οδησσό” οι οποίες εκδόθηκαν αμέσως μετά, το 1927. Τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής (“Ο βασιλιάς”, “Πώς ήταν στην Οδησσό”, “Ο πατέρας” και “Λιούμπκα ο Κοζάκος”) περιστρέφονται γύρω από τη ζωή στη Μολδοβάνκα, την κακόφημη συνοικία των κακοποιών και των εβραίων γκάνγκστερ της Οδησσού. Ο Μπάμπελ είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο στη συνοικία αυτή και περπάτησε πολλούς μήνες στους δρόμους της για να παρατηρήσει τις γραφικές φυσιογνωμίες της. Είχε γοητευθεί από την εύθυμη και ξένοιαστη ζωή της και οι ιστορίες του αποτελούν έναν ύμνο σε αυτόν τον κόσμο με τους έξυπνους απατεώνες, τους καλόκαρδους ληστές και τους σοφούς μεθύστακες. Θαύμαζε αυτούς τους κωμικούς τύπους και, παρότι μερικές φορές γελούσε μαζί τους, τους σεβόταν για την ικανότητα επιβίωσής τους. Ο ληστής της Μολδοβάνκα αντιπροσώπευε γι’ αυτόν την προσωποποίηση του νεοεβραίου, ο οποίος ξέρει να συνδυάζει την πονηριά με τη δύναμη και τη βία. Οι Ρωσοεβραίοι στη μεγάλη πλειονότητά τους ήταν κλεισμένοι σε γκέτο, αφιερώνονταν σε κάποια τέχνη, στο εμπόριο ή στη μελέτη της Βίβλου και του Ταλμούδ και ήταν εν γένει ειρηνικοί, σωματικά ασθενικοί και ευάλωτοι σε κάθε είδους επιθέσεις. Ο Μπάμπελ λυπόταν βλέποντας τις συνθήκες ζωής αυτών των φτωχών ανθρώπων, πίστευε όμως πως για το καλό τους έπρεπε να ρίξουν τα τείχη του γκέτο και να προσαρμοστούν στη σύγχρονη κοινωνία.

Ο Μπάμπελ πρόσεχε πάρα πολύ τη λεπτομέρεια στα έργα του και έκανε πολλά προσχέδια προτού τα δώσει στη δημοσιότητα. Ο φίλος του συγγραφέας Κονσταντίν Παουστόφσκι θυμάται ότι είχε δει γύρω στις 22 διαφορετικές εκδοχές του “Λιούμπκα ο Κοζάκος” και ότι ο Μπάμπελ εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιημένος από την τελική μορφή του διηγήματος. Είναι εύλογο ότι από τη δεκαετία του ’30 ένας συγγραφέας τόσο απαιτητικός από τον εαυτό του προτίμησε να σωπάσει παρά να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του για να γράψει σταλινική προπαγάνδα. Ο Μπάμπελ θα μπορούσε να είχε μεταναστεύσει. Η μητέρα του και η αδελφή του εγκαταστάθηκαν στις Βρυξέλλες και η σύζυγός του στο Παρίσι, όπου και έφερε στον κόσμο μια κόρη του συγγραφέα. Ο ίδιος, ωστόσο, αποφάσισε να μην εγκαταλείψει την πατρίδα του, με την οποία ένιωθε πολύ δεμένος. Για να επιζήσει έκανε μεταφράσεις και διασκευές για το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Συνέχισε επίσης να γράφει, παρότι ήξερε ότι δεν θα δημοσίευε ποτέ. Δεν ήταν ο μόνος που έγραφε “για το συρτάρι”: ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ ολοκλήρωσε το κύριο έργο του”Ο δάσκαλος και η Μαργαρίτα” το 1939 χωρίς ούτε καν να προσπαθήσει να το δημοσιεύσει.

Ο Μπάμπελ δεν είχε φανταστεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου ταξιδιού του στο Παρίσι το 1935 ότι η κατάσταση στην ΕΣΣΔ θα χειροτέρευε τόσο δραματικά. Το 1937 άρχισαν οι διωγμοί των διανοουμένων από τον Στάλιν και το 1939 ο Μπάμπελ συνελήφθη την ώρα που εργαζόταν και τα χειρόγραφά του κατασχέθηκαν. Το μόνο που είπε ήταν: “Δεν με αφήσατε να τελειώσω”. Δεν ξέρουμε με βεβαιότητα πώς πέθανε, αλλά, σύμφωνα με τον συγγραφέα Βιτάλι Τσενταλίνσκι, ο οποίος ερεύνησε τα αρχεία της KGB, εκτελέστηκε το 1940. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, το 1953, η περίπτωση του Μπάμπελ επανεξετάστηκε και ο συγγραφέας απαλλάχθηκε από κάθε ενοχή. Παρά την αποκατάστασή του, εξακολούθησε για πολλά χρόνια να θεωρείται επικίνδυνος και μόνο σήμερα, καθώς συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του στη Ρωσία αρχίζουν να επανεκδίδονται τα έργα του.

  • Πρώτη δημοσίευση: Το Βήμα, 18 Σεπεμβρίου 1994

______________________________

ΥΓ. Το 1939 ο Μπάμπελ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως κατάσκοπος της Αυστρίας και της Γαλλίας και στις 27 Ιανουαρίου 1940 με διαταγή του Στάλιν εκτελείται στις φυλακές Λιουμπιάνκα. Βασανίστηκε για να «ομολογήσει» πως ήταν «εχθρός του λαού» και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Η άδικη εκτέλεσή του παραμένει επτασφράγιστο μυστικό ως και οκτώ χρόνια αργότερα, το 1948, που κυκλοφορούν φήμες ότι θα αποφυλακισθεί. Το δε 1954 αθωώνεται και επίσημα και δικαιώνεται από τη Σοβιετική Ενωση, με το πιστοποιητικό θανάτου του να γράφει ότι πέθανε από «ανεξακρίβωτες αιτίες».

ΕΠΙΣΗΣ ΔΙΑΒΑΣΤΕ: 

 Ο μαρτυρικός θάνατος του Ισαάκ Μπάμπελ

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή