John Krasinski : “Ένα ήσυχο μέρος” // Κριτική κινηματογράφου

by Γιάννης Φραγκούλης

Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

  • ΕΝΑ ΗΣΥΧΟ ΜΕΡΟΣ
  • A QUIET PLACE
  • Στις 5/4/2018 στις κινηματογραφικές αίθουσες.

ΣΥΝΟΨΗ

Μία οικογένεια έχει διαλέξει να ζει μέσα στη σιωπή. Η κόρη τους είναι κουφή και μιλούν με τη νοηματική γλώσσα. Ο ήχος είναι, για αυτούς, κάτι το απόκοσμο, μία απειλή. Μία απειλή, ένα χρόνο μετά, θα βιώσει όλη η οικογένεια, σε μία τρόμου που δεν έχει πολλά κοινά σημεία με άλλες ταινίες που απλά θέλουν να εξιτάρουν τα νεύρα μας, χωρίς να δημιουργήσουν μία διαφορετική αίσθηση του κόσμου.

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Η ταινία του John Krasinski, «Ένα ήσυχο μέρος» («A quiet place») εξιτάρει τα νεύρα σου. Έχει σχεδιαστεί για να σε κάνει να συμμετάσχεις ενεργά σε ένα εντατικό παιχνίδι, όχι σαν ένας παθητικός παρατηρητής σε ένα θρίλερ που ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Οι περισσότερες από τις μεγάλες ταινίες τρόμου μας κάνουν ενεργούς συμμετέχοντες, στο παιχνίδι όπου παίζεται η τύχη των χαρακτήρων τους και στην κινηματογραφική εμπειρία που έχει δημιουργηθεί πιο πριν για εμάς. Είναι ένα σκληρό θρίλερ, το είδος των ταινιών που παίζουν με το έντονο καρδιοχτύπι μας, κάτι που απαιτούν από το κοινό, το οποίο δεν το αντιμετωπίζουν ως ηλίθιο. Με άλλα λόγια, έτσι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μία καλή ταινία τρόμου.

Βλέποντας το σενάριο, των Bryan Wood και Scott Beck, καταλαβαίνουμε ότι ο Krasinski δε χάνει το χρόνο του. Βλέπουμε μία οικογένεια, στην οποία ο σκηνοθέτης παίζει τον πατέρα και η πραγματική γυναίκα του, η Emily Blunt, τη μητέρα, ενώ οι Noah Jupe, Millicent Simmonds και Cade Woodward τα τρία παιδιά. Το μεγαλύτερο παιδί, το κορίτσι, είναι κουφό, όπως και είναι στην πραγματικότητα αυτή η αξιόλογη ηθοποιός. Μία κάρτα, στην ταινία, μας λέει «Ημέρα 89», θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι είμαστε σε έναν κόσμο μετά την Αποκάλυψη.

Η οικογένεια, με αργούς ρυθμούς, κινείται γύρω από ένα μαγαζί, σε αυτή τη μικρή πόλη, κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να έχουν τα απαραίτητα για το μεγαλύτερο αγόρι. Επικοινωνούν με τη νοηματική γλώσσα και προσέχουν πολύ να μην κάνουν θόρυβο. Το μικρότερο αγόρι σχηματίζει μία εικόνα ενός βράχου, κάτι που θα τους αναστατώσει. Πολύ γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι ο ήχος, σε αυτό τον κόσμο, είναι επικίνδυνος. Και ο κίνδυνος ταυτοποιείται στη σεκάνς όπου το νεότερο παιδί βρίσκει ένα παιχνίδι που κάνει θόρυβο και τα πράγματα δε θα πάνε καλά. Το όλο θέμα αναπτύσσεται ένα χρόνο αργότερα, όταν η οικογένεια συνεχίζει τη ζωή της και η μητέρα είναι 38 εβδομάδων έγκυος. Ετοιμαζόμενοι για την άφιξη του νεογέννητου, σε έναν κόσμο χωρίς ήχο, αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ο πατέρας ασχολείται με την έρευνα, σε άρθρα και εφημερίδες, για να μπορέσει να σταματήσει τη ζωή αυτού που σκοτώνει με τον πιο ελαφρύ ήχο.

Αυτό που είναι πιο ισχυρό από την ίδια τη ζωή ήταν ένα κομμάτι των μεγάλων έργων, όπως το «Aliel» και το «Jurassic Park», ο Krasinski το ξέρει αυτό πολύ καλά. Με απίστευτη εξυπνάδα οδηγεί το θεατή σε αυτό το παιχνίδι. Όλα είναι κανονισμένα, αλλά, συγχρόνως, δεν είναι έτσι, δημιουργείται έτσι αυτό που ονομάζουμε προσδοκία του κοινού. Μας δείχνει μία εικόνα ενός κυνηγετικού όπλου ή ένα νύχι που έχει κομματιαστεί και καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι ο ήχος μόλις έχει παραχθεί. Όμως δεν το παρακάνει. Δεν υπάρχουν σκηνές με ριπές του αέρα ή με σπασμένα γυαλιά. Έχουμε μία ιστορία όπου πράγματα υπονοούνται, μικρές αφηγήσεις δημιουργούν ένταση, οι διάλογοι παρασύρουν το θεατή σε αυτό τον κόσμο, με μία απρόσμενη και απίστευτη απόλαυση.

Τον Krasinski βοηθά και η θέληση να υπάρχει η οικονομία της αφήγησης, κάτι που δεν υπήρχε σε άλλες ταινίες. Έχουμε μία ταινία που δεν είναι ανόητη, μας μαθαίνει αυτά που θέλει να πει, κάτι που είναι το καλύτερο χαρακτηριστικό των θρίλερ. Φαίνεται ότι κάθε πλάνο έχει γίνει με απίστευτη προσοχή στην ταινία, όπως ένας ωρολογιακός μηχανισμός σε μία βόμβα, υπάρχει αυτή η απίστευτη ισορροπία του τρόμου με τις σκηνές όπου θεμελιώνεται το συναίσθημα και ο κόσμος αυτών των χαρακτήρων. Ακόμη, παρατηρούμε την καταπληκτική αίσθηση του χώρου, όλα γίνονται σε ένα αγρόκτημα που, έτσι όπως κινηματογραφείται, νομίζουμε ότι το ξέρουμε καλά. Η οπτική γραφή είναι ένα από τα όμορφα χαρακτηριστικά της, περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορούμε να φωνάξουμε, να προειδοποιήσουμε τους ανθρώπους ή, στην περίπτωση της κουφής κόρης, να ακούσουμε αυτό που έρχεται.

Με αυτή την έννοια, χωρίς να έχει καταστραφεί κάτι, υπάρχει ένα ισχυρό μήνυμα σε αυτή την ταινία. Μιλά περισσότερο για την ενδυνάμωση παρά για τη στέγαση και, για αυτό, το συναίσθημα φουντώνει, ειδικά στην τελευταία σκηνή. Είναι μεγάλη υπόθεση ότι ο Krasinski κυριαρχεί εντελώς στο χώρο. Έχει μία από τις καλύτερες σκηνές κλεισίματος, σε θρίλερ, εδώ και πολλά χρόνια.

Σχεδόν δεν έχουμε διαλόγους. Η ταινία «A quiet place» αναπτύσσει υπέροχα την οπτική γραφή, χρησιμοποιεί όμως τα κρεσέντο της μουσικής του Marco Beltrami για να αναπτύξει ακόμη περισσότερο το στοιχείο του φόβου. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο ήχος και είναι δύσκολο να φανταστούμε την απουσία του. Χρησιμοποιούμε τον ήχο για να εκφραστούμε, είναι ένα μέρος της ύπαρξής μας. Αυτή η ταινία βομβαρδίζει αυτή την πεποίθηση, σε τέτοιο βαθμό που μας κάνει να αμφιβάλουμε για την ένταση και την εκφραστική δύναμη ταινιών όπως το «Alien», μας χαρίζει ένα νέο πεδίο έκφρασης.

Πολλές ταινίες τρόμου έχουν να κάνουν με την επιβίωση των ανθρώπων, κάτι που έρχεται από τις ανασφάλειες είτε των δημιουργών τους είτε από αυτές που κυριαρχούν στον κόσμο είτε από τους φόβους που εδράζονται στη νύχτα, στην έλλειψη του φωτός, η οποία ισοδυναμεί με το θάνατο. Για αυτό το λόγο το κύριο στοιχείο είναι η ενδυνάμωση, η απομόνωση αυτού που θεωρείται ως αδύναμο. Η ταινία «A quiet place» ταράζει τα νεύρα μας, αλλά με τέτοιο τρόπο που δημιουργεί μία άλλη αίσθηση του κόσμου. Δεν μπαίνουμε σε ένα ακόμα κόσμο τρόμου, εισερχόμαστε σε μία άλλη και διαφορετική αίσθηση που μας χαρίζει αυτή η πολύ όμορφη ταινία τρόμου.

Περισσότερες πληροφορίες για τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά: διαβάστε εδώ.

The following two tabs change content below.
Γιάννης Φραγκούλης
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή