«Και κύλησαν … κομμένα τα κεφάλια τους»

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Γιώργη Παυλόπουλου: «Το Σακί». Ποιήματα. Κέδρος 1980. Σελ. 56.

«Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταξε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί 
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους»

Γιώργη Παυλόπουλου: «Το Σακί» Σελ. 16-17.

Είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου, «Το Σακί», που περιλαμβάνει ποιήματα της τελευταίας δεκαετίας, προφανώς, με την οποία ολοκληρώνει την εικόνα που έχει δημιουργήσει ως ποιητής, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, και παράλληλα ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σημαντική, ούτως ή άλλως, παρουσία του στο χώρο της ποίησης.

Ο ποιητής έχει καταλάβει ήδη, με σεμνότητα και εντιμότητα, τη θέση που του ανήκει στον ποιητικό Παρνασσό, για να θυμηθούμε κάποιες παλιότερες εκφράσεις. Λέω με σεμνότητα, λόγω του σεμνού χαρακτήρα του και την αποφυγή κραυγών και υστερισμών κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών και καταγγελιών που ενέχουν κάποια ποιήματα και εντιμότητα, γιατί η ποίησή του δεν έχει τίποτα το ψεύτικο ή το προσποιητό, είναι αληθινή.

«Το Σακί», σε πρώτη ανάγνωση, μοιάζει με μια οφειλή προς παιδικούς και εφηβικούς φίλους, νεκρούς ή ζωντανούς, αδιάφορο, είναι όλοι μαζί και δύσκολα τους ξεχωρίζεις, οι περισσότεροι πάντως βρίσκονται μακριά, ό,τι και να σημαίνει αυτό το «μακριά», κι ακόμη προς τους ομότεχνους, τους νεκρούς και τα θύματα της Εθνικής Αντίστασης και των χρόνων που την ακολούθησαν, και σαν ένα μνημόσυνο, όχι σαν αυτά του Σινόπουλου, αλλά σαν να τους απευθύνει το λόγο ο ποιητής, να τους καλεί να κουβεντιάσουν και πάλι, όπως παλιά, αλλά συνάμα και σαν μία βασανιστική ενατένιση και βίωση συνεχή της μεταπολεμικής μας ιστορίας και των προεκτάσεών της στο χώρο και το χρόνο.

Γι’ αυτό και η μνήμη παρίσταται αδιάλειπτα, άγρυπνος φρουρός αυτών που πρέπει να κρατήσει μέσα της σαν φυλακτό, για τους μεταγενέστερους και όχι μόνο, και ενισχύει το αισθητικό αποτέλεσμα με την αναβίωση του πολιτικού, αλλά και του ατομικού, προσωπικού γεγονότος. Έτσι το πρώτο ρηματικό πρόσωπο, άλλοτε ενικού κι άλλοτε πληθυντικού αριθμού κρίνεται απαραίτητο, για να εκφράσει ίσως πιο άμεσα τα βιώματα, τις εικόνες, τις σκέψεις, τις ιδέες, όπως άλλωστε και η συνεχής χρήση χρόνων του παρελθόντος, που σε κάποια σημεία όμως, στα οποία η επήρεια των γεγονότων εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη, απολιθοποιούνται σε ενεστώτες, αφού η δράση τους δεν έληξε ακόμη κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε.

Με αυτό θέλω να πω βέβαια πως η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου, αυτή που γνωρίζουμε μέχρι αυτή τη στιγμή που χαράσσονται αυτές οι γραμμές, δεν είναι, με κανένα τρόπο, παρελθοντολογική, μνημείο δηλαδή που περιμένει ακίνητο τους θεατές του για να το θαυμάσουν κι ύστερα να ησυχάσουν, να πάνε αμέριμνοι στο σπίτι τους και να κάνουν ό,τι κάνουν κάθε μέρα, ευτυχισμένοι θνητοί, χωρίς ανησυχίες,, κλεισμένοι στον περίγυρο του εαυτού τους, χαμένοι στον ίδιο τους τον κόσμο.

Αντίθετα, το ζωντανό παρελθόν συμπλέκεται σε μια αδιάσπαστη ενότητα με το παρόν και το μέλλον, ενυπάρχει στο παρόν και οι εξακτινώσεις του στο μέλλον, και το πυροδοτεί συνεχώς με τις εκρήξεις του, παρελθόν και παρόν στο τέλος γίνονται ένα μέσα στην αγκαλιά του μέλλοντος, αφού και ο μεταπολεμικός ελληνικός κόσμος, και όχι μόνο, παραμένει ενιαίος και για πολλά χρόνια δεν υπόκειται σε ουσιαστικές αλλαγές και βελτιώσεις. Γι’ αυτό και η εναλλαγή των ιστορικών χρόνων με τον ενεστώτα είναι συχνή.

Ο Γιώργης Παυλόπουλος με τον Γιώργο Σεφέρη

Εκείνοι που λείπουν, σχεδόν ολοκληρωτικά, είναι οι χρόνοι του μέλλοντος κι αυτό γιατί ο χρόνος είναι τελικά ένας και ενιαίος και η ροή του δεν διακόπτεται πουθενά. Έτσι αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά κάποια απαισιοδοξία του ποιητή και της ποίησής του, γιατί απλούστατα τον ίδιο ρόλο μπορεί να παίξει και ο ενεστώτας. Ούτε πάλι και το αντίθετο χωρίς περαιτέρω σκέψη. Στίχοι σαν αυτόν: «τότε τα χέρια μου φυτρώνουν πάλι» (σελ. 28), ή: «ένα σπαθί που έλαμπε μες στην καρδιά του κόσμου» (σελ. 8), αποκλείουν μονομερείς εξηγήσεις.

Ο Γιώργης Παυλόπουλος δεν μπορεί να μπει στα στενά καλούπια της αισιόδοξης ή της απαισιόδοξης ποίησης, είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι ανά πάσα στιγμή και τα δυο και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικό.

Αυτή η κατάδυση στο παρελθόν, ή, καλύτερα, η βίωση, η αναβίωση του παρελθόντος μέσα στο παρόν επιτυγχάνεται και με ένα πρόσθετο στοιχείο που χρησιμοποιεί ο ποιητής, άριστος μαθητής των Γάλλων μυθιστοριογράφων του 19ου αιώνα, που υπήρχε και στο «Κατώγι», την πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά τώρα είναι πιο έντονο, κυριαρχικό, θα έλεγα, στα περισσότερα τουλάχιστον των ποιημάτων, την αφηγηματικότητα.

Μία, κατά κάποιο τρόπο, λυρική αφηγηματικότητα και έντονα ποιητική και κάποιες στιγμές διακριτικά κριτική, που καταλύει όμως τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, δημιουργώντας έτσι ένα λόγο ενιαίο και αδιαίρετο. Συνάμα, με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται ευκολότερα η αντικειμενικοποίηση, ως ένα σημείο βέβαια, του προσωπικού, του ατομικού βιώματος. Σε αυτό συντελεί και η χρήση του τρίτου προσώπου σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής. Αυτή η διάσπαση των αυστηρών στεγανών ποιητικού και πεζού λόγου είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική και εμφανής στο ποίημα «Δήμιοι», in memoriam Ν(ίκου) Κ(αχτίτση), το πιο προσωπικό, ίσως, από τα ποιήματα της συλλογής.

Και τα τριάντα τρία ποιήματα της συλλογής θα μπορούσα να πω ότι αποτελούν μία και μόνη σκάλα με τριάντα τρεις αναβαθμούς, αποτελούν τα κομμάτια δηλαδή ενός και του αυτού ποιήματος στο οποίο αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλά όχι οι καταστάσεις και τα συναισθήματα. Μιλάμε για μια ενότητα που λίγοι ποιητές κατορθώνουν να επιτύχουν στο έργο τους αποτελώντας συγχρόνως μια τραγική μαρτυρία των δραματικών συμβάντων και των πεπραγμένων του μεταπολεμικού μας κόσμου, όπου το ατομικό συμπλέκεται με το συλλογικό, και μάλιστα κατά τρόπο τραγικό, και ο ποιητής, για να αποδώσει τις κινήσεις και τις συγκρούσεις των προσώπων και των ομάδων αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει, θαρρώ με επιτυχία, θεατρικά στοιχεία στην ποίησή του.

Τα περισσότερα τουλάχιστον ποιήματα είναι σκηνικά διαρθωμένα, με εικόνες ζωηρές, στιλπνές, σύντομες και πολλές φορές ακαριαίες και αυτοαναιρούμενες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα «Η θάλασσα» (σελ. 33), όπου οι φρικτές και αποτρόπαιες εικόνες που δημιουργούνται από τις αρρωστημένες απειλές, από την αρρωστημένη φαντασία ενός βασανιστή και που πιθανόν φωτογραφίζουν αυτό που πρόκειται να συμβεί ή, ίσως και να συνέβη, στον ήρωα, υπερβαίνονται και αναιρούνται με τρόπο θαυμαστό από την ανάμνηση της εικόνας της θάλασσας που έχει ο βασανιζόμενος, το θύμα του σκληρού και αυταρχικού καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Ο στίχος «Εμένα στο νου μου η θάλασσα», που τίθεται ως ισοδύναμο αντίβαρο πολύστιχων στροφών, επαναλαμβανόμενος αμέσως μετά από κάθε απειλή, έχει τελικά μεγαλύτερο βάρος από αυτές και τις εξουδετερώνει νοηματικά και συναισθηματικά. Αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα καταπληκτικό εύρημα του ποιητή. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η παράλληλη χρήση δοκιμασμένων μοτίβων, στιχουργικών κυρίως, του δημοτικού τραγουδιού ή της παιδικής φαντασίας και μνήμης:

«Κι ούθε ρωτήσαμε κανείς δε μίλησε
κι ούθε χτυπήσαμε κανείς δεν άνοιξε» (σελ. 7),
ή «Νύχτα πείνα Κατοχή
και στη θράκα για ψωμί 
ψέναμε μια πέτρα», (σελ. 14).

Παντού μια αίσθηση φθοράς, παρακμής, διάλυσης των πάντων, η ελπίδα για κάτι καλύτερο διαψεύδεται συνεχώς μα δεν χάνεται ολότελα, το τριαντάφυλλο δεν είναι αρκετό για να αποτρέψει το μοιραίο (σελ. 9), το περιστέρι «βούτηξε κατεβαίνοντας στο πηγάδι και πνίγηκε» (σελ. 11), ενώ εκείνη που μια ολόκληρη ζωή το κεντούσε, κοιμόταν αποκαμωμένη. Ο υπαινιγμός είναι σαφής, οι φύλακες δεν αγρυπνούν, ούτε τώρα, ούτε πριν και συνεπώς ούτε και ύστερα, η μοίρα μας είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη και κανείς δεν πρόκειται να μας απαλλάξει απ’ αυτήν. Ο έρωτας είναι το αντίδοτο, αλλά ταυτόχρονα και το προανάκρουσμα του θανάτου.

Στο «Φαντάροι μ. Χ.» (σελ. 12) ο θάνατος έρχεται με τα πολυβόλα, ενώ ο έρωτας ορχείται, χορεύει ανυποψίαστος στα χαμόκλαδα. Το μοτίβο του χορού-έρωτα πριν από το θάνατο και στο «Γύφτικο τραγούδι» (σελ. 10). Όλα είναι εκεί έκθετα και η υπαρξιακή αγωνία διάχυτη παντού: «Ποιους πήρανε και πότε; Πόσοι χαθήκανε; Κι εμείς που ήμασταν; Σε ποιο δάσος και ποιες εποχές;» (σελ. 13). Ή

«Ποια φωνή και ποιος άνθρωπος;
Αυτός που τον σκοτώνουν;
Αυτός που μας σκοτώνει;» (σελ. 37). 

Ο θάνατος, βασικό μοτίβο της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου, όπως παρουσιάζεται στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του, στο «Σακί», έρχεται, σε βρίσκει πάντα σε πολεμικά τοπία, σε χώρους δηλαδή όπου μπορούν να υπάρξουν ηρωισμοί και πράξεις αξιομνημόνευτες που όμως δεν γίνονται ποτέ, αφού ο ηρωισμός είναι εντελώς έξω από το κλίμα των ποιημάτων του, αλλά και σε άλλα νεκρικά τοπία της πόλης. Τα τοπία όμως αυτά είναι αγνώριστα, παραμορφωμένα, ασαφή και ακαθόριστα, παρά το γεγονός ότι περιγράφονται κάπως, αλλά όχι τόσο ευκρινώς, γιατί απλούστατα υπάρχουν παντού, μπορεί να βρίσκονται παντού, αφού ο κόσμος όλος είναι ένα.

Έτσι, ακόμη και ο θάνατος που έρχεται πάνοπλος στο πεδίο της μάχης καταλήγει να μην έχει τίποτα από τον ηρωισμό των σπουδαίων γεγονότων, των σπουδαίων μαχών, αντίθετα μάλιστα είναι και αυτός άδοξος, συνηθισμένος και απλός, ώστε να μη διαφέρει σε τίποτα από τον αργό, καθημερινό θάνατο που λιγοστεύει μέρα με τη μέρα τη λειψή ζωή του κάθε ανθρώπου. Αλλά κι έτσι ο ποιητής δεν τον περιγράφει με λεπτομέρειες, μία ή δύο λέξεις αρκούν για να τον αναγνωρίσουμε, ο Γιώργης Παυλόπουλος απλώς τον εντοπίζει και μας το δείχνει με το αληθινό του πρόσωπο δίχως περιττές περιγραφές, που δεν χρειάζονται άλλωστε, αφού τον ξέρουμε καλά από την καθημερινότητα της ζωής μας.

Επομένως, τι μένει τελικά από τη ζωή που την παίρνει αδικαιολόγητα ο θάνατος; Η μνήμη μόνο, η πέτρα που κάποτε θα μαρτυρήσει (σελ. 19, 27), αφού δεν γίνεται να γίνει ψωμί για να χορτάσουν τα παιδιά (σελ. 14), η τουφεκιά που «τον κάνει φωτογραφία» (σελ. 9), γι’ αυτό άλλωστε κι «εμείς μετράμε τα χρόνια μας με ξεθωριασμένες φωτογραφίες φαντάρων» (σελ. 13). Εικόνες σκληρές, στιλπνές και αποτρόπαιες, μορφές περικυκλωμένες εσαεί από φορείς ανελέητων και στυγνών αυταρχικών καθεστώτων (σελ. 18, 33), τα δεσμά, μόνιμη και απειλητική κατάσταση, το ξύλο και οι απειλές για να μαρτυρήσει αυτός που πρέπει να μαρτυρήσει (σελ. 18, 20, 32, 33, 48), οι απρόσωπες και αναιτιολόγητες δολοφονίες (σελ. 12, 16, 19, 20, 27, 37, 46, 48).

Πάνω απ’ όλα όμως παραμένει ζωντανή ακόμη η ελπίδα, παρόλα τα δεινά που μας βρίσκουν δίχως λόγο, σαν σπαθί που λάμπει (σελ. 8), σαν παλιά φωτογραφία, ξεθωριασμένη από το χρόνο που κρατάει όμως ζωντανή τη μνήμη (σελ. 9, 13), ο μικροπωλητής που πουλάει «τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες» (σελ. 17), το όνειρο που υπερβαίνει, έστω και προς στιγμήν, μια πραγματικότητα που έχει καταντήσει αβίωτη (σελ. 11, 20, 24, 27, 29, 37, 39, 41, 42, 49), τα κομμένα χέρια του αντάρτη που φυτρώνουν ξανά, εκεί που δεν το περιμένει κανείς (σελ. 28), τα δεκανίκια του ανάπηρου (σελ. 32), η θάλασσα (σελ. 33), το περήφανο τίναγμα των μαλλιών της γυναίκας (σελ. 35).

Σε άλλα σημεία όμως είναι διάχυτη η απογοήτευση, που δεν φτάνει ποτέ βέβαια ως την απόγνωση και την απελπισία, γιατί υπάρχει πάντα η πίστη σε κάτι που σε κρατάει ζωντανό: «μα πουθενά δε βρέθηκε (σελ. 7), η «τώρα μόνο η στάχτη» (σελ. 10) κι αλλού η γενίκευση: «χιονίζει στην Αθήνα και στη Βαρσοβία, χιονίζει σ’ όλη τη γη» (σελ. 15)

Πίσω από τη στάχτη λοιπόν και τα χαμένα, τα διαψευσμένα όνειρα υπάρχει πάντα η πίστη του ανθρώπου στις μυστικές δυνάμεις της ζωής, που τις βλέπουμε να βγαίνουν η μία μετά την άλλη μέσα από μία ατελείωτη σειρά βασανισμένων και κακοποιημένων κορμιών, που ο θάνατος τα βρίσκει πάνω στην ακμή της νιότης τους και της παλικαριάς τους, και που τα κομμένα κεφάλια τους πέφτουν κάτω στο έδαφος καθώς αδειάζουν το σακί (σελ. 16), ενώ τα μάτια τους, τα τόσο γνωστά, τα τόσο λαμπερά, βασιλεμένα πια, καρφώνονται στα μάτια του θεατή για να του μεταδώσουν ολόκληρη τη φρίκη του πολέμου που έζησαν.

Γιατί τι άλλο είναι το «Σακί» ή το «Κατώγι» της πρώτης ποιητικής συλλογής του Γιώργη Παυλόπουλου από τον Άδη, τον Κάτω Κόσμο, που κλείνει μέσα του τα κορμιά των αγωνιστών που χάθηκαν άδικα και άδοξα σε αδελφοκτόνους πολέμους, ενώ σε άλλη περίπτωση θα τους έπρεπε το φωτοστέφανο της δόξας να στολίζει την αγαπημένη κεφαλή.
Πραγματικά, τραγική η εμπειρία: οι αληθινοί, οι πραγματικοί, οι ανιδιοτελείς αγωνιστές βρίσκονται μέσα στο χώμα, στο «Κατώγι», ή στο «Σακί» και τα έκπληκτα μάτια του παιδιού- ποιητή βλέποντας αυτές τις φρικιαστικές εικόνες, τις κινηματογραφίζουν αστραπιαία, την ώρα που πάνε να χαθούν, να σβηστούν από τη μνήμη, ακριβώς γι’ αυτό, να μείνουν εσαεί κτήμα των ανθρώπων, να μην ξεχαστεί ποτέ η περιπέτεια μιας χώρας και των ανθρώπων της που υπόφεραν πολύ. Κι αυτό γίνεται με σπαραγμό και οδύνη, αλλά ψύχραιμα. Το πραγματικό νόημα της ζωής βρίσκεται, για το Γιώργη Παυλόπουλο, θαρρώ, στην αιώνια αυτή και μάταιη πάλη με τον θάνατο, την καταδικασμένη από πριν σε αποτυχία.

Αναγκαστικά λοιπόν και η γραφή γίνεται κινηματογραφική, ένα μάτι που παρακολουθεί ακούραστο τα πάντα, όσα διαδραματίζονται γύρω του, με ρεαλιστική ακρίβεια, μία συνεχής ακολουθία εικόνων, σκέψεων, συναισθημάτων, ενθυμήσεων, επιθυμιών που διαλύονται η μία πάνω στην άλλη, όταν αρχίζει η άλλη, χωρίς να είναι σίγουρο πως η μνήμη κατορθώνει πάντα να τις αποτυπώσει με ακρίβεια στις πλάκες της, γιατί κάποιες εξαφανίζονται με ταχύτητα αστραπής.

Όμως και πάλι επανέρχονται, αυτό είναι ένα από τα μυστικά αυτής της ποίησης, το μάτι του ποιητή έχει προλάβει τελικά να καταγράψει ό,τι πρέπει να καταγραφεί. Η μελέτη του Έζρα Πάουντ έχει κάνει κι αυτή το θαύμα της. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και εικονιστικά.

Γι’ αυτό και τη σύνθεση των εικόνων τη χαρακτηρίζει λιτότητα, επιγραμματικότητα, σκηνική και αφηγηματική οικονομία, θεατρική διάρθωση κι επιπλέον σωστή γλωσσική και ποιητική, λυρική αίσθηση. Είναι σύνθετος ο λόγος του Γιώργη Παυλόπουλου, τόσο σύνθετος όσο και απλώς συγχρίνως. Κι αυτή η φυσική απλότητα που τον χαρακτηρίζει δεν χάνεται ποτέ, παρά τη συνεχή και επίμονη επεξεργασία των ποιημάτων, το επιμελημένο χτίσιμο των εικόνων και τη χρήση, κάποιες φορές, ρητορικών ερωτήσεων, ερωτήσεων δηλαδή που δεν χρειάζονται απάντηση γιατί ενυπάρχουν στην ερώτηση καθώς και τη χρήση άλλων στοιχείων του πεζού, του ποιητικού ή του ρητορικού λόγου που χρησιμοποιεί συχνά. Είναι ένας από τους ποιητές, από τους λίγους βέβαια, που μπορεί να κρατήσει ακόμη η εποχή μας.

Τα μηνύματα της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου, αιώνια και πανανθρώπινα μαζί, προσπαθούν να δώσουν φωνή στο βασανισμένο, το δολοφονημένο, τον καταπιεσμένο σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, είναι η φωνή της ιστορίας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, όπως και η ζωή και γι’ αυτό η καρδιά του ποιητή βρίσκεται παντού, όπου υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, παντού όπου χιονίζει, είτε στην Αθήνα, είτε στη Βαρσοβία, γιατί η πείνα, η κατοχή, ο πόλεμος, τα βασανιστήρια, ο θάνατος, η απογοήτευση, κάποτε και η απόγνωση, έχουν παντού και σε όλες τις εποχές το ίδιο πρόσωπο και οι φορείς που τα επιβάλλουν όλα αυτά είναι πανομοιότυποι ο ένας με τον άλλο και χρησιμοποιούν πάντα τις ίδιες μεθόδους για την επιβολή τους.

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Διάλογος Λεχαινών, τεύχος 12-13, Ιούνιος 1981
The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή