Και, ξαφνικά, όλοι μιλάνε για όλα

by Times Newsroom 1
Share this
  • Ουμπέρτο Έκο

ΤΙΠΟΤΕ. Δηλαδή, ξεκάθαρα σκοπεύω να δημιουργήσω μια συζήτηση ειλικρινά ενδιαφέρουσα και ν’ ασχοληθώ για μια στιγμή με δυο όψεις, κατά τη γνώμη μου πολύ αξιόλογες, του οικοσυστήματος των mass media. Βασικά, δηλαδή θα ήθελα να οριοθετήσω την επικοινωνιακή επιδείνωση και την ήδη ξεπερασμένη αμφισβήτηση της οικολογικής επίδρασης της δρομολόγησης σε πρώτο πρόσωπο.

Λέτε πως τα παραπάνω είναι ασυναρτησίες; Έχετε δίκαιο. Είναι όμως περίπλοκα και δηκτικά.

Θα μπορούσα να συνεχίσω, αλλά νομίζω πως αρκεί σαν δείγμα της “γλώσσας” εκείνης για την οποία εδώ και αρκετό καιρό συζητούν “γνωστές υπογραφές” όλων σχεδόν των “media”.

Το ότι κάθε εποχή ο προφορικός και γραπτός λόγος “μολύνεται” από τυποποιημένες επαναλήψεις και λέξεις για όλες τις χρήσεις είναι παλιά ιστορία και οι καθαρολόγοι πάντοτε την καταδίκασαν. Βέβαια, μπορεί να έφτασαν και ς υπερβολές, προτείνοντας εναλλακτικές λύσεις, και ο θρύλος μας διέσωσε τη φράση που είπε, στο κρεβάτι του θανάτου, ο Basilio Puoti απυθυνόμενος στους μαθητές του: “Παιδιά μου, εγώ φεύγω. Λέγεται, όμως, και απέρχομαι”*.

Τώρα όμως φτάσαμε στο σημείο να σκεφτόμαστε ότι αν προηγουμένως μας καταπίεζαν τα στερεότυπα, τώρα κινδυνεύουμε να μας καταπιέζουν οι κυνηγοί στερεοτύπων. Για παάδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την έρευνα για τις ανυπόφορες λέξεις που έκανε ο Stefano Bartezzaghi και που απέδειξε ότι το σύνολό της συμπίπτει μ’ ολόκληρο το λεξικό κι ότι τώρα πια θα ’πρεπε να “κλίνουμε” τη σιωπή και την αφασία.

Όσοι εξοργίζονται έχουν συχνά την τάση να συγχέουν τη λανθασμένη χρήση ενός όρου – που κατάντησε ανυπόφορα στερεότυπη – με τη σωστή του χρήση. Συμφωνώ ότι τώρα πια θα ήταν σκόπιμο να μιλάμε για “μέσα μαζικής επικοινωνίας” και όχι για “mass media”, επειδή έτσι θ’ αποφεύγαμε τουλάχιστον αρλούμπες όπως “la tv è un media importante”, όπου σε μια και μόνο φράση έχουμε ένα λάθος στα ιταλικά, ένα στα αγγλικά και ένα στα λατινικά. Και είναι καλύτερα να λέμε “ναι” αντί “σωστό”. Το αποτέλεσμα όμως ενός υπολογισμού να παραμείνει “σωστό”. Πιστεύω ακόμη ότι μπορώ να πω πως κάποιος μου έδωσε πολλές ωραίες υποσχέσεις, “ουσιαστικά” όμως δεν έκανε τίποτε. Εξάλλου, θα ήταν αρκετό να περιμένουμε λίγο (αν όχι ελάχιστα) και πολλά στερεότυπα θα πέθαιναν από μόνα τους.

Αναφέρω μια περίπτωση: θα ήθελα να μπορώ να χρησιμοποιώ το “δηλαδή”, όταν χρειάζεται, δηλαδή όταν θα θέλω να διευκρινίσω μια περίπλοκη σκέψη. Θυμάμαι ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’60, συζητώντας για την έκδοση ενός νέου πςριοδικού, πρότεινα τον τίτλο “Δηλαδή” για να υπογραμμιστεί έτσι η υποχρέωση που το περιοδικό αναλάμβανε να εξηγεί πάντοτε τις εκφράσεις εκείνες που δυστυχώς θα ήταν αναγκασμένο να περιέχει με τεχνικούς όρους. Θέλω να πω ότι τον καιρό εκείνο το “δηλαδή” ήταν μια καλή λέξη κι ας ελπίσουμε πως θα ξαναγίνει.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα στερεότυπα υπήρχαν πάντοτε και πολλοί από μας πέρασαν πολλές ώρες στα σχολικά θρανία σημειώνοντας ένα μικρό σταυρό στο στυπόχαρτο κάθε φορά που ο δάσκαλος επαναλάμβανε κάποιο. Τον καιρό εκείνο όμως τα στερεότυπα ακούγονταν σε κατ’ιδίαν συζητήσεις και τα αντιλαμβάνονταν μόνο λίγοι συνομιλητές. Τα στερεότυπα γίνοναι εξοργιστικά όταν αντιλαμβανόμαστε ότι τα χρησιμοποιούν όλοι σε αμέτρητες σελίδες αμέτρητων εφημερίδων και σε αμέτρητες ώρες αμέτρητων εκπομπών αμέτρητων ακαναλιών. Είναι λίγο-πολύ σαν κάποτε να είχαμε δεχτεί μοιρολατρικά ότι μερικοί γνωστοί μας ονομάζονταν Φαμπρίτιο, και σήμερα να μας είναι ανυπόφοροι οι χιλιάδες Φαμπρίτσιο που αυτοπαρουσιάζονται στην τηλεόραση. Έτσι, δεν παραπονιόμαστε όταν κάποιος μιλάει με προκατασκευασμένες φράσεις, ενοχλούμαστε όμως αν το κάνουν πάρα πολλοί. Αλλά πού ήταν και πώς μιλούσαν κάποτε αυτοί που τώρα μιλάνε όλοι μαζί;

Απάντηση (σωστή): δεν μιλούσαν, ή μιλούσαν σε διάλεκτο. Το ανυπόφορο όργιο των “ιταλοειδών” στερεοτύπων γεννιέται από το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι που μιλούσαν μόνο στη διάλεκτο κάποιας περιοχής, σήμερα βγαίνουν μπροστά και προσπαθούν να μιλήσουν μια εθνική γλώσσα. Και για να την μιλήσουν, εξομοιώνονται με το μέσο επίπεδο αυτών που τους ακούνε. Κι έτσι έχουμε την αναπόφευκτη κυριαρχία των προκατασκευασμένων εκφράσεων. Όλα αυτά μας κάθονται στο στομάχι, αντιπροσωπεύουν όμως το αντίτιμο που πληρώνουμε για μια δυνατότητα λόγου που παραχωρήθηκε σε όσους δεν την είχαν. Όπως όλα τα αντίτιμα που οφείλουμε να πληρώσουμε μας φαίνεται πολύ ψηλό (σ’ όλους μας θα άρεσε ν’ αποκτάμε τα πράγματα δωρεάν), και καλά κάνουμε που συζητάμε μήπως και πετύχουμε κάποια έκπτωση. Πρέπει όμως να αξιολογούμε και το αντάλλαγμα που κερδίζουμε.

*Αμετάφραστη παραλλαγή “Figloli miei, io me ne vado. Masi può anche dire ‘io me ne vo’”.

  • Umberto Eco, Σημειώματα. Απόδοση: Θόδωρος Ιωαννίδης. Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1990

Umberto Eco (1932-2016) – συνέντευξη στη Βίκυ Βασιλάτου | frear

Ο Ουμπέρτο Έκο, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας, μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε στην Αλεσάντρια του Πιεμόντε στις 5 Ιανουαρίου του 1932. Φημολογείται ότι το επώνυμο “Έκο” είναι το αρκτικόλεξο των λέξεων “Ex Caelis Oblatus”, που σημαίνει “θεϊκό δώρο”. Ακολούθησε σπουδές μεσαιωνικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας και έκανε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 καθηγητής της Σημειολογίας στο Μιλάνο. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Σημειολογίας και το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Μελετών. Επίσης, ήταν διευθυντής του περιοδικού “VS”. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 70, άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα του, κάνοντας την αρχή με “Το όνομα του Ρόδου”, που τιμήθηκε με το βραβείο Strega το 1981 και το Medicis Etranger το 1982, ενώ πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Ο Έκο περνούσε τον καιρό του με τη γυναίκα του και δύο παιδιά τους ανάμεσα στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα διαμέρισμα-λαβύρινθο με μια βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων) και στο εξοχικό του στο Ρίμινι. Γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, που χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του είχε κερδίσει πολλές τιμητικές διακρίσεις και έχει κάνει δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Στις πραγματείες του συγκαταλέγονται: “Opera aperta” (1962), “La struttura assente” (1968), “Θεωρία σημειωτικής” (1975), “Lector in fabula” (1979). To 1980 εμφανίστηκε ως μυθιστοριογράφος με το “Όνομα του Ρόδου”, το 1988 ακολούθησε το “Εκκρεμές του Φουκώ”.
Έφυγε από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου 2016 σε ηλικία 84 ετών. (http://www.biblionet.gr)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Ουμπέρτο Έκο, ο παντογράφος [tuttografo]

Ουμπέρτο Έκο: “Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς…”

Συμβουλές για να διαβάσουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο από τον Ουμπέρτο Έκο

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή