Κάποιες σκέψεις με αφορμή τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
Share this
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό» (Διονύσιος Σολωμός)

«Η Γυναίκα της Ζάκυθος» είναι ένα κείμενο σταθμός στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Μαζί με το «Διάλογο» αποτελεί την ουσιαστική απαρχή της δημοτικής πεζογραφίας του ελεύθερου πλέον ελληνικού κράτους, συνεχίζοντας τη γλωσσική παράδοση συγγραφέων και ποιητών όπως ο Κορνάρος, ο Βηλαράς, ο Χριστόπουλος, ο Ρήγας και άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί σήμερα.

Παράλληλα, μαζί με τον «Παπατρέχα» του Κοραή, κάνει το μεγάλο ξεκίνημα για την ανάπτυξη της διηγηματογραφίας στον τόπο μας. Συνάμα, είναι ένα κείμενο που απασχόλησε και απασχολεί δεκάδες κριτικούς και ιστορικούς της Λογοτεχνίας με το αμφίβολο, το καλά κρυμμένο νόημά του, αφού, όπως είναι γνωστό, ο καθένας προσπάθησε να δώσει τη δικιά του ερμηνεία, μιας και ο δημιουργός του δεν μας άφησε ποτέ του κάποιον υπαινιγμό γι’ αυτό, που να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα.

Γράφτηκε στα 1827. Ο Πολυλάς, που δεν βρήκε στα κατάλοιπα του ποιητή παρά ένα μικρό μονάχα μέρος του, ανεπιφύλακτα το ενσωμάτωσε στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Από τη στιγμή όμως που έγινε γνωστό ολόκληρο το κείμενο στο πλατύ κοινό από τον Κώστα Καιροφύλα άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα προβλήματα, οι πρώτοι μπελάδες, στους ερμηνευτές και κριτικούς του έργου του ποιητή που πάσχισαν, ο καθένας με τον τρόπο του, μέσα από τον περίεργη τροπή που παίρνει η αφήγηση, να ανασύρουν το καλά κρυμμένο νόημα και τον αμφίβολο στόχο του, να ξετυλίξουν όλα τα μυστικά της αφήγησης και τα πιθανά ιστορικά γεγονότα ή πρόσωπα που κρύβονταν πίσω από τις λέξεις του κειμένου.

Έτσι, δόθηκαν κατά καιρούς πλείστες όσες ερμηνείες, καμία όμως απόλυτα πειστική σε όλες και τις οποίες μπορούμε να κατατάξουμε σε δύο μεγάλες βασικά ιδεολογικές κατηγορίες , πρώτον σε εκείνες τις ερμηνείες που θεωρούν τα πρόσωπα του έργου συμβολικά, πλάσματα της φαντασίας του ποιητή και δεύτερον σε εκείνες που βλέπουν στα πρόσωπα του κειμένου σύγχρονές του μορφές της εποχής του και μάλιστα του στενά συγγενικού περιβάλλοντος του.

Ο Κώστας Καιροφύλας λοιπόν βλέπει στο πρόσωπο της Γυναίκας προσωποποιημένη την Αγγλική προστασία, σε μια προσπάθεια απόδοσης των κύριων χαρακτηριστικών της με αλληγορικό, σατιρικό τρόπο. Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σχεδόν ρεαλιστική και συνάμα γελοιογραφική απόδοση των χαρακτηριστικών της ηρωίδας. Η άποψη αυτή πρέπει να απορριφθεί γιατί πουθενά δεν διαφαίνεται μία τέτοια ταύτιση της «Γυναίκας της Ζάκυθος» με την αγγλική προστασία των νησιών του Ιονίου. Άλλωστε, δεν θα δίσταζε ποτέ ο Σολωμός να κάνει κάτι τέτοιο, αν είχε βέβαια στο μυαλό του μια τέτοια ταύτιση. Εξάλλου, και ο Καιροφύλας θεωρεί το κείμενο τμήμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», όπου συχνά πυκνά πλήττεται η στάση της Αγγλίας απέναντι στην επανάσταση του 1821. Γιατί να της χαριστεί λοιπόν στην περίπτωση της Γυναίκας;

Ο Γιώργος Βαλέτας βλέπει κι αυτός με τη σειρά του προσωποποιημένη στο πρόσωπο της ηρωίδας, όχι την αγγλική προστασία, αλλά την ξεπεσμένη αριστοκρατία της Ζακύνθου που διέκειτο εχθρικά απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα και δεν επιθυμούσε, κατά πλειοψηφία, την απόσχιση από την αγγλική επικυριαρχία και συνάμα θεωρεί, στο πρόσωπο των γυναικών του Μεσολογγίου και του ιερομόναχου Διονύσιου, έναν νέο ηθικό, επαναστατικό κόσμο, αυτόν του 1821.

Ο Μαρίνος Σιγούρος βλέπει κάπως αλλιώς τα πράγματα, πιστεύει πως πρότυπο της ηρωίδας αυτής δεν είναι παρά η γυναίκα του αδελφού του Ροβέρτου Σολωμού, πρόσωπο υπαρκτό, με την παρακίνηση της οποίας άρχισε η δικαστική περιπέτεια που έφθειρε σιγά-σιγά τον ποιητή και το έργο του. Αντίθετα, ο Νικόλαος Τωμαδάκης στρέφει την προσοχή του σε ένα άλλο υπαρκτό πρόσωπο, την κόρη του Στέφανου Μασσαλά, καταραμένη από τη μάνα της, κατά τις πληροφορίες που έχουμε, αντροχωρίστρα και αδελφοχωρίστρα, που διέθετε ανεξάντλητο μίσος εναντίον των επαναστατών του 1821, που ήθελαν να διαταράξουν την τάξη του κόσμου. Η γυναίκα αυτή έχει όλα τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε πως έχει η «Γυναίκα της Ζάκυθος».

Η προσωπική της ιστορία μάλιστα μοιάζει σε αρκετά σημεία με την πλοκή του κειμένου που στο σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να το χαρακτηρίσω για πρώτη φορά ως διήγημα. Παράλληλα ο καθηγητής Τωμαδάκης δέχεται και κάποιες άλλες προεκτάσεις του κειμένου, συγκλίνοντας ελαφρά με τις από ψεις του Βαλέτα. Δεν περιορίζεται δηλαδή μόνο στη ρεαλιστική κάλυψη του προτύπου, αλλά παρατηρεί επιπλέον ότι ο ιερομόναχος Διονύσιος (εδώ βοηθάει κάπως και το όνομα) δεν είναι παρά η ευσεβής και πατριωτική κριτική διάθεση του ίδιου του ποιητή, ενώ η γυναίκα αντιπροσωπεύει το ζακυνθινό αρχοντολόι που ήταν φιλότουρκο, ως ένα σημείο, και αμείλικτος διώκτης των επαναστατών και της επανάστασης του 1821.

Μια ανάλογη ερμηνευτική σύνθεση επιχειρεί και ο σκηνοθέτης Κώστας Κροντηράς που παρουσίασε το έργο από το κρατικό ραδιόφωνο τον Ιούλιο του 1977. Κατ’ αυτόν τα πρόσωπα του έργου είναι την ίδια στιγμή και υπαρκτά, πραγματικά αλλά και πλάσματα της φαντασίας του ποιητή, αφού από κάποιο σημείο και πέρα και η γυναίκα και ο ιερομόναχος Διονύσιος παύουν να ζουν σε χρόνο πραγματικό και τη δράση τους που διακόπτεται την αναπληρώνει ο ποιητής με την επιθυμία του, την ελπίδα του ότι στο μέλλον θα τιμωρηθεί αυστηρά η γυναίκα για τη στάση της αυτή, προδικάζοντας έτσι την παρέμβαση της θείας Πρόνοιας. Γράφει σχετικά στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση» της εποχής: «Με την προγραφή αυτή του μέλλοντος επέρχεται η κάθαρση και ικανοποιείται ο πόθος του πατριώτη Σολωμού να δει αυτό το οικτρό τέλος για την εχθρά του Αγώνα τη συγκεκριμένη και για κάθε εχθρό της Ελευθερίας γενικά».

Η αλήθεια πρέπει να αναζητηθεί κάπου στη μέση, κατά τη γνώμη μου χωρίς αυτό να δηλώνει αναγκαστικά κριτική οκνηρία. Ο Σολωμός είναι ιδεαλιστής. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι κατ’ ανάγκην η αφετηρία της ποίησής του είναι ανεδαφική και βρίσκεται στα σύννεφα, γιατί κάθε του ποίημα από την αρχή της σταδιοδρομίας του και κυρίως από την εποχή της ωριμότητάς του ξεκινάει από κάποιο πραγματικό, ιστορικό γεγονός ή πρόσωπο που η σπουδαία του τέχνη, με την υπέρμετρη ευαισθησία της, τον αγνό πατριωτισμό που εκφράζει πάντα και την τάση που τη διακρίνει για να επιτευχθεί το απόλυτο, κάποτε το ακατόρθωτο, το μεταφέρει σε σφαίρες υψηλότερες, ιδανικότερες, χωρίς όμως να ξεφεύγει με αυτό τον τρόπο από τη γνωστή πραγματικότητα ή να την παραμορφώνει εκβιαστικά για να χωρέσει στο καλούπι που βρίσκεται έτοιμο στο μυαλό του ποιητή.

Πράγματι, ο Σολωμός ήταν ο εραστής του απόλυτου και του τέλειου στην τέχνη, και, ίσως, γι’ αυτό δε μπόρεσε ποτέ να τελειώσει, να ολοκληρώσει τις μεγάλες συνθέσεις του κι έμεινε τελικά ο ποιητής των σχεδιασμάτων που δεν μας άφησε παρά συντρίμμια του ανέφικτου που κυνηγούσε με λαχτάρα σε ολόκληρη τη ζωή του. Έτσι, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η «Γυναίκα της Ζάκυθος» αφορά σε πρόσωπο υπαρκτό, σύγχρονο του ποιητή (το ποιο ακριβώς είναι δουλειά του σχολαστικού ερμηνευτή ή φιλολόγου και δεν ενδιαφέρει, νομίζω, το σημερινό αναγνώστη του έργου) και βέβαια συγγενικό του που ο Σολωμός το μετέτρεψε σε σύμβολο απόλυτης, εξωπραγματικής σχεδόν σκληρότητας, κακίας, απανθρωπιάς και μισανθρωπιάς. Μονάχα έτσι πιστεύω ότι μπορούν να ερμηνευτούν και να γίνουν αποδεκτές ορισμένες υπερβολές στη διαγραφή του χαρακτήρα του. Είναι ένα πρόσωπο πρότυπο, το δε πραγματικό πρόσωπο θα πρέπει να δημιούργησε πολλά προβλήματα στον ποιητή.

Τώρα, αν θέλουμε να δούμε ποιο πρόσωπο είναι το πιο πιθανό πρότυπο του ποιητή, θα διαπιστώσουμε πως έχουν τις ίδιες περίπου πιθανότητες να είναι είτε η νύφη του, είτε η κόρη του κηδεμόνα του, γιατί αυτές οι δύο γυναίκες κρατούν την πιο μισητή θέση στην καρδιά εκείνου που ύμνησε με πάθος την αγάπη, την άδολη αγάπη, τον αγώνα των Ελλήνων, αλλά και των ανθρώπων γενικότερα, για τα ιδανικά, τα εθνικά και τα ανθρώπινα και για την ίδια την ανθρωπιά. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Σολωμός, όπως μας παραδόθηκε από τους βιογράφους του, ανέβαινε καθημερινά στο λόφο του Στράνη, όσο ζούσε στη Ζάκυνθο, κι αφουγκραζόταν με πόνο και αγωνία τα κανόνια που σφυροκοπούσαν συνεχώς και ανελέητα το ρημαγμένο Μεσολόγγι, προπύργιο της λευτεριάς των Ελλήνων, σύμβολο αιώνιο της λευτεριάς του ανθρώπου, τότε θα μπορέσει να κατανοήσει το μίσος, ενδεχομένως, του ευαίσθητου ποιητή για αυτές τις δύο γυναίκες, την απέχθειά του για τέτοιου είδους ανθρώπους.

Τούτοι οι κρότοι των κανονιών και οι οιμωγές, η περηφάνια και η θλιμμένη αξιοπρέπεια των γυναικόπαιδων που περιέφεραν καθημερινά τη δυστυχία τους στο προστατευόμενο από τους Άγγλους νησί έγιναν τελικά οι απαρχές, οι βάσεις, τα θεμέλια της ποίησής του. Πώς μπορούσε άραγε να περιγράψει αλλιώς αυτά τα τέρατα που ήταν συνηθισμένα μέσα στους κόλπους της ζακυνθινής αριστοκρατίας; Γι’ αυτό, ίσως, και όλα του σχεδόν τα ποιήματα πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ακόμη και τα πιο απλά έχουν ως αφετηρία τους κάποιο ιστορικό γεγονός, με αποκορύφωμα την πολιορκία του Μεσολογγίου και την ελληνική επανάσταση του 1821.

Ο ποιητής εμπνεόταν πάντα από τα σύγχρονά του γεγονότα ή πρόσωπα, όταν αυτά άγγιζαν και συγκλόνιζαν την ψυχή του. Έτσι, υπαρκτά μεν τα πρόσωπα του έργου «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», όχι κατ’ ανάγκην συγκεκριμένα, αλλά μέσα στην ευρύτερη ομάδα των αριστοκρατών και των αριστοκρατισσών της μικρής του πατρίδας που η σπουδαία τέχνη του Διονύσιου Σολωμού τους μετέβαλε σε σύμβολα, σε πρότυπα προς αποφυγήν για να υπηρετήσει και να εκπληρώσει με αυτό τον τρόπο πληρέστερα, καλύτερα και διδακτικότερα το σκοπό της, να χτυπήσει δηλαδή καίρια, έγκυρα, έγκαιρα και αποτελεσματικά το κακό.

Η δομή του έργου και ο τρόπος γραφής με τις μικρές, ποιητικές, συνεχόμενες φράσεις, η γλώσσα και ο τρόπος της Γραφής που χρησιμοποιείται μαζί με τη στιχουργική αρίθμηση που βλέπουμε να εφαρμόζεται, όλα αυτά δεν δείχνουν, κατά τη γνώμη μου, παρά ένα πρώτο, αλλά εμπνευσμένο, σχεδίασμα, σε πεζόμορφο ποιητικό λόγο, μιας άλλης, πολύ πιο μεγάλης ποιητικής και σημαντικής σύνθεσης που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Είναι γνωστή άλλωστε η συνήθεια του Σολωμού να καταγράφει τα προϊόντα της έμπνευσής του πρώτα σε πεζό λόγο, μαζί με τις σχετικές οδηγίες, κι ύστερα να τα μεταχύνει σε ποιητικά, με διαρκή επεξεργασία που δεν του επιτρέπει να τα ολοκληρώσει ποτέ.

Εξαιτίας του θέματος του έργου και της μεγάλης συγγένειας που δείχνει να παρουσιάζει με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» και της ενσωμάτωσης κάποιων στίχων αυτού του ποιήματος στο πεζό κείμενο της «Γυναίκας…» μας δίνει την εντύπωση ότι μπορεί να είναι η πρώτη-πρώτη γραφή του πρώτου σχεδιάσματος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» που, άγνωστο για ποιο λόγο, ο ποιητής δεν το ενσωμάτωσε τελικά στο όλο ποίημα, αλλά επιπλέον του άλλαξε τη μορφή και ένα μέρος του περιεχομένου. Ίσως.

Παρόλα αυτά όμως, όπως και να το δούμε και σε κάθε περίπτωση, δεν παύει το κείμενο της «Γυναίκας…» να έχει τη μορφή ενός διηγήματος που άρχισε να το γράφει ο δημιουργός του και μετά το εγκατέλειψε ξεχνώντας να το επεξεργαστεί περαιτέρω. Σήμερα, εδώ και πολλά χρόνια, θεωρείται ως μία από τις πρώτες, ίσως η αριστουργηματικότερη απόπειρα για τη θεμελίωση του πεζού λόγου και ιδιαίτερα της διηγηματογραφίας στον τόπο μας. Ανοίγει, μαζί με το «Διάλογο», το δρόμο της ποιητικής πεζογραφίας και με αυτή τη σκέψη ο Σολωμός είναι ένας μεγάλος πρόγονος.

Τα θέματα αυτών των δύο πεζογραφημάτων μας επιτρέπουν να τα κατατάξουμε στην πολιτική, κοινωνική πεζογραφία που ξέρει να μαστιγώνει ανελέητα, με ανείπωτη σκληρότητα κάποιες φορές, με ειρωνεία και σαρκασμό, τα κακώς κείμενα της εποχής της. Ο Σολωμός πρέπει να θεωρηθεί λοιπόν και ανεπιφύλαχτα ως ο μεγάλος πρόγονος και θεμελιωτής της μαχόμενης για το κοινό καλό Λογοτεχνίας στον τόπο μας, που δείχνει πάντα το καλό, αυτό που θεωρεί καλό βέβαια, και το δρόμο για την επίτευξή του.

Η Αγία Γραφή και δη η Παλαιά Διαθήκη φαίνεται πως έχει ασκήσει τεράστια επίδραση στη γλώσσα, το ύφος, τη διάθεση, την πλοκή και το περιεχόμενο του διηγήματος. Τρόπος γραφής αργός, ρυθμικός, μελωδικός, λέξεις που επαναλαμβάνονται σκόπιμα, για ευφωνία ή για να δώσουν έμφαση και ρυθμό στο λόγο, χρήση συνδέσμων κατά τον τρόπο της Γραφής (ότι ίσον διότι), στο βάθος διακρίνεται κάποια μυστικοπάθεια. Γεγονότα και πράξεις που συμπλέκονται με οράματα, επιθυμίες και συμπεριφορές εξωπραγματικές.

Έννοιες και αντιλήψεις της Παλαιάς Διαθήκης αποτελούν κυριαρχικό μοτίβο στο κείμενο και καθορίζουν την πορεία του, όπως η προσμονή της σκληρής τιμωρίας για τη γυναίκα από τη Θεία Πρόνοια. Ο Θεός που βλέπουμε στη «Γυναίκα της Ζάκυθος» δεν είναι ο γλυκός, ο συγχωρητικός, ο πανάγαθος θεός των χριστιανών, αλλά ο σκληρός και εκδικητικός τιμωρός, ο Ιεχωβά της Παλαιάς Διαθήκης. Το διήγημα τούτο έχει μεγάλες ομοιότητες με μαχητικά προφητικά βιβλία των Εβραίων, φράσεις των οποίων συναντώνται εδώ κι εκεί. Συγχρόνως όμως οι δυνατές συγκρούσεις που έχει μέσα του καθώς και η ψυχολογική τους ανάλυση το φέρνουν πιο κοντά στο πνεύμα της αρχαίας τραγωδίας. Άλλωστε, η επέμβαση του Θείου στα ανθρώπινα αποτελεί στοιχείο και των δύο παραδόσεων, της Ελληνικής και της Εβραϊκής. Ο τρόπος αλλάζει.

Ο ιερομόναχος Διονύσιος είναι το άλλο κύριο πρόσωπο του έργου, το alter ego του ποιητή, κατά κοινή αποδοχή. Μυστικοπαθής, βαθειά θρησκευόμενος, αγνός πατριώτης, ευερέθιστος, εκπρόσωπος του καλού. Πληγωμένη η ευαίσθητη και τρυφερή ψυχή του από την αθεράπευτη κακία του κόσμου, το αβυσσαλέο μίσος κάποιων ανθρώπων, την απάτη, την αντιπατριωτική στάση κάποιων συμπατριωτών του και την απανθρωπιά που χαρακτηρίζει το αρχοντολόι του νησιού του ξεσπάει αυθόρμητα σε χείμαρρους από κατάρες εναντίον όλων εκείνων που είναι το εντελώς αντίθετο από τον ίδιο που κύριος εκπρόσωπός τους παρουσιάζεται εδώ η Γυναίκα της Ζάκυθος.

Η μορφή του, ο χαρακτήρας του παραπέμπουν στον ίδιο τον ποιητή. Νιώθουν και οι δυο τον ίδιο πόνο, οι καρδιές του σπαράζουν το ίδιο μπροστά σε τόση συμφορά, μπροστά σε τόση απονιά και απανθρωπιά. Αυτή η περιπλάνησή του στα καντούνια της Ζακύνθου, η έντονα παρατηρητική ματιά που δεν αφήνει να του ξεφύγει τίποτα, διεισδύοντας ταυτόχρονα βαθιά μέσα στα αξεδιάλυτα μυστήρια της φύσης με απόλαυση και ηδονή, η εξεταστική και μυστικόπαθη διάθεση που τον διακρίνει είναι χαρακτηριστικά στοιχεία του ίδιου του ποιητή που ζούσε παρατηρώντας τα πάντα γύρω του κι έγραφε τα ποιήματά του ακούγοντας τους ήχους από τα κανόνια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Έβλεπε, με τα μεγάλα και εκφραστικά του μάτια μέσα από τις κινήσεις του φυσικού περιβάλλοντος τους κλυδωνισμούς και τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής. Γεμάτος καλοσύνη και αγάπη για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα τον καταπιεσμένο, τον καταδιωγμένο, τον απόκληρο νιώθει παράλληλα στα εσώβαθα του είναι του μία τρομερή απέχθεια για το ανθρωπόμορφο τέρας της Ζακύνθου και τους ομοίους της.

Η γυναίκα της Ζάκυθος είναι ό,τι πιο κακό, άσχημο και φρικιαστικό μπορούσε να δημιουργήσει ποτέ η φύση, η κοινωνία ή η φαντασία του ποιητή. Τα εξωτερικά της περιγραφικά στοιχεία φτάνουν ως την έσχατη ακρότητα, για να αποτελέσει, ίσως, ένα πρότυπο του είδους που εκπροσωπεί. Άσχημη όσο καμία άλλη γυναίκα, κακομούτσουνη, καμπούρα, κοκκαλιάρα, σχεδόν αποστεωμένη, ένα πραγματικό τέρας με αλλοιωμένα, ημιανθρώπινα, στα όρια του ζώου χαρακτηριστικά. Ένα κορμί ξέφτιο, κατοικία μοναδική μιας ψυχής πονηρής, κακιά, διεφθαρμένης, αμαρτωλής, μυσερής, περιγελάστρας, συκοφάντριας, αντροχωρίστρας, φθονερής, μισάνθρωπης και μισάδελφης, γεμάτης μίσος για τον άλλο, υποψία, ψευτιά, απάτη και χολή.

Υποκρίτρια, με την πιο ακραία σημασία της λέξης, πασχίζει να πλάσει την κόρη της, που σκιαγραφείται από τον ποιητή με μια κάποια ευαισθησία και ψήγματα ανθρωπιάς, «κατ’ εικόνα και ομοίωσίν» της. Φιλότουρκη μέχρι παραλογισμού, δίχως ούτε μία σταγόνα πατριωτικής έγνοιας μέσα της, αφήνει το αρρωστημένο μίσος της για τον άλλο να ξεσπάσει σαν χείμαρρος, χωρίς να δείχνει και το ελάχιστο έλεος, πάνω στις δύστυχες γυναίκες του Μεσολογγίου που βρίσκονται μακριά από τον τόπο τους, χωρίς τη δική τους θέληση, εκπατρισμένες για να γλυτώσουν τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους.

Τα επιχειρήματα με τα οποία προσπαθεί να τις αντιμετωπίσει είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που χρησιμοποιεί ο βολεμένος άρχοντας που βλέπει με εχθρότητα την επανάσταση των Ελλήνων. Έτσι, προφανώς, συνήθιζε να μιλάει και να συμπεριφέρεται τα χρόνια εκείνα το ζακυνθινό αρχοντολόι και μάλλον σε αυτό αποβλέπει με το κείμενό του ο Σολωμός, να το χτυπήσει δηλαδή κατακέφαλα ώστε να συνέλθει κάποια στιγμή. Έτσι η ταύτιση που επιχειρεί ο Βαλέτας δεν είναι χωρίς κάποια βάση αλήθειας.

Η γυναίκα μισεί τους πάντες και τα πάντα. Το μίσος για την αδελφή της καταντάει αρρώστια ανίατη και την οδηγεί τελικά στο θάνατο. Πεθαίνει μόνη κι έρημη, αφού τη χτύπησαν πρώτα απανωτά οι συμφορές που τη βρήκαν. Χάνει στη σειρά πατέρα, μάνα, κόρη. Καταραμένη ως ήταν από τη μάνα της και τον ιερομόναχο Διονύσιο και με τη σύμφωνη θέληση του ποιητή και την τελική, τη δίκαιη αλλά σκληρή επέμβαση της Θείας Πρόνοιας παθαίνει χτικιό, τρελαίνεται και στο τέλος αυτοκτονεί.

Αντίθετα οι Μεσολογγίτισσες, ψυχές βασανισμένες και αγνές, πατριώτισσες και αγωνίστριες για τη ζωή, όσο τους επιτρέπουν βέβαια οι πενιχρές δυνάμεις τους, είναι γεμάτες αξιοπρέπεια και περηφάνια. Δεν βγαίνουν στη ζητιανιά παρά μονάχα όταν εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα να επιζήσουν αυτές και τα παιδιά τους, και μαζί τους οι πολιορκημένοι αγωνιστές της πατρίδας τους. Μόνο όταν η ανάγκη έφτασε στο απροχώρητο και η πείνα τις έσφιξε με το παραπάνω βγήκαν μέρα μεσημέρι στη ζητιανιά, αφήνοντας στην άκρη κάθε αίσθημα ντροπής.

Μα και πάλι δεν ζήταγαν τη βοήθεια των άλλων σαν συνηθισμένες ζητιάνες, αλλά σαν άνθρωποι έντιμοι, περήφανοι και αξιοπρεπείς που έδειχναν ότι πάλευαν για ένα σπουδαίο σκοπό, την ελευθερία της πατρίδας τους. Έτσι δεν ξεπέφτουν στα μάτια του απλού λαού που σπεύδει να βοηθήσει όσο του είναι δυνατόν. Αλλά δεν φτάνει κι έτσι οδηγούνται και στις πόρτες των αρχόντων.

Οι Μεσολογγίτισσες λοιπόν αποτελούν σύμβολα ανθρωπιάς και πατριωτισμού, που αγωνίζονται για τον αγωνιζόμενο λαό τους, που πονούν και πάσχουν για το ρημαγμένο τους τόπο που δεν ξέρουν αν θα ξαναδούν ποτέ, για τις διαλυμένες ζωές των συνανθρώπων τους. Γεμάτες καλοσύνη και χριστιανική εγκαρτέρηση φαίνεται ότι στο τέλος συγχωρούν το σκληρό και αποτρόπαιο τερατόμορφο πλάσμα παρά τις βαριές και απάνθρωπες προσβολές που δέχτηκαν από αυτό.

Αυτά είναι όσα είχα να πω για το σπουδαίο αυτό έργο του Σολωμού και για τα προβλήματα που συναντάει ο αναγνώστης από την ιδιόμορφη γραφή του. Οι όποιες λύσεις επιχειρήθηκαν να δοθούν αντλήθηκαν με κόπο μέσα από τις υπάρχουσες δυνατότητες κατανόησης και την ερμηνευτική εργασία παλαιότερων σχολιαστών και ερμηνευτών. Η αφηγηματική πορεία του διηγήματος και η διαγραφή των χαρακτήρων κυλούν αργά, αλλά σταθερά. Οι χαρακτήρες προϋπάρχουν δεν εξελίσσονται, γιατί είναι πρότυπα, σύμβολα ιδεών, αντιλήψεων, στάσεων και συμπεριφορών.

Η λύση, σύμφωνη με την άτεγκτη και απαραβίαστη θέληση της Θείας Πρόνοιας, είναι ακριβώς αυτή που θα επιθυμούσε μια ψυχή ευαίσθητη, αγνή και τρυφερή, που νιώθει βαθιά συγκίνηση και πόνο μπροστά σε ένα μεγάλο πατριωτικό αγώνα και τις δυσκολίες του για τη λευτεριά του λαού της. Η «Γυναίκα της Ζάκυθος» είναι ένα έργο μοναδικό, θεμελιακό και ανεπανάληπτο με έντονα διδακτικές και πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές προεκτάσεις, το οποίο, παρά την έλλειψη τελικής επεξεργασίας φέρνει επάνω του ακέραια τη σφραγίδα της σπουδαίας ποίησης του Διονύσιου Σολωμού.

Πρώτη δημσίευση: Περιοδικό Διάλογος των Λεχαινών, τεύχος 3-4, Δεκέμβρης 1978

Share this
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή