Καραγάτσης | “Νομίζω πως θα επιθυμούσε να γίνει ο επικός της παρακμής των ανθρώπων”

by Times Newsroom 1

Η πρώτη επέτειος

  • Του Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η πρώτη επέτειος του θανάτου του Καραγάτση δεν πέρασε απαρατήρητη. Πολλοί τον θυμήθηκαν – και δεν είχαν άδικο. Γιατί ο πληθωρικός αυτός πεζογράφος, που έφυγε τόσο πρόωρα, έπιανε πολύ τόπο στην πνευματική μας ζωή, ακόμη και με τις σφοδρές αντιλογίες, που ξεσήκωνε σε κάθε του βήμα.

Υπήρξε σπάταλος και ακάθεκτος. Είχε παρρησία, που συχνά έφτανε τα όρια του κυνισμού, κ’ ένα πάθος δημιουργίας, που θα μπορούσε να σταθεί παράδειγμα σε πολλούς. Γεννημένος αφηγητής, θέλησε να είναι και “σύγχρονος”. Επραγματοποίησε τόλμες, που άλλοι δεν θα είχαν την δύναμη μήτε να τις συλλογιστούν. Η κατάρτισή του αναφερόταν κυριότατα στα σύγχρονα θέματα και στα σύγχρονα προβλήματα, και μάλιστα τα ψυχολογικά, της ψυχολογίας του βάθους. Ανήκει στη γενιά των συγγραφέων του εικοστού αιώνα, που μεγάλωσαν κ’ έγραψαν μέσα στο κλίμα του Freud και των απογόνων του. Πίσω από όλα τα κείμενα του Καραγάτση, ακόμη και τα ιστοριογραφικά, υψώνεται σκυθρωπή η βαριά σκιά του σκληρού γιατρού της Βιέννης, αυτού του οδοιπόρου των αβύσσων. Ο Freud κατέβηκε, με το πείραμα, με την παρατήρηση, με την ερμηνεία, με την εννοιολογική κατασκευή, ακόμη και με τη διαίσθηση ίσαμε τα έγκατα του ανθρώπου. Ο Καραγάτσης τον ακολούθησε. Ήταν πλασμένος, προορισμένος, από τη φύση του, να τον ακολουθήσει. Ακόμη και στην υπερβολή.

Υπάρχει ένα σύμπαν μέσα στο σώμα. Αυτό το σύμπαν υπήρξε ο ιδιαίτερος χώρος του Καραγάτση. Πολλές φορές μας ξάφνιασε. Τον παρακολουθούσαμε με κάποιον τρόμο, δεν ξέραμε ώς πού μπορούσε να φτάσει. Οι ήρωές του δυναστεύονται από το γενετήσιο ένστικτο. Όλοι ζουν μια ώρα κινδύνου. Το γενετήσιο ένστικτο γίνεται η μοίρα, η ανάγκη. Αυτό καθορίζει τη στάση τους, την ψυχοβιολογική τους συγκρότηση, είναι μια ασταμάτητη και οξύτατη παρουσία.

Ο Καραγάτσης δεν είναι νηφάλιος αφηγητής. Ό,τι βγαίνει από τα χέρια του κοχλάζει. Είναι μια διάπυρη μάζα, που προϋποθέτει την ολοκληρωτική εξάντληση, την ανάλωση. Μια αυτεγκατάλειψη, θα μπορούσε να πει κανείς. Στο βάθος είναι ένας απαισιόδοξος ηθολόγος. Νιώθει το ανθρώπινο πλάσμα γεμάτο επιθυμία και πόνο, τοποθετημένο αντίκρυ σε αλλεπάλληλα αδιέξοδα. Αυτά τα αδιέξοδα καταλύουν την ευαισθησία. Σπανιότατα θα συναπαντήσει ο αναγνώστης μέσα στα βιβλία του Καραγάτση πρόσωπα παραδομένα σε όνειρο και σε ρεμβασμό, μετέωρα ανάμεσα στο πραγματικό και το υπερβατικό, αιχμάλωτα ενός ιδανικού, από εκείνα τα παλιά, που η εποχή μας τα θεωρεί “ξεπερασμένα”. Η κλίση του είναι προς τους αχαλιναγώγητους, προς τους φθαρμένους, προς τους καταπονεμένους, προς τους άσωτους, προς τους αδίσταχτους. Αν το ιδούμε το θέμα καλύτερα, θ’ ανακαλύψουμε μέσα στην ωμή παρέλαση των θλιβερών αυτών ηρώων μια θλίψη: έτσι είναι ο άνθρωπος! Κι ωστόσο, μπορεί ακόμη και διατηρεί μέσα του κάποια ίχνη καλοσύνης, κάποια κατάλοιπα ανθρωπιάς.

Η αιχμαλωσία του ενστίκτου, δηλαδή η αιχμαλωσία μέσα στο ένστικτο, δείχνεται στ’ αφηγήματα του Καραγάτση καταθλιπτική, συντριπτική. Δεν έχουν οι άνθρωποί του τη δύναμη να παλαίψουν με το δαίμονα. Η απόλαυση, η ευζωία, η κατάκτηση, συχνά με όποιους τρόπους, με όποια μέσα, είναι ο αμετάθετος στόχος τους. Πίνακας του καιρού μας; Θα έλεγα: ένας πίνακας του καιρού μας – και όχι από τους λιγότερο αληθινούς. Ο Καραγάτσης υπήρξε, ως προς τούτο, ένας αδιάλλαχτος κ’ ένας ασυμβίβαστος. Είχε την ικανότητα του σαρκασμού. Ο σαρκασμός είναι μια άμυνα, ενώ συχνά φαίνεται, πως είναι επίθεση. Επιτέλους: άμυνα και επίθεση, μια μορφή μάχης. Ο Καραγάτσης επίσης είπε μερικά πράγματα, που άλλοι δε θέλησαν ή δε μπόρεσαν ή δεν ξεθαρρεύτηκαν να πουν. Με αστείρευτη φαντασία και με δύναμη περιγραφής.. Δεν κρίνω εδώ τη διατύπωση. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά, που προσπαθώ να προσδιορίσω τον Καραγάτση. Αντιμετωπίζω μόνο μερικές απόψεις του έργου του, που δίνουν αφορμή σε κάποιες χρήσιμες ίσως παρατηρήσεις – ή και σε κάποιους υπαινιγμούς. Γιατί, ανάμεσα στ’ άλλα, αυτός ο πεζογράφος με την αστείρευτη φαντασία, αυτός ο άφθονος, που κατόρθωνε πάντα να ενδιαφέρει, ένιωθες, πως ζούσε μέσα σε μια αέναη κρίση και πως είχε την ανίληψη κάποιου μεγέθους, που τον καταδυνάστευε. Νομίζω, πως θα επιθυμούσε να γίνει ο επικός της παρακμής των ανθρώπων. Έτσι που ήταν απαλλαγμένος από αυταπάτες. Και που δεν επάθαινε πανικό μπροστά στα εμπόδια.

Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΛΕ΄, τόμος 70ός, τεύχος 823, 15 Οκτωβρίου 1961

****************************************

Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (1901-1982)

Ο Ι[ωάννης] Μ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πρωτότοκος γιος του Μιχαήλ και της Ειρήνης. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη παιδιά που πέθαναν όμως σε παιδική ηλικία. Το 1910 η οικογένεια Παναγιωτόπουλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και γράφτηκε Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Αποφοίτησε το 1923 και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση. Υπήρξε βασικό στέλεχος της ιδιωτικής σχολής Μακρή, την οποία αργότερα αγόρασε και μετονόμασε σε Ελληνικά Εκπαιδευτήρια (πρόκειται για τη γνωστή σήμερα ως Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου στο Παλαιό Ψυχικό). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ταξίδεψε στην Ευρώπη, τη Μικρά Ασία, την Κίνα και αλλού. Το 1947 διορίστηκε καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Διετέλεσε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου στην Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο και το μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών της κυβέρνησης Κ.Καραμανλή το 1974. Το 1976 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1982. Το σύνολο του συγγραφικού έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου είναι τεράστιο σε έκταση. Ασχολήθηκε επί εξήντα χρόνια παράλληλα με την ποίηση, την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αρθρογραφία, το δοκίμιο, την κριτική. Το πρώτο του δημοσίευμα ήταν ένα πεζό κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα στις στήλες της εφημερίδας Ελλάδα το 1916, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά Ναυτική Δόξα, Σφαίρα και Εθνικό Εγερτήριο. Το 1920 πραγματοποίησε την πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στα γράμματα από τις στήλες του περιοδικού Μούσα των Νάσου Χρηστίδη και Παύλου Καλλιγά (1920-1923), του οποίου υπήρξε συνδιευθυντής μαζί με τους Λέοντα Κουκούλα, Μιχαήλ Στασινόπουλο και Κλέωνα Παράσχο. Ακολούθησαν συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες όπως η Ζωή, η Νέα Ζωή, τα Νέα Γράμματα, το Νέον Κράτος, η Νέα Εστία, η Πρωία, η Ελευθερία, ενώ συνεργάστηκε επίσης στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού. Στα πρώτα του ποιήματα κινήθηκε στο πλαίσιο του αισθητισμού, του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού με έντονες επιρροές από τον Κωστή Παλαμά ( εδώ ανήκει η πρώτη του ποιητική συλλογή Το βιβλίο της Μιράντας του 1924) και στράφηκε αργότερα προς την ανανεωτική τάση των ποιητών του μεσοπολέμου, την εσωτερικότητα και τον υπερρεαλισμό (ορόσημο η ποιητική συλλογή Αλκυόνη, γραμμένη από το 1934 ως το 1948). Στην πεζογραφία του παρατηρείται συνύπαρξη ποιητικών στοιχείων με στοιχεία κριτικού στοχασμού, καθώς επίσης μια ιδιαίτερη φροντίδα της έκφρασης (σημειώνονται ενδεικτικά τα έργα του Αστροφεγγιά (1945), Χαμοζωή (1946), και Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά (1956 – Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). Στην κοσμοθεωρία του ανιχνεύονται αρχικές επιρροές από την πεσιμιστική αντίληψη για τη ζωή που υιοθέτησαν και σύγχρονοί του αισθητιστές λογοτέχνες (Κώστας Ουράνης, Τέλλος Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης κ.α.), ενώ στα έργα της ωριμότητάς του στράφηκε προς μια τραγική στάση αποδοχής του ανεκπλήρωτου της ηδονής και της ματαιότητας της ανθρώπινης ζωής. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., «Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, «Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Στ΄, σ.364-417. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή