Καραγάτσης: Σε εξέχουσα θέση ανάμεσα στους εργάτες του νεοελληνικού λόγου της πρώτης πεντηκονταετίας του αιώνα μας

by Times Newsroom 1
  • Του Θ. ΠΕΤΣΑΛΗ-ΔΙΟΜΗΔΗ

Μπροστά σ’ ένα έργο σαν του Καραγάτση προβάλλουν μερικά ερωτήματα. Από αυτά ξεχωρίζουν για μένα δυο. Η καλοπροαίρετη τοποθέτηση και απάντηση σ’ αυτά θα επιτρέψει την πιο άνετη και πιο σίγουρη κατάφαση στο θετικό πλευρό της προσφοράς του.

Το πρώτο και κύριο ερώτημα είναι, αν ο πληθωρισμός είναι ευεργετικό στοιχείο στη δημιουργία ενός λογοτέχνη. Το δεύτερο αφορά την σημασία που έχει η μορφή, το ύφος με άλλα λόγια, στην αξιολόγηση και στην επιβίωση του λογοτεχνικού έργου.

Ο Καραγάτσης, ο Μίτια – ας τον πούμε έτσι για μια στερνή φορά εμείς οι παλιοί του φίλοι, που ξέρουμε ότι δεν τόνε φώναξε ποτέ κανείς χαϊδευτικά Μίμη, καθώς το έγραψαν κατά λάθος όταν πέθανε – ο Μίτια – του άρεσε ο αρρενωπό όνομα του Καραμάζωφ από την εποχή των νεανικών ντοστογιεφσκικών ενθουσιασμών του – ο Μίτια Καραγάτσης – άλλη αντίδραση κι αυτό στα συνηθισμένα γλυκερά ψευδώνυμα: καραγάτση, η φτελιά, το βουνήσιο δέντρο – ο Μίτια Καραγάτσης ήταν ένας άντρας με όλη τη σημασία του, ένας άντρας ζωικά και πνευματικά πληθωρικός, αλλά – δυστυχώς, αλλά – με το σαράκι μέσα του, ένα κακό σαράκι που τον έτρωγε χρόνια, από μικρόν – έτσι καθώς συμβαίνει και στα μεγάλα δέντρα του βουνού.

Τον έφαγε το σαράκι, νέον ακόμα, πενήντα δυο χρονώ, τον ετυράννησε το σαράκι, όσο ζούσε. Ωστόσο, ήταν πληθωρικός, ξεχειλούσε από ζωή, πάλαιβε, πάλαιβε σκληρά. Γι’ αυτό και η δυστροπία του, η στυφάδα του, τα πάθη του, η αδιαφορία του.

Ήταν ανήσυχος πάντα, παντού, προς όλες τις κατευθύνσεις. Κατάτρωγε τα βιβλία, ένιωθε και αγαπούσε τη μουσική, ένιωθε και αγαπούσε τη ζωγραφική, την Τέχνη σε όλες της τις μορφές. Ριχνόταν και στην επιστήμη. Όλα αυτά με απληστία, με λαιμαργία. Και το συμπέρασμα;

Ένα πλούσιο αμάλγαμα από ανάκατη, ακαταστάλαχτη, αχώνευτη πολυγνωσία, παντογνωσία μπορώ να πω, που φανέρωνε αδιάκοπα από τις ρωγμές του, το ρηχό κενό που έχασκε από κάτω. Όχι πως δεν είχε βάθος ο Καραγάτσης. Ευφυέστατος, ταχύτατος στην αντίληψη, με λαμπρή μνήμη και καταπληχτική φαντασία, άρπαζε τα πάντα, κατάπινε τα πάντα αχόρταγα και δεν τα αφομοίωνε σωστά. Τον έτρωγε ωσάν μια βία, μια δίψα, μια πείνα, που χόρταινε από την ίδια του τη σάρκα.

Αυτός όλος ο πλούτος, αυτός ο πληθωρισμός, για να πούμε τη λέξη, ήταν η τραγωδία του Καραγάτση, ήταν ο τραγικός Καραγάτσσης. Γιατί σ’ αυτόν όλον τον πλούτο έλειπε το μέτρο, έλειπε η τάξη, έλειπε η αρμονία, έλειπε η ηρεμία.

Τον βλέπω τυραννισμένο πάντα, από τα πάντα, εγώ που τον έζησα. Και όμως τον βλέπω να χαίρεται τη ζωή, ν’ αγαπάει τη ζωή, να τη ζει τη ζωή με όλους τους πόρους της ύπαρξής του. Αντινομία και αυτό, γιατί είναι και πλούτος και φτώχεια. Και λέγοντας “φτώχεια” εννοώ εκείνη τη μιζέρια του ανθρώπου που δεν είναι ποτέ απόλυτα χαρουμενος, ολοκληρωτικά ικανοποιημένος, που δεν νιώθει ποτέ την γαλήνη της ικανοποιήσεως. Ανησυχία, ανησυχία, ανησυχία…

Αυτός ο πληθωρισμός βρήκε τη διέξοδό του στο γράψιμο, σ’ έναν λογοτεχνικό οίστρο ακατάσχετο. Σελίδες, σελίδες, σελίδες. Η πέννα του έτρεχε δίχως να σκοντάβει. Τα χειρόγραφά του ήταν καθαρά, δίχως διαγραφές, προσθήκες, μουντζούρες. Δεν προλάβαινε να χορτάσει τον Μολλώχ της φαντασίας του – αυτός ο κατ’ εξοχήν “παραμυθάς”. Έγραφε, έγραφε, έγραφε.

Τον ρώτησα: “-Δεν ξαναδιαβάζεις, δεν διορθώνεις τα κείμενά σου;”

Απάντησε: “-Τα ξαναδιαβάζω. Δεν έχω να διορθώσω τίποτα”.

Το είδα και σε άλλων τα χειρόγραφα αυτό. Αραιά και πού σβησμένο ένα “και”, κάποια άλλη μικρή λέξη διαγραμμένη, μέσα σε παρενθέσεις. Η ευκολία αυτή, γνήσιο παιδί της ευφορίας, αλλά και παγίδα και έδαφος ολισθηρό, γιατί είναι πολύ λείο, πολύ τριμμένο μερικές φορές, μοιραία εβάρηνε πάνω στη μορφή, στο ύφος του έργου του Καραγάτση.

Μέσα στο ευρύτατο δάσος των σελίδων του ξεχωρίζουν θαυμάσιες περιγραφές, αδρότατες σκηνές, δυνατές συγκρούσεις, κάτι τρικυμίες αξέχαστες, κάτι λιοπύρια σε κάμπο θεσσαλικό που τα νιώθεις ακόμα να σε τσουρουφλίζουν, και πάντα εκείνες οι ερωτικές, οι σεξουαλικές εικόνες που έρχονται και ξανάρχονται κουραστικά, αδυσώπητα, σαν εφιάλτης πια, ωσάν βραχνάς που τον κυνηγούσε τον αξεδίψαστο Καραγάτση. Κι ύστερα σελίδες, πολλές σελίδες, με πολλή φλυαρία, με πολύ πρόχειρες φιλοσοφίες, πολύ ξώπετση επιστημονοφάνεια, βαλμένες σε μια γλώσσα νόθη, ούτε δημοτική καλά-καλά, ούτε και όμορφη απλή καθαρεύουσα. Κι άξαφνα πάλι σε μια σκηνή λαχταριστή, ρωμαλέα, μια εξαίρετη σελίδα ανθολογίας…

Και ρωτάς: Τι θα μείνει από τούτο το έργο, το τόσο άφθονο, το τόσο ανόμοιο;

Η πείρα μου λέει, η μικρή μου πείρα, ότι εκείνα τα έργα τέχνης επιζούν, που είναι τέλεια στη μορφή τους, έστω και αν η ουσία τους, το περιεχόμενό τους υστερεί. Όσο τέλεια και αν είναι η ουσία, αν η μορφή που την εκφράζει δεν είναι ισάξια, το έργο δύσκολα επιζεί. Όταν όμως ταυτιστούν μορφή και ουσία, τότε έχουμε τα αριστουργήματα.

Στου Καραγάτση το έργο η μορφή, το ύφος υστερεί συχνά, συχνότατα. Όχι πως δεν τον απασχόλησε το ζήτημα της μορφής. Τον απασχόλησε και πολύ και αδιάκοπα μάλιστα – ανήσυχος, ανικανοποίητος και σ’ αυτό και σ’ αυτό γεμάτος αντίθεση: ένας άνθρωπος τυραννικά ανήσυχος μπροστά σ’ ένα κείμενο στρωτό σαν μαθητικό τετράδιο, – αλλά δεν μπόρεσε, δεν μπορούσε να δώσει παραπάνω, δεν μπορούσε ενα σταθεί να σκαλίσει τη φράση του.

Μένουν οι σελίδες, οι άφθονες σελίδες, όπου η ουσία πήρε αυτόματα τη μορφή, το ύφος που της ταίριαζε, την καλή, την άξια μορφή, την πλήρη μορφή και μερικές φορές την τέλεια μορφή.

Αυτές οι σελίδες θα μείνουν, αυτά τα ολοκληρωμένα κομμάτια. Δεν μπορώ να πω, αν είναι πολλά ή λίγα. Είναι αρκετά, για να τοποθετήσουν το φίλο μας τον Μίτια – και ήταν φίλος καλός ο Καραγάτσης, απότομος, αλλά ίσιος, όταν ήξερες να σταθείς κοντά του και να τον δεχτείς αυτόν που ήταν – να τον τοποθετήσουν σε εξέχουσα θέση ανάμεσα στους εργάτες του νεοελληνικού λόγου της πρώτης πεντηκονταετίας του αιώνα μας, γιατί σαν ένα σκληρό δέντρο βουνήσιο, κακοπελεκημένο, φούντωσε ακατάστατα μπορεί, αλλά οπωσδήποτε πλούσια.

Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΛΕ΄, τόμος 70ός, τεύχος 823, 15 Οκτωβρίου 1961

*****************************************

Θ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ (1904-1995)

Ο Θανάσης Πετσάλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του Νικόλαος ήταν γιατρός και καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό τον Αλέκο. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, όπου παράλληλα σπούδασε και στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Ταξίδεψε στην Ευρώπη για σπουδές (1920-1924) και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου (1924-1928). Το 1928 διορίστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου εργάστηκε στο τμήμα μελετών και στο δικαστικό τμήμα ως το 1946. Το 1932 πολιτεύτηκε με το κόμμα του Γ.Καφαντάρη. Το 1941 παντρεύτηκε την Αιμιλία Γεωργίου Τριλίβα – με την οποία απέκτησε ένα γιο το Νίκο – και το 1952 σε δεύτερο γάμο την Ελισσάβετ Κωστακοπούλου, με την οποία απέκτησε τον δεύτερο γιο του Αλέξανδρο. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1923 με δημοσιεύσεις ποιημάτων και το 1925 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Μερικές εικόνες σε μια κορνίζα, με έντονες επιρροές από το χώρο του γαλλικού νατουραλισμού και του αισθητισμού. Ακολούθησε μια συνειδητή στροφή του προς το είδος του αστικού μυθιστορήματος, ενταγμένου στα πλαίσια της λεγόμενης μυθιστορηματικής τοιχογραφίας, μιας κατά το δυνατό αντικειμενικής θεώρησης της κοινωνικής ζωής και αληθοφανούς αναπαράστασής της, εντάσσοντας τα μυθιστορήματά του σε μεγαλύτερες, χρονικά διαδοχικές ενότητες. Για το λογοτεχνικό του έργο τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1950 και με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1956 και 1963). Το 1948 αναγορεύτηκε μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Λογοτεχνών (θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1950), το 1977 μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1994 επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά και αγγλικά. Πέθανε στην Αθήνα. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Θανάση Πετσάλη Διομήδη βλ. Γιάκος Δημήτρης, «Πετσάλης – Διομήδης Θανάσης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. , Ζήρας Αλεξ., «Πετσάλης – Διομήδης Θανάσης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Παπαγεωργίου Κώστας Γ., «Θανάσης Πετσάλης – Διομήδης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Ζ΄, σ.156-188. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Πικραμένου Μίτση, «Βιοχρονολόγιο Θανάση Πετσάλη- Διομήδη, Νέα Εστία138, Χριστούγεννα 1995, ετ.ΞΘ’, αρ.1643, σ.2-6. [Πηγή: www.ekebi.gr]

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή