Κατά πού πέφτει ο παράδεισος;

by Νίκος Λαγκαδινός
Share this
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
  • nikos.lagadinos@yahoo.gr

Σπάνιες πια οι αιθεροβασίες και οι επαναστατικές καταδύσεις. Πλέον ζούμε σ’ ένα πέλαγο θολό. Έχουμε την αίσθηση ότι για την Ελλάδα ο ουρανός είναι συνεχώς συννεφιασμένος. Κι εμείς, όσοι δηλαδή δεν προσαρμόζονται, κάνουμε αέναες προσπάθειες προσανατολισμού κι αναπροσαρμογής. Γιατί; Μα είναι απλό. Ζήσαμε απανωτά διαψεύσεις, ασυνέπειες, προδοσίες, δηλητήρια κάθε λογής. Όμως περάσαμε και καλές μέρες που μας τροφοδοτούσαν με αισιοδοξία. Αλλά τώρα νιώθουμε ότι είμαστε μέσα σ’ ένα ασταμάτητο μπουρίνι και ψάχνουμε να βρούμε τρόπους να σταθούμε ακέραιοι, να μη λαβωθούμε, να υπάρξουμε…

Για να διαβάσει κανείς όσα γράφω πρέπει να βλέπει ονόματα. Κανένα όνομα πλέον δεν εμπνέει. Τι νόημα θα είχε να λέω τι κάνει ο ένας και τι δεν κάνει ο άλλος. Είμαι βέβαιος πια ότι η δική μου γενιά δεν πρόκειται να δει καλύτερες μέρες. Βρισκόμαστε στην εποχή των επιγόνων που δεν εμπνέουν, δεν έχουν ιδέες…

Σε ποιο δρόμο;;

Όταν βρίσκομαι σε μεγάλους, ίσιους και ατελείωτους δρόμους, ο νους μου πάει στο βιβλίο «On the Road» [Στο δρόμο] του Τζακ Κέρουακ (1922-1969), που υπήρξε ένας από τους μύθους της μεταπολεμικής Αμερικής. Το βιβλίο αυτό του Κέρουακ ήταν- και παραμένει- κάτι σαν ύμνος των στερημένων, των περιθωριακών, εκείνων που ένιωθαν σαν να μην ταίριαζαν πουθενά. Ο ίδιος ο Κέρουακ ήταν ένας τέτοιος αταίριαστος, μολονότι είχε προσπαθήσει πολλά χρόνια να βρει μια θέση στη ζωή του.

Πέθανε νέος και δυστυχισμένος. Μιλάει για τη λαχτάρα της ελευθερίας. Το τι θα κάνει κανείς με την ελευθερία του μόλις τη βρει, είναι δικό του «καπέλο». Δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Αλλά ούτε χωρούν γκρίνιες ή μεταμέλειες. Έτσι ήταν τότε. Έτσι είναι τώρα. Έτσι θα είναι πάντα. Ο Σαλ Παραντάις ήξερε καλά τι πάει να πει να είσαι νέος, άφραγκος και χωρίς υποχρεώσεις. Πάει να πει πως είσαι ελεύθερος. Έστω κι αν νιώθεις κάπως σαν χαμένος.

Ο Σαλ ήταν ο αυτοβιογραφικός πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ «Στο δρόμο». Με τον νωχελικό κολλητό του Ντιν Μοριάρτι, ο Σαλ Παραντάις ταξιδεύει στην Αμερική αναζητώντας φώτιση και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει (εύκολο σεξ, ναρκωτικά, ποίηση). «Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριώνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά…»

Κατά πού πέφτει ο παράδεισος;

Το διάβασμα και το γράψιμο είναι μια συντροφιά ψυχής για μένα. Το διάβασμα είναι διάβασμα και το γράψιμο είναι ή δημοσιογραφικό ή, ας πούμε, πιο περιποιημένο. Δεν ξέρω για πόσους συμβαίνει το ίδιο, αλλά είμαι βέβαιος ότι η εξάπλωση και η χρήση του διαδικτύου έχει αλλάξει πλέον τους όρους των επιθυμιών και των διαθέσεών μας.

Δεν είμαι βέβαιος αν το Ωραίο είναι ζήτημα πλειοψηφίας ή είναι προνόμιο κάποιων εκλεκτών. Ωστόσο, το διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα στον καθένα, υπό κατάλληλες συνθήκες, να μπει στη χορεία των εκλεκτών και να γίνει μέλος της λεγόμενης πνευματικής αριστοκρατίας.

Γεννιέται όμως το ερώτημα κατά πόσον είναι εύκολο να υπερπηδήσει κανείς τα διάφορα στεγανά που υπάρχουν. Τέλος πάντων, ψιλά γράμματα. Η επικοινωνία με την Τέχνη είναι κατά την πιο διαδεδομένη ανίληψη, ζήτημα αγωγής, καλλιέργειας. Αλλά το κοινό της Τέχνης είναι βέβαιο πως επιδέχεται απεριόριστη διεύρυνση.

Μπορεί ένας απαίδευτος ανθρωπάκος να έχει αθεράπευτη δίψα για το καλλιτέχνημα και από μόνος του να παλεύει και να βρίσκει τον τρόπο να μυηθεί και να οξύνει την ευαισθησία του. Υπάρχει και μια κατηγορία ανθρώπων που έχουν εξαιρετική επίδοση λόγου χάρη στα τεχνικά έργα αλλά να είναι αδιάφοροι σε ό,τι προϋποθέτει καλλιτεχνική δεκτικότητα.

Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ακραίες περιπτώσεις κλιμακώνονται όσοι μοιάζουν προορισμένοι ή όχι να σωθούν. Κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Κανείς δεν μπορεί να τους υποσχεθεί ότι η δια της Τέχνης σωτηρία εξασφαλίζει τον Παράδεισο. Τον Παράδεισο τον βρίσκει ο καθένας στην περιοχή που του ταιριάζει, είτε σε μια συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής είτε με τη μουσική της ταβέρνας είτε με μια όμορφη γυναίκα!

Ταξίδι στο… πουθενά!

Δεν πιστεύω στην αξία της λογοτεχνίας της εποχής μας. Αντιλαμβάνομαι βέβαια πως κάθε εποχή πρέπει να έχει τη δική τη λογοτεχνία, όπως πρέπει να έχει και τη δική της πολιτική, τα δικά της ιδανικά, τη δική της μόδα. Διατηρώ, ωστόσο, πάντα την πεποίθηση πως η ελληνική ποίηση της εποχής μας είναι κάτι εφήμερο και ανέλπιδο, μια σπορά που μεγάλωσε σε αδύνατο και άσχημα καλλιεργημένο έδαφος, κάτι ενδιαφέρον βέβαια και γεμάτο προβληματική αλλά ελάχιστα ικανό για ώριμα, πλήρη, διαρκή αποτελέσματα.

Δεν μπορώ, κατά συνέπεια, παρά να αισθάνομαι τις προσπάθειες των σημερινών Ελλήνων ποιητών για πραγματικές δημιουργίες, για γνήσια έργα, σαν κάπως ανεπαρκείς και μιμητικές πάντα· παντού νομίζω πως συλλαμβάνω μια αμυδρή λάμψη κάποιου καλουπιού, ενός πρότυπου που κατάντησε άψυχο. Αντίθετα, την αξία μιας μεταβατικής λογοτεχνίας, μιας ποίησης που έγινε προβληματική κι αβέβαιη τη βλέπω να συνίσταται στο ότι εκφράζει δογματικά και με τη μεγαλύτερη τιμιότητα την ίδια της την ανεπάρκεια της εποχής της.

Share this
The following two tabs change content below.
Νίκος Λαγκαδινός
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή