Καθαρά Δευτέρα του 1922 με αφορμή μια φωτογραφία

  • Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

«Καθαρά Δευτέρα του 1922». Έτσι σημειώνεται με ωραία γράμματα στη πάνω δεξιά γωνία της φωτογραφίας, η οποία προέρχεται από το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, στο χωριό Μυρτιά Ηρακλείου.

Στο προαύλιο της ταβέρνας «Παράδεισος», καθισμένα σε καρέκλες, γύρω από ένα τραπέζι, διακρίνονται έξι πρόσωπα. Τέσσερις άνδρες και δύο γυναίκες. Είναι καλοντυμένοι ενώ οι δύο από τους άνδρες φορούν καπέλο.

Στο κέντρο της φωτογραφίας διακρίνονται ο Νίκος Καζαντζάκης με τη γυναίκα του Γαλάτεια Καζαντζάκη. Αριστερά, ο Βάσος Δασκαλάκης και ο Δημοσθένης Μπιτσάνης. Δεξιά, η Έλλη Αλεξίου και ο Ραδάμανθυς Αλεξίου.

Ήταν 14 Φεβρουαρίου 1922, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε τότε. Η παρέα των φίλων, εκείνο το πρωινό, φαίνεται πως είχε ορίσει ως τόπο συνάντησης την ταβέρνα «Παράδεισος». Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό. Το αγαπημένο τους στέκι, σε κοντινή απόσταση από τα σπίτια τους, βρισκόταν στην Πλατεία Δεξαμενής του Κολωνακίου.

Ύστερα από τις τελευταίες κρύες μέρες φαίνεται πως είχε βγει ένας λαμπρός ήλιος. Φορώντας χειμωνιάτικα ρούχα, επιθυμούν να τον απολαύσουν και το δείχνουν. Από το σημείο, όπου κάθονταν, η θέα ήταν εκπληκτική. Μπορούσαν να δουν όλη την Αθήνα. Στο βάθος του ορίζοντα διακρινόταν ο Σαρωνικός.

Περιμένοντας να ετοιμαστεί το νηστήσιμο φαγητό ο Δημοσθένης Μπιτσάνης με τον Ραδάμανθυ Αλεξίου ξεκινούν μία παρτίδα σκάκι. Η Έλλη Αλεξίου, από την πλευρά της, επιλέγει να διαβάσει την εφημερίδα της. Η κενή καρέκλα, δεξιά της, τραβηγμένη λίγο προς τα έξω, ενδεχομένως να δηλώνει την παρουσία ή την άφιξη, λίγο μετά, κι άλλου προσώπου.

Κάποιος πλανόδιος φωτογράφος, μπορεί και ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας ή το πρόσωπο που τυχόν καθόταν στην άδεια καρέκλα, θέλησε να απαθανατίσει τις κινήσεις της εξαμελούς συντροφιάς. Μόνο όμως τρία μέλη της ανταποκρίνονται και κοιτούν τον φακό. Τα άλλα τρία έχουν αφοσιωθεί στο έργο τους. Μόλις παραλήφθηκε η φωτογραφία, πιθανότατα η Γαλάτεια Καζαντζάκη, σημείωσε πάνω της την ημερομηνία.

Το σκηνικό, λίγη ώρα αργότερα, θα άλλαζε. Το αποδεικνύει και το ύφασμα που βρίσκεται στη ράχη της καρέκλας του Βάσου Δασκαλάκη. Για τραπεζομάντιλο δείχνει. Αυτό, μόλις ολοκληρωνόταν η παρτίδα του σκακιού και δεχόταν ο νικητής τα συγχαρητήρια των υπολοίπων, θα απλωνόταν στο τραπέζι. Την ίδια στιγμή θα κατέφθαναν και οι σαρακοστιανές λιχουδιές.

Τρώγοντας, θα ξεκινούσαν τη συζήτηση για διάφορα θέματα. Από τις πολιτικές εξελίξεις ώς τις τελευταίες εκδόσεις και τα κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά έντυπα που κυκλοφορούσαν.

Κύριο θέμα, βέβαια, αποτελούσαν οι εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο της Μικράς Ασίας και οι δυσκολίες που συναντούσε η κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη. Όλοι, θα εξέφραζαν τις ανησυχίες τους για το μέλλον. Λίγους μήνες αργότερα θα ξεκινούσε η Καταστροφή.
Όλα τα πρόσωπα της φωτογραφίας ήταν γνωστά σε όσους, λογοτέχνες κατά κύριο λόγο, σύχναζαν τότε στην Πλατεία της Δεξαμενής.
Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Γαλάτεια Καζαντζάκη, παντρεμένοι από το 1911, κατοικούσαν στην οδό Αναγνωστοπούλου 30β. Τα τελευταία χρόνια ανέπτυσσαν έντονη δραστηριότητα. Κείμενά τους, που δημοσιεύονταν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, προκαλούσαν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.

Η Έλλη Αλεξίου και ο Βάσος Δασκαλάκης, που γνωρίστηκαν στο περιβάλλον της Δεξαμενής, είχαν παντρευτεί το 1920. Κατοικούσαν στην οδό Δεινοκράτους 2. Παρακολουθούσαν συστηματικά τη λογοτεχνική κίνηση της εποχής. Η πρώτη, όμως, δεν είχε κάνει ακόμη το πρώτο της βήμα. Ο δεύτερος, είχε ήδη ξεκινήσει να μεταφράζει Νορβηγούς συγγραφείς. Το προηγούμενο έτος, μάλιστα, είχαν τυπωθεί δύο μεταφράσεις του γνωστών έργων του Κνουτ Χάμσουν: «Η πείνα» (Αθήνα, Χ. Γανιάρης και Σία, 1921) και «Μυστήρια» (Αθήνα, Χ. Γανιάρης και Σία, 1921).

Όσον αφορά στους δύο παίκτες του σκακιού αποτελούσαν επίσης αξιόλογες φυσιογνωμίες.

Ο Δημοσθένης Μπιτσάνης, υπάλληλος τότε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ήταν γνωστός διανοούμενος. Η δραστηριότητά του είχε πολύ συζητηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Αποτελούσε ηγετικό στέλεχος του Εργατικού Κέντρου Λάρισας. Είχε πρωτοστατήσει, μαζί με άλλους, στην ίδρυση το 1908 του Παρθεναγωγείου του Βόλου και συμπαραστάθηκε στον διευθυντή του Αλέξανδρο Δελμούζο, που εφάρμοζε πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας. Λίγα χρόνια αργότερα, ύστερα από τις μεγάλες αντιδράσεις που προκλήθηκαν, ο δημοτικιστής εκπαιδευτικός υποχρεώθηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Πρόκειται για τη γνωστή υπόθεση των «Αθεϊκών». Όσοι είχαν εμπλακεί στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου τον Απρίλιο του 1914 παραπέμφθηκαν στη γνωστή Δίκη του Ναυπλίου αλλά αθωώθηκαν.

Ο Ραδάμανθυς Αλεξίου ήταν αδελφός της Γαλάτειας, του Λευτέρη και της Έλλης Αλεξίου. Είχε τελειώσει το «Μικρό Πολυτεχνείου» και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους πνευματικούς κύκλους τόσο του Ηρακλείου όσο και της Αθήνας. Τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονταν στη μουσική και στη φιλοσοφία.

Η ταβέρνα «Παράδεισος», στην αυλή της οποίας βρίσκονται τα έξι πρόσωπα της φωτογραφίας, αποτελούσε γνωστό στέκι τότε στη Πλατεία της Δεξαμενής. Ξεκίνησε να λειτουργεί το 1905. Το όνομά της όφειλε στο ομώνυμο κέντρο διασκέδασης που είχε κλείσει.

Ιδιοκτήτης της ταβέρνας ήταν ο Μιχαήλ Μαντζεβελάκης (αναφέρεται και ως Μαντζαβελάκης). Αποτελούσε μέλος του Κόμματος των Φιλελευθέρων και διατηρούσε επαφές με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Παράλληλα με την ταβέρνα, είχε εκδοτική επιχείρηση, στην οποία τυπώνονταν σχολικά βιβλία και κρατικά έντυπα. Αυτή, χάρη στις διασυνδέσεις του με κυβερνητικούς κύκλους, του απέφερε σημαντικά οικονομικά κέρδη.

Η Γαλάτεια και ο Νίκος Καζαντζάκης συνδέονταν από παλιά με τον Μιχαήλ Μαντζεβελάκη. Επισκέπτονταν με φίλους τους, σχεδόν καθημερινά, τον «Παράδεισο». Τα πρώτα χρόνια μάλιστα της ανόδου του Κόμματος των Φιλελευθέρων στην εξουσία συνεργάστηκαν στενά με τον ιδιοκτήτη του για την πραγματοποίηση ενός φιλόδοξου εκδοτικού έργου.

Το 1913 από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τη συγγραφή καινούργιων βιβλίων, που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν από τους μαθητές όλων των τάξεων του Δημοτικού Σχολείου την τετραετία 1914-1918. Έπρεπε να είναι εναρμονισμένα με το ανανεωτικό πνεύμα που φιλοδοξούσε να δώσει η Κυβέρνηση στην εκπαιδευτική πολιτική της.

Μεταξύ εκείνων που κινητοποιήθηκαν, ήταν και η Γαλάτεια με τον Νίκο Καζαντζάκη, που αποφάσισαν να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό των βιβλίων όλων των τάξεων, εκτός από το «Αλφαβητάριο». Το αποτέλεσμα, ύστερα από πολλούς μήνες εντατικής δουλειάς, υπήρξε εντυπωσιακό. Συμφώνησαν, ωστόσο, ότι στη συγγραφική δουλειά θα εμφανιζόταν μόνο το όνομα της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Η πρόταση που υποβλήθηκε εγκρίθηκε και βραβεύτηκε. Η συγγραφέας έλαβε αμοιβή 60.000 δραχμές, υπέρογκο χρηματικό ποσό για εκείνη την εποχή.

Προτού εκτυπωθούν τα βιβλία, ύστερα από τις αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν από συντηρητικούς κύκλους του Πανεπιστημίου Αθηνών, πραγματοποιήθηκε έλεγχος του περιεχομένου τους από κριτική επιτροπή. Τα κείμενα, γραμμένα στη δημοτική γλώσσα σύμφωνα με την προκήρυξη, κρίθηκε ότι έπρεπε να προσαρμοστούν σε κατανοητή απλή καθαρεύουσα. Το έργο ανέλαβε ο παιδαγωγός Ζήσης Ζαμάνος.
Τελικά, και τα πέντε «Ελληνικά Αναγνωσματάρια» του Δημοτικού Σχολείου εκδόθηκαν μέσα στο 1914, με το όνομα της Γαλάτειας Καζαντζάκη στο εσώφυλλο. Όλα τυπώθηκαν στα Εκδοτικά Καταστήματα του Μιχαήλ Μαντζεβελάκη.

Ήταν τα ακόλουθα: «Οι τρεις φίλοι» (Β΄ Τάξη), «Τα δύο βασιλόπουλα» (Γ΄ τάξη), «Ο νέος γεωργός» (Δ΄ τάξη), «Ο στρατιώτης» (Ε΄ τάξη) και «Η Μεγάλη Ελλάς» (ΣΤ΄ τάξη).

Η συνεργασία του ζευγαριού με τον εκδότη δεν υπήρξε ανέφελη. Παρότι απαγορευόταν η εκτύπωση των εγκριθέντων διδακτικών βιβλίων από οποιονδήποτε, πέρα από το Κράτος ή τον εκδότη που είχε τα δικαιώματα, το φθινόπωρο του 1914 ο Νίκος Καζαντζάκης, ύστερα από συνεννόηση προφανώς με τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, ήλθε σε επαφή με τον βιβλιοπώλη Γ. Κορνάρο, που καταγόταν από το χωριό Σίβας της Πυργιώτισσας Ηρακλείου, και αποφάσισαν να ξανατυπώσουν το βιβλίο «Οι τρεις φίλοι», με στόχο να επωφεληθούν από τα κέρδη της πώλησής του.

Το γεγονός, έπεσε στην αντίληψη του εκδότη Μιχαήλ Μαντζεβελάκη, ο οποίος κινήθηκε αστραπιαία. Κατάγγειλε την πράξη τους σε εισαγγελέα, ο οποίος διέταξε ανάκριση, κατασχέθηκαν τα τρία κλεψίτυπα τυπογραφικά φύλλα που είχαν ώς τότε τυπωθεί στο Τυπογραφείο Π. Α. Πετράκου και απαγορεύτηκε η συνέχιση της εκτύπωσης του βιβλίου. Για το πρωτοφανές γεγονός, ενημέρωσε ο εκδότης τους τυπογράφους και τους βιβλιοεκδότες, με ανακοίνωσή του που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός» στις 10 Ιουλίου 1915. Παρεμφερή ανακοίνωση δημοσίευσε και στις 22 Αυγούστου 1915 στο περιοδικό «Ο Νουμάς», δημιουργώντας ένα άσχημο κλίμα για το ζευγάρι στους δημοτικιστικούς κύκλους.

Για την παραπάνω, ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση, που δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους μελετητές, απαιτείται συστηματικότερη έρευνα για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων. Η κίνηση του ζευγαριού, ενδεχομένως, αποτελούσε μία μορφή αντίδρασης απέναντι στον τρόπο αντιμετώπισης των κειμένων τους από την Πολιτεία. Δεν ήταν πάντως, ειδικά εκείνη την περίοδο, ο πιο ενδεδειγμένος. Δημιούργησε μία αρνητική εικόνα, κυρίως για τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, στους πνευματικούς κύκλους της εποχής. Κι αυτό γιατί έδινε την εντύπωση, που δεν ήταν λανθασμένη, ότι επιζητούσε περισσότερα χρήματα, από όσα ήδη είχε εισπράξει, με την πώληση του ετοιμαζόμενου βιβλίου.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι και οι σχέσεις του εκδότη με τη Γαλάτεια και τον Νίκο Καζαντζάκη ψυχράνθηκαν. Δύσκολα πλέον, ύστερα από όσα είχαν συμβεί, θα μπορούσαν να συνεργαστούν.

Κάποια στιγμή, άγνωστο πότε ακριβώς, οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν. Τι μεσολάβησε μένει προς διερεύνηση. Το ζευγάρι, ύστερα από αυτή την εξέλιξη, άρχισε ξανά να επισκέπτεται τον «Παράδεισο». Τίποτε δεν θύμιζε τις στιγμές έντασης του 1915. Αρκετές φορές μάλιστα προσκαλούσαν στο παλιό τους στέκι και φίλους τους. Αυτό συνέβη και το πρωί της Καθαράς Δευτέρας του 1922.

Η παρουσία του Νίκου Καζαντζάκη στον χώρο τη συγκεκριμένη ημερομηνία, αξίζει να σημειωθεί, συνέπεσε με ένα σημαντικό επαγγελματικό βήμα του. Εκείνο ακριβώς το χρονικό διάστημα, διαπραγματευόταν με τον Εκδοτικό Οίκο Δ. Δημητράκου και τελικά συμφώνησαν να αναλάβει, έναντι μεγάλης αμοιβής, τη συγγραφή βιβλίων «Ιστορίας» για διάφορες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.

Τα αμέσως επόμενα χρόνια η Πλατεία της Δεξαμενής, στις πλαγιές του λόφου του Λυκαβηττού, άρχισε να αλλάζει μορφή. Πολλές λεύκες και πεύκα κόπηκαν. Πολυκατοικίες άρχισαν να χτίζονται τριγύρω. Τίποτα πλέον δεν θύμιζε τον ειδυλλιακό χώρο, στον οποίο συγκεντρώνονταν λογοτέχνες και συζητούσαν για πνευματικά ζητήματα, απολαμβάνοντας το όμορφο τοπίο.

Θύμα του «εξωραϊσμού» υπήρξε και ο «Παράδεισος». Σταδιακά, από στέκι λογοτεχνών, είχε εξελιχθεί σε χώρο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων από επίλεκτα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας.

Λίγα χρόνια μετά γκρεμίστηκε από τον Μιχαήλ Μαντζεβελάκη και στη θέση του χτίστηκε αρχικά ένα διώροφο σπίτι. Σε αυτό, μετά το 1930, προστέθηκαν και άλλοι όροφοι. Οι αρχιτεκτονικές επεμβάσεις συνεχίστηκαν και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Το 1974 κατεδαφίστηκε η ιδιόμορφη πολυκατοικία και στη θέση της χτίστηκε το γνωστό πολυτελές ξενοδοχείο «Saint George Lycabettus». Ιδιοκτήτης του ήταν ο Αντώνης Μαντζαβελάκης, γιος του Μιχαήλ, μέλος και παράγοντας για δεκαετίες της αθλητικής ομάδας του Παναθηναϊκού. Μετά τον θάνατό του, το 1979, το ξενοδοχείο εξακολούθησε να παραμένει στην ιδιοκτησία της οικογένειάς του ώς τις μέρες μας.

The following two tabs change content below.
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή