Κίνημα Αλλαγής και Διμέτωπος Αγώνας

by ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ
  • Γράφει ο ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Σε άρθρο της δημοσιογράφου Μυρτώς Λιαλιούτη, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ γίνεται λόγος για το Κίνημα Αλλαγής και για την στρατηγική που έχει επιλέξει το κόμμα την τελευταία χρονική περίοδο. Στρατηγική που έγκειται στην τήρηση αποστάσεων και από το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας αλλά και από τον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς που ευρίσκεται στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ίδια η δημοσιογράφος, προσδίδει σε αυτή την στρατηγική την επωνυμία «διμέτωπος αγώνας»,1 εστιάζοντας στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών.

Όμως, ο ‘φορτισμένος,’ πολιτικά και ιστορικά όρος, ‘διμέτωπος αγώνας,’ που εν πρώτοις, και στο πεδίο της πολιτικής ιστορίας, παραπέμπει στη στρατηγική του ‘διμέτωπου αγώνα’ που είχε υιοθετήσει το κόμμα της Ενώσεως Κέντρου (Ε.Κ.) του Γεωργίου Παπανδρέου με φόντο τις βουλευτικές εκλογές του 1964, άμεσο, πολιτικοϊδεολογικό διακύβευμα την οριοθέτηση επί της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ) και της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), και επίσης, με μείζον στόχο την διεύρυνση της κοινωνικής-πολιτικής επιρροής του κόμματος, θεωρούμε πως δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα.

Και ιδίως, ως όρος που περιγράφει την στρατηγική που έχει υιοθετήσει το Κίνημα Αλλαγής που δεν είναι μία απλή ‘συνέχεια’ του ΠΑΣΟΚ. Και λέμε κάτι τέτοιο, διότι, ενώ το περιγραφόμενο πλαίσιο τίθεται ορθά, εάν λάβουμε υπόψιν τις κινήσεις οριοθέτησης του κόμματος σε πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο, έναντι των δύο μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων, από την άλλη, είναι χρήση του όρου ‘διμέτωπος αγώνας’ εγγράφει ένα ‘φορτισμένο’ πολιτικό, ιδεολογικό περιεχόμενο που συγκροτούνταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, αναδείκνυε την κυβερνητική εναλλακτική (μετά από χρόνια πολιτικής κυριαρχίας της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή), και παράλληλα, σχηματοποιούνταν σε ένα πλειοψηφικό κοινωνικό μπλοκ που εκφράσθηκε στις βουλευτικές εκλογές του 1964 με πολιτικό πρόταγμα τον διμέτωπο.

Ένας πιο δόκιμος όρος για την περίπτωση μας, θα ήταν η τήρηση των ίσων αποστάσεων ή αλλιώς, η πολιτική διαφοροποίηση έναντι της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε στις παρούσες πανδημικές συνθήκες, να αναδυθεί και συνάμα να προσδιορισθεί το πολιτικό, ιδεολογικό και προγραμματικό στίγμα του Κεντροαριστερού φορέα.

Και αυτό το στίγμα είναι κάτι που χρειάζεται το Κίνημα Αλλαγής, καθιστώντας σε σημείο αναφοράς όχι το να μιλήσει βιαστικά, το να μιλήσει με την αγωνία να δηλώσει ‘παρών,’ αλλά, να αρθρώσει έναν πολιτικό λόγο τεκμηριωμένο και στοχευμένο. Πάνω στη βάση του τι ‘θέλω’ πολιτικά, και του ‘ποιους επιθυμώ να εκπροσωπήσω’ κοινωνικά, μπορεί να αναπτύξει το κόμμα τις προγραμματικές του θέσεις, εν καιρώ πανδημικής κρίσης, σημαίνοντας έναν μεταρρυθμισμό Σοσιαλδημοκρατικής χροιάς.2

Έναν μεταρρυθμισμό αρκούντως προωθητικό, που δεν θα ακολουθεί όσο θα θέτει ζητήματα. Αυτή την περίοδο, εμφανίζονται τάσεις που δεν αποκλίνουν, αν και τα συμφραζόμενα είναι διαφορετικά, με ό,τι είχε επισημαίνει παλαιότερα ένας εμβριθής μελετητής της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, ο Ηλίας Κατσούλης.

Έτσι, βιώνουμε μία περίοδο, όπου και δημιουργείται μία «ρευστή κατάσταση συγκλίσεων και αποκλίσεων»,3 που δεν γνωρίζουμε ακόμη πως θα εκφρασθούν, με τις δημοσκοπήσεις της όλης περιόδου να καταγράφουν τάσεις και προτιμήσεις και συμπεριφορές4 που αξιο-θεμελιώνονται πάνω στο πως βιώνεται η πανδημία και το πως αυτή επηρεάζει τον μικρό-κοσμο (και όχι μόνο) του καθενός.

Και ο επηρεασμός δεν είναι μόνο οικονομικός, καθώς θα ήταν μονοσήμαντο έως και αναγωγιστικό να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο. Επιστρέφουμε στα του Κινήματος Αλλαγής ως ουσιώδους μέρους του εγχώριου πολιτικού συστήματος, υπογραμμίζοντας πως το κόμμα πρέπει να είναι αυτό που θα κομίσει μία Κεντροαριστερή ή και Σοσιαλδημοκρατική πρόταση εξουσίας, να τοποθετηθεί με σαφήνεια και δίχως έναν στείρο αρνητισμό που παραπλανά διεγείροντας το φαντασιακό της πολιτικής και οργανωτικής διαφοράς και καθαρότητας.

Η γραμμή, όπως εκφράζεται μέσω της επικεφαλής Φώφης Γεννηματά, και αποδίδει έμφαση στην τήρηση ίσων αποστάσεων, δεν μπορεί να είναι το μόνο ζητούμενο. Μπορεί όμως να είναι ζητούμενο ποιοτικής ενίσχυσης, μέσω της πρόκλησης ‘θετικών σοκ,’ στο ίδιο το κόμμα, το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία.

Και, σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική-κοινοβουλευτική συζήτηση περί του ταμείου ανάκαμψης και των διαθέσιμων, για την Ελλάδα, πόρων, προσφέρει την δυνατότητα της εμπρόθετης τοποθέτησης από πλευράς του Κινήματος Αλλαγής, με επίδικο την θέσπιση αξόνων για την μετάβαση στην μετα-πανδημική εποχή και την δυνατότητα της αναδιανομής που μπορεί να εκφρασθεί με διάφορους τρόπους. Αυτό όμως, μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ενός άλλου άρθρου.


1 Βλέπε σχετικά, Λιαλιούτη Μυρτώ, ‘Επενδύει σε διμέτωπο αγώνα η Φώφη Γεννηματά,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 05/04/2021, σελ. 10.

2 Σε αρκετές δημοσκοπήσεις που έχουν δημοσιευθεί την τελευταία περίοδο, εν τω μέσω της εξελισσόμενης καραντίνας, διαφαίνεται η αρνητική στάση που εκφράζουν οι νεότερες ηλικιακές κατηγορίες, απέναντι στην διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση, με άξονα τον κοινωνικό, αξιακό, συναισθηματικό αντίκτυπο που γεννά η διαχείριση της πανδημίας (συνεχόμενο lockdown). Και σε αυτό το σημείο ενσκήπτει μία ευκαιρία για το Κίνημα Αλλαγής, αρκεί το κόμμα να φανεί διατεθειμένο να την αξιοποιήσει ή έστω να προσπαθήσει να την αξιοποιήσει. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως η ευκαιρία έχει να κάνει κύρια με την δυνατότητα επαναπροσέγγισης σε πολιτικό επίπεδο των νεότερων ηλικιακών κατηγοριών στις οποίες με βάση τα αποτελέσματα της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης που διεξήχθη τον Ιούλιο του 2019, το κόμμα υπο-εκπροσωπείται στερούμενο δυναμικής και κατ’ επέκταση, διεισδυτικότητας. Κάτι που έχει φανεί και σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις και σχετίζεται και με την θεωρούμενη ως αρνητική ‘κληρονομιά’ του ΠΑΣΟΚ, την κοινωνική, πολιτική και εκλογική του συρρίκνωση την περίοδο της βαθιάς κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής κρίσης και ακριβώς, την ενηλικίωση νεότερων γενεών την προηγούμενη δεκαετία, όταν και το ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκε από το κέντρο της πολιτικής σκηνής, χωρίς αυτές οι γενεές να γνωρίζουν έστω το πρόσφατο κυβερνητικό παρελθόν του. Οι συμπεριληπτικές, προς τις νεότερες ηλικίες, Κιναλίτικες αφηγήσεις, μπορούν να συμπεριλάβουν τις εξής παραμέτρους: Συμμετοχή, προοπτική, κοινωνική κινητικότητα, με την τρίτη παράμετρο να πρέπει να απασχολήσει σοβαρά το κομματικό-πολιτικό σύστημα της χώρας.

3 Βλέπε σχετικά, Κατσούλης Ηλίας, ‘Η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και το «παράδοξο της ανάπτυξης»,’ στο: Κατσούλης Ηλίας, (επιμ.), ‘Νέα Σοσιαλδημοκρατία. Περιεχόμενα πολιτικής, θεσμοί, οργανωτικές δομές,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2002, σελ. 38.

4 Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως την περίοδο που διανύουμε, λαμβάνει χώρα η αυτο-τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα, απέναντι στην πανδημία ως μείζον συμβάν και στην καραντίνα ως βιο-πολιτική διαχείριση, απέναντι στην υγεία ως άθροισμα διαφόρων παραμέτρων, απέναντι στην αλλαγή-ανατροπή που αποκτά και αρνητικό επίχρισμα, υπό το πρίσμα των «ιδιοσυγκρασιακών συνόλων κόστους» (idiosyncratic costs), κατά την ανάλυση των Matsukaka & Palda. Βλέπε σχετικά, Matsukaka J.G., & Palda Ph., ‘Voter turnout: How much can we explain?., Public Choice, 98, 1999, σελ. 442.

The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή