Κοσμάς Πολίτης: Ένα διπλό | Διήγημα

“Ναι”, τον καθησύχασα, “όλα εδώ πληρώνονται μια μέρα...”

by Times Newsroom 1

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ένα διπλό

“Ε! τι γίνεσαι; μου κάνει σταματώντας με στον ίσκιο, πάνω στο μαρμάρινο πεζοδρόμιο.

“Α! Τι κάνεις;” είπα κι εγώ.

“Πάει καιρός που δε σ’ αντάμωσα, δυο-τρία χρόνια, μπορεί και περισσότερα…”

“Άλλο τόσο κι εγώ!” του αποκρίθηκα.

Δίστασε μια στιγμή, κοιτάζοντάς με εξεταστικά.

“Έρχεσαι να σε κεράσω ένα ούζο;” κι έδειξε με το κεφάλι του το μπαρ, δυο βήματα πιο πέρα.

Κάτι κόμπιαζε μέσα μου, κάτι σταματούσε τις διαχύσεις, που θα ’τανε τόσο φυσικές μια κι είχα να ιδωθώ με τον παλιό συμμαθητή μου τόσα χρόνια. Το φταίξιμο, βέβαια, ήταν δικό μου. Δε λέω, σακουλιάζανε τα μάτια του, το ίδιο και τα μάγουλά του πάνω απ’ το πιγούνι. Και η ματιά του είχε μια έκφραση λοξή, πότε άτονη κουρασμένη, πότε τη ζωήρευε σα μια γυαλάδα πονηριάς –εκτός αν ήταν μόνον ανησυχία. Μα δεν είναι λόγος, κάτι τέτοια, μια επιπόλαιη κρίση, να μ’ εμποδίσουν να του ’σφιγγα το χέρι. Το φταίξιμο ήταν δικό μου… Ωστόσο, κι από τα χρόνια του γυμνάσιου, κάποιο ανάλογο αίσθημα, απροσδιόριστο, με συγκρατούσε απέναντί του. Μπορεί το ξένοιαστο ύφος του, ίσως ο τρόπος που μιλούσε για τις γνωστές μας κοπέλες, και κάποια έπαρση – όχι έπαρση: μια οικειότητα που έπαιρνε με τον καθένα, δίχως να του την παραχωρεί ο άλλος –τουλάχιστον εγώ– έτσι, σα να μου την επέβαλλε, ή σα να εκβίαζε τη συγκατάθεσή μου.

Ωστόσο πάντα πρόθυμος να κάνει μια εκδούλευση, να σου φανεί ευχάριστος – μα και η προθυμία του ήταν κι αυτή ένα δείγμα της ευκολίας που είχε να κινιέται μέσα στη ζωή. Μα ίσως να ’φταιγε ο δικός μου χαρακτήρας.

Η αλήθεια είναι πως είχε μαθευτεί και κάποια υπόθεση έπειτα, θέλω να πω τον καιρό της κατοχής – μια υπόθεση όμως που δεν είναι του παρόντος, και που ίσως δε θα πρέπει ποτέ να τη διηγηθώ: θα ξεσκέπαζε τα ήθη του καιρού μας, πράγμα που δεν το θέλω, γιατί, όπως λένε μερικοί που συζητώ μαζί τους, τα θεμέλια της κοινωνίας μας σαπίσανε, και η Ευρώπη έχει πάνω μας το μάτι. Ακόμα κι η Αμερική.

“Τι λες λοιπόν για ένα ουζάκι παγωμένο;”

Έκανε πολλή ζέστη, ως κι εδώ, στον ίσκιο, πάνω στο μαρμάρινο πεζοδρόμιο. Κι έπειτα, για ένα ή δυο ούζα, χρειάζεσαι, τις μέρες τούτες της οικονομικής ανόρθωσης του έθνους, καμιά τρακοσαριά δραχμές, αν πρόκειται να ’ναι ο μεζές κάπως της προκοπής, και αν δεν έτυχε –όπως σου λένε μερικοί– να κόβει το μυαλό σου τον καιρό της κατοχής. Περασμένα ξεχασμένα, τέλειωσε πια η προθεσμία, καθώς γράφανε προχτές οι εφημερίδες.

“Ένα ουζάκι; Μ’ ευχαρίστηση!” του λέω τώρα εγκάρδια. “Έχουμε ν’ ανταμώσουμε τόσον καιρό!”

“Θα μας περιποιηθούν. Είμαι ταχτικός πελάτης.”

Μέσα στο μπαρ κυριαρχούσε ο περιστρεφόμενος ανεμιστήρας, ραπίζοντας τη μικρή αίθουσα από τη μια γωνιά ώς την άλλη.

“Ίδιο πολυβόλο”, του λέω καθώς μας γάζωνε το πρόσωπο ζερβόδεξα. Έριξα μια ματιά στα τρία γυαλιστερά αστέρια πάνω στις επωμίδες του. Ωστόσο κανέν’ από τα τρία δεν ξεκόλλησε η ριπή.

Τον είδα που αναρίγησε.

¨Κρυώνεις;”

“Είμαι λίγο ιδρωμένος”, αποκρίθηκε σκουπίζοντας με το μαντίλι το κούτελό του, κάτω από το χακί μπερέ με το εθνόσημο.

Καθόμασταν αντίκρυ ο ένας στον άλλο και πίναμε το ούζο μας. Πρόσεξα πάλι τη ματιά του. Λίγο ανήσυχη, σαν πονεμένη κιόλας –ή μου φάνηκε. Έκανα μια κίνηση ενδόμυχα, σα να ’θελα ν’ αποτραβήξω τις πρωτινές μου επιφυλάξεις – έτσι, σα μια χειρονομία ψυχική, που να του δίνει άφεση αμαρτιών. Κι ακόμα βίαζα τον εαυτό μου να του μιλήσω ελεύθερα, να του θυμίσω τα νιάτα μας, κάποιες αθώες τρέλες μας, την εποχή που έστελνα λουλούδια, το καθένα με την κρυφή του σημασία, σε μια μου αγάπη, και κείνος με κορόιδευε. Τα λουλούδια μου ερμηνεύανε ολόκληρη εξομολόγηση –“η γλώσσα των ανθέων”…

Θα ’θελα να του πω ακόμα κι άλλα ένα σωρό, μα κάποιος κόμπος έδενε το λαρύγγι μου.

“Θα πάρεις ένα δεύτερο;” με ρώτησε.

“Το ’πιες κιόλα! Εγώ εννοώ να το απολαύσω με την ησυχία μου.”

Έγνεψε στο γκαρσόνι.

“Ένα ούζο για τον κύριο λοχαγό! Φώναξε το γκαρσόνι γυρίζοντας κατά τον πάγκο.

“Δε βαριέσαι!” μου λέει. “Μια ζωή είν’ αυτή: ό,τι φας, ό,τι πιεις, κι ό,τι… Έχω μια ιδέα δική μου – ολότελα δική μου!” επανέλαβε χτυπώντας τη γροθιά του πάνω στο μάρμαρο του τραπεζιού.

Να τον πείραξε κιόλα το πρώτο ούζο;

“Αλήθεια”, του λέω, “τα συγχαρητήριά μου”, κι έδειξα τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες. “Σ’ ήξερα έφεδρο υπολοχαγό. Πού ήσουνα στην κατοχή; Στο βουνό;”

“Μα… εδώ. Εργοληψίες –δεν έχω δίπλωμα μηχανικού; Αεροδρόμια… μπετά… Τώρα είμαι σύνδεσμος με τους Εγγλέζους, λίεζον όφισερ όπως το λέν’ εγγλέζικα.”

“Ναι… θα πάρεις τώρα ένα δεύτερο ούζο;”

“Δυο ούζα για τον κύριο λοχαγό!” φώναξε το γκαρσόνι.

Σα να ’χε άγριες διαθέσεις. Μα ίσως να ’τανε μια συνήθεια που πήρε στο στρατό, μαζί με τους Εγγλέζους. Η ματιά του γίνηκε πάλι γυάλινη.

Θέλησα να τον ξελογιάσω με κάποια ιστορία, τον καιρό του γυμνασίου, μα δεν μου έδωσε καιρό.

“Σκέφτηκες ποτέ σου τον ηλεκτρισμό;” μου κάνει. “Να, έτσι που γυρίζει ο ανεμιστήρας ή που ανάβει ένα λαμπιόνι; Πάρε τσιγάρο… Σου λέω λοιπόν πως τίποτ’ άλλο δεν είναι η ζωή: ένα ηλεκτρικό ρεύμα που περνάει μέσα μας, όπως περνάει μέσ’ από το λαμπιόνι. Σαν έρθει ο καιρός μας –σα θα σπάσει το λαμπιόνι, σαν καεί– όλα τελειώνουν, όλα. Το ηλεκτρικό ρεύμα θα πάει κάπου αλλού. Τίποτα δε θα μείνει από μας, αυτά που λένε για ψυχή, για μέλλουσα ζωή, εγώ τ’ ακούω βερεσέ. Δεν υπάρχει μέλλουσα ζωή, ούτε δω κάτω, ούτε πουθενά. Δε με λογάριαζες ποτέ για άνθρωπο που να μπορεί να σκέπτεται σοβαρά. Και όμως να, είναι δική μου ιδέα, ολότελα δική μου!”

“Γιατί το λες αυτό, πως δε σε λογάριαζα ποτέ;” διαμαρτυρήθηκα ζωηρά. “Κάθε άλλο!”

“Ξέρω τι λέω. Γκαρσόν!”

“Όχι, δε θα πάρω άλλο. Ο προϋπολογισμός μου δεν ξεπερνάει τα δυο ούζα.”

“Μα εγώ κερνάω.”

“Το ξέρω. Εννοούσα τον προϋπολογισμό του στομαχιού μου.”

Το γκαρσόνι μάς κοίταζε αναποφάσιστο. Έγνεψα πως δε θα πάρω άλλο ούζο, τελειωτικά.

“Ένα ούζο για τον κύριο λοχαγό!”

“Έτσι που λες, όλα τελειώνουν εδώ κάτω. Μέλλουσα ζωή; Ας γελάσω, χα-χα-χα!”

Σίγουρα, σκέφτηκα πίνει παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει. Το ούζο θα τον πείραξε.

“Δεν είναι η ιδέα μου σωστή; Πάρε τσιγάρο… Ή μήπως είσαι κι εσύ απ’ τους κουτούς που περιμένουνε να συνεχίσουνε τη ζωή τους στον άλλο κόσμο;”

“Εγώ δεν ξέρω”, του αποκρίθηκα. “Είμαι αγνωστικιστής.”

Τα δάχτυλά μου τρέμανε.

“Δηλαδή;”

“Θέλω να πω μονάχα, πως σε τέτοια ζητήματα τη θέση του λογικού μας την παίρνει η φαντασία, μια και δεν μπορέσαμε ακόμα να ’χομε καμιά απόδειξη για ό,τι μας μέλλεται – καμιά επιστημονική απόδειξη…”

“Ώστε δε συμφωνείς με τη δική μου ιδέα;” μου λέει γουρλώνοντας τα μάτια του.

“Θέλω να πω”, επανέλαβα, “πως μια και είν’ έτσι τα πράματα, το μόνο που ενδιαφέρει είναι η τωρινή ζωή.”

“Α, ώστε συμφωνείς μαζί μου;… Γκαρσόν!”

“Ένα ούζο για τον κύριο λοχαγό!”

“Άκου”, του λέω, “παραπίνεις, δε σου φαίνεται πως παραπίνεις;”

“Α, όχι, ξέρω τι μου γίνεται, σταματάω πάντα στα οχτώ… Λέγε μου, συμφωνείς μζί μου;”

Με κοίταξε κατάματα με μάτια γουρλωμένα, αιματόστιχτα, περίμενε την απάντησή μου σα να ’τανε χρησμός και σα να εξαρτιότανε το μέλλον του, η ξενοιασιά του, από τη δική μου ετυμηγορία.

“Άκου”, του λέω πάλι, “εγώ δεν ξέρω από τέτοια, ούτε ζω με την ελπίδα μιας ανταμοιβής σε τούτον ή στον άλλο κόσμο. Θα επιθυμούσα να ενδιαφερθούνε όλοι για την ευτυχία του ανθρώπου μέσα στη ζωή, αυτή που την ξέρουμε για σίγουρη μια και τη ζούμε. Να επικρατήσει μια ισότητα, η λευτεριά, η δικαιοσύνη, να λείψει η ζητιανιά…”

“Τι;” κάνει κόβοντάς με.

Με κοίταξε υποψιασμένα, μισοκλείνοντας τα μάτια του:

“Δε μου λες, μην είσαι κουκουές;”

Από τ’ άλλα τραπέζια γυρίσανε και με κοιτάξανε. Μα εκείνος γέλασε δυνατά.

“Χα-χα-χα! Το ’πα για να σε πειράξω. Μονάχα οι ξεβράκωτοι γίνονται κουκουέδες.”

“Πρέπει να σου εξηγήσω…”

Μα ξαφνικά τα φρύδια του σουφρώσανε, γυάλισε η ματιά του καθώς κοίταξε πάνω από τον ώμο μου.

“Χάλοου!”

Γύρισα να δω ποιον χαιρετούσε. Ένας Εγγλέζος αξιωματικός πλησίασε στο τραπεζάκι μας.

“Χάλοου!” ξανάπε και πρόσθεσε μερικά λόγια εγγλέζικα.

Από τη χειρονομία του κατάλαβα πως τον προσκαλούσε να καθίσει μαζί μας. Ο Εγγλέζος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, τον χτύπησε στον ώμο ανάλαφρα, με μια φιλική χειρονομία, κι έτσι, χαμογελώντας με μια έκφραση κάπως αυστηρή και λίγο πικραμένη, του είπε μια φράση εγγλέζικη.

Μας γύρισε την πλάση και πήγε ν’ ακουμπήσει τους αγκώνες του στον πάγκο, πιάνοντας ομιλία με τον μπάρμαν.

Έκανε ζέστη. Άρχισα να μη νιώθω άνετα. Έπρεπε ν’ απλώσω το δεξί μου χέρι για να δροσιστώ λιγάκι, καθώς περνούσε πάνω του το γρήγορο πριόνισμα της ριπής του ανεμιστήρα. Κάτι έπινε ο Εγγλέζος, ορθός μπροστά στον πάγκο. Έβλεπα την ψημένη κοφτή κατατομή του, στην άκρη του ματιού άνοιγε κάθε τόσο μια βεντάλια ρυτίδες πλάι στα ψαρά μηλίγγια του.

“Φοβάμαι πως είμ’ εγώ αιτία που δεν κάθισε μαζί σου”, λέω στον σύντροφό μου.

“Άσ’ τον να πάει στο διάολο! Γκαρσόν!”

“Ένα ούζο για τον κύριο λοχαγό!”

“Πού τον γνώρισες;”

“Όλοι τους υποκριτές και Φαρισαίοι. Κουροφέξαλα κι αισθηματολογίες. Τι θα πει άντρας ή παιδί; Για να καταλάβεις τα μυαλά τους –όχι, πρέπει να μ’ ακούσεις. Θα με δικαιώσεις και σ’ αυτό, όπως με δικαίωσες και στ’ άλλο ζήτημα – ή κάνω λάθος; Έτσι δε μου ’λεγες, πως συμφωνείς με την ιδέα μου; Εδώ τελειώνουν όλα… Ήμασταν μ’ αυτόν μέσα στο τανκ…”

“Το ’41; Με τη γερμανική επίθεση;”

“Όχι βρε! Σου μιλάω για το Δεκέμβρη, στην πλατεία του Ψυρρή… Πάρε τσιγάρο… Ένα παλιόπαιδο, ένας μούλος, θα ’τανε ίσαμε δεκατεσσάρω-δεκαπέντε, με τ’ οπλοπολυβόλο του πίσω από τ’ οδόφραγμα. Έβρεχε κιόλας. ‘Τι κάνει εκεί;’ μου λέει ο Εγγλέζος. ‘Δε βλέπεις; μας βαράει’ του λέω. Μα πού! Κλεισμένοι εμείς μέσα στο τανκ, οι σφαίρες πλακουτσώνονταν πάνω στο θώρακα σα να ’τανε από στουπί.

” ‘Ναι’, μου λέει, ‘μα γιατί κουνάει το χέρι του πάνω και κάτω πριν τραβήξει; Να, κοίτα, ξανασηκώθηκε!’ Κατάλαβες; Ο μπάσταρδος ανασηκωνότανε πίσω από τ’ οδόφραγμα, έκανε γρήγορα-γρήγορα το σταυρό του και τραβούσε μια ριπή. Έπειτα, πάλι χάμω. ‘Κάνει το σταυρρό του για να μας πετύχει στο ψαχνό’, λέω στον Εγγλέζο, ‘μα δε θα ξανασηκωθεί πολλές φορές’. Έπιασα το δικό μου πολυβόλο, απ’ τα βαριά, των 20 ‘Ντοντ!’ Μου λέει ο Εγγλέζος. Ξέρεις εγγλέζικα; Όχι; ‘Μη!’ μου λέει, ‘μην τον χτυπήσεις, είναι παιδί’… ‘Από τέτοιοι μπάσταρδοι να φοβάσαι’, του λέω. ‘Νόου’, μου λέει, ‘θα κάνεις μια κακή πράξη’ (άκου, άκου!) ‘θα στερήσεις την πατρίδα σου έναν καλό στρατιώτη κι έναν καλό χριστιανό.’ ‘Μα είναι κουκουές’, του λέω. ‘Μπορεί, μα πολεμάει για τη λευτεριά.’ ‘Δεν είσαι Εγγλέζος;’ τον ρωτάω για να τον πικάρω. Ήταν από το Νιου Φάουντλαντ, από τη Νέα Γη. Μου λέει: ‘Γράφτηκα εθελοντής να πολεμήσω για τη λευτεριά ενάντια στο φασισμό και τους ναζήδες’. Άκου, άκου! ‘Κι ο βασιλιάς;’ του λέω. Για ποιον ήρθατε δω χάμω; Για το βασιλιά δε σας έστειλε ο μίστερ Τσώρτσιλ στην Ελλάδα;’ Κούνησε το κεφάλι του συλλογισμένος. Τι ήθελες ν’ αποκριθεί σε πράματα ολοφάνερα κι αποδειγμένα;

Μας βάλανε πρώτα να σφαχτούμε, κι ύστερα σου κάνουνε τον άγιο… Ωστόσο, εγώ πάντα τη ματιά μου καρφωμένη εκεί που έβγαινε ο μούλος, πίσω από τ’ οδόφραγμα. Πάνω στο θώρακα του τανκ, πλατς πλουτς οι σφαίρες. Εμείς χαμπάρι εκεί μέσα, τέσσερις πόντοι ατσάλι ο θώρακας. Εγώ, πλάι στο πολυβόλο. Καθώς τον βλέπω πάλι και ξεπρόβαλε και σήκωσε το χέρι για να κάνει το σταυρό του, του αμολάω μια ριπή, μια δεύτερη, μια τρίτη, την κορδέλα ολάκερη, μια ίσα, μια ζερβόδεξα, μια πάνω και μια κάτω. Σταυρωτά. Σταυρό, ε; Να σταυρό! Έγειρε με τα μούτρα ο μπάσταρδος πάνω στη ρόδα τ’ αμαξιού κι απόμεινε με τα δυο χέρια κρεμασμένα. Έβρεχε κιόλας, τρέχανε από το κεφάλι του τα αίματα μαζί με τα νερά. ‘Ε!’ λέω του Εγγλέζου, ‘πώς σου φαίνεται’ Και τι μου λέει, θαρρείς; ‘Έκανες μια κακή πράξη: σκότωσες έναν καλό πατριώτη κι έναν καλό χριστιανό’… Πάρε τσιγάρο… Και πριν που ήρθε κοντά μας τα ίδια μου ’πε… Ακόμα ένα ουζάκι; Τι σηκώνεσαι να φύγεις; Θα ’ρθω και εγώ μαζί σου. Όχι, θα μείνω. Τι δηλαδή, πώς είν’ αυτός εδώ; Να τον…” (και είπε μια λέξη που την έγραψα, μα ύστερα θυμήθηκα πως είμαι άνθρωπος καθώς πρέπει, και την έσβησα). “Θα μείνω. Είμαστε όμως σύμφωνοι στην ιδέα μου, ε; όλα τελειώνουν εδώ κάτω.”

Τα δάχτυλά του τρέμανε καθώς σήκωσε το χέρι του να γνέψει στο γκαρσόνι.

“Ναι”, τον καθησύχασα, “όλα εδώ πληρώνονται μια μέρα…”

Καθώς έβγαινα, με πρόφτασε η ριπή του ανεμιστήρα και μου χαράκιασε το μάγουλο.

Άκουσα τη φωνή του γκαρσονιού.

“Ένα διπλό για τον κύριο λοχαγό!”

Ιούλης 1945

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Κοσμάς Πολίτης: Στου Χατζηφράγκου (απόσπασμα)

Κοσμάς Πολίτης (1888-1974), από τους σημαντικότερους πεζογράφους της γενιάς του ’30

Kοσμάς Πολίτης: Στου Xατζηφράγκου. Πάροδος

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή