Site icon Times News

Κώστας Λάνταβος: «Η κυριαρχία της αριστερής σκέψης, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ίδιοι, υπήρξε καταστροφική…»!!!

Μια ήρεμη στοχαστική ποιητική φωνή από την Λάρισα… Ο Κώστας Λάνταβος! Ποιητής και μεταφραστής. Το γεγονός ότι ζει και εργάζεται στη Λάρισα είναι ένα χαρακτηριστικό που του προσδίδει αυθεντικότητα στην ποιητικη του δημιουργία.  Νιώθω, πάντως, διαβάζοντας στίχους του Λάνταβου ότι άλλοι παίρνουν θέση στην γραμματολογία μας κι άλλοι την κάνουν!!! Καταρχήν ο Λάνταβος γνωρίζει εξαιρετικά την ελληνική γλώσσα κι αυτό  είναι το πρώτο εφόδιο για τον οποιονδήποτε θέλει να ασχοληθεί με την δημιουργία. Δεν κραυγάζει, δεν ωραιοποιεί, δεν διεκτραγωδεί, αλλά η ποιητική του φωνή διασχίζει άπειρα χιλιόμετρα, διασχίζει τον ανθρώπινο πόνο και την μοναξιά και φτάνει σ’ εμάς ευδιάκριτη και αισιόδοξη. Η ποίησή του είναι προσηλωμένη στον άνθρωπο… Όμως εδώ ο Κώστας Λάνταβος μιλάει για ζητήματα που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και που μπορεί να απασχολούν τον καθένα μας. Και οι απαντήσεις του δίνουν αφορμές για σκέψεις και προβληματισμούς. Θα ήθελα να τον έχουμε πιο κοντά μας. Αλλά και από την Λάρισα τα μηνύματά του έρχονται πολύ γρήγορα. Είναι ένας εξαίσιος συζητητής.

Την νιότη μου, στην οποία συμπεριλαμβάνω την γόνιμη εφηβεία μου, τα φοιτητικά μου χρόνια και όλα όσα έζησα μέχρι την ηλικία των τριάντα περίπου. Αφού η νιότη σημαίνει δροσιά, σφρίγος, όνειρα και έρωτες. Επίσης νοσταλγώ τα χρόνια που τα παιδιά μου ήταν μικρά ακόμα και τα έβλεπα να μεγαλώνουν μέρα τη μέρα και να έρχονται στην αγκαλιά μου γεμάτα τρυφερότητα κι εμπιστοσύνη.

Το ταξίδι μου στη Φλωρεντία, διότι η πόλη των Μεδίκων γέννησε την Αναγέννηση που είναι το δεύτερο πολιτιστικό θαύμα της ανθρωπότητας ύστερα από εκείνο της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας. Πήγα προετοιμασμένος στην Φλωρεντία, περπάτησα το ιστορικό της κέντρο και έμεινα ατέλειωτες ώρες, εκστασιασμένος, μπροστά στα αριστουργήματα των μεγαλοφυών δημιουργών της. Όλο το ιστορικό της κέντρο είναι ένα ατέλειωτο υπαίθριο Μουσείο.

Με τον Ιρλανδό νομπελίστα ποιητή και ελληνολάτρη Σέιμους Χίνι

Την Ευφυΐα. Ενώ σχεδόν όλοι μας κολακευόμαστε όταν μας θεωρούν ευφυείς, η ευφυΐα δεν είναι πάντοτε ευλογία. Μπορεί να είναι και κατάρα. Δεν είναι καθόλου τυχαία η ρήση του Ιησού στην επί του Όρους Ομιλία ότι «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Και βέβαια δεν εννοούσε τους ηλιθίους, όπως νομίζουν αρκετοί, αλλά τους ανθρώπους που δεν καταγίνονται στο υπερβούν τα ανθρώπινα όρια. Η ευφυΐα μπορεί να επιλύει προβλήματα και να βοήθησε στην εξέλιξη και την βελτίωση των συνθηκών του βίου, από την άλλη μεριά όμως η ανθρωπότητα υπέφερε πολύ και ενίοτε βάναυσα από τους ευφυείς ανθρώπους, από την κάκιστη χρήση της ευφυΐας.

Με την πρώτη ματιά, το μεγαλύτερο πρόβλημα φαντάζει το οικονομικό και ασφαλώς δεν παύει να χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Είναι αυτονόητο πως η οικονομία επηρεάζει αποφασιστικά τη ζωή μας. Όπως είπε ο Μαρξ, πραγματική ελευθερία χωρίς οικονομική ανεξαρτησία δεν υπάρχει. Γι’ αυτό άλλωστε σήμερα είμαστε «κατεχόμενη χώρα», αφού οι δανειστές, όπως κι αν τους βαφτίζουν οι ολίγιστοι πολιτικοί μας, αποφασίζουν και για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Εμβαθύνοντας όμως λίγο περισσότερο, διαπιστώνει κανείς πως η Κρίση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ως Κρίση Αξιών. Η οικονομική κατάρρευση αποκάλυψε το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της αποχαύνωσης και της επίπλαστης ευμάρειας μέσα στην οποία ζούσε ο δήθεν εκμοντερνισμένος και συνειδητοποιημένος νεοέλληνας. Η ισοπέδωση των κοινωνικών «ελίτ» – χρησιμοποιώ την λέξη όχι με την έννοια της διάκρισης σε ανώτερες και κατώτερες τάξεις, αλλά με την σημασία των κοινωνικών ομάδων όπου η καθεμία έχει τον ρόλο της, ρόλο διακριτό και αξιοσέβαστο – ακυρώνει ουσιαστικά την Δημοκρατία. Μόνον δικτατορικά καθεστώτα εξαφάνισαν τις κοινωνικές ελίτ. Για παράδειγμα, στην χιτλερική Γερμανία υπήρχε ως ηγεσία ο Χίτλερ και οι στρατηγοί του και από κάτω όλοι οι άλλοι. Η Εξουσία ήταν στα χέρια μιας δράκας ανθρώπων, δεν διαχέονταν προς τα κάτω, δεν διαπερνούσε τα κοινωνικά στρώματα. Ακόμα και τον Κρουπ είχαν αδρανοποιήσει. Αυτή η κυριαρχία της αριστερής σκέψης σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ίδιοι υπήρξε καταστροφική. Όχι. Όλοι είναι ίσοι σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, όλοι πρέπει να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, αλλά όλοι δεν είναι ίδιοι. Άλλοι έχουν περισσότερες δεξιότητες ή προσπάθησαν περισσότερο στη ζωή τους κι άλλοι έχουν λιγότερες δεξιότητες ή προσπάθησαν λιγότερο έως και καθόλου. Η ισοπέδωση που επιχείρησε κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός, είδαμε σε ποια διαφθορά κατέληξε. Οδήγησε σε ολική φτωχοποίηση, πλην της κομματικής νομενκλατούρας. Ο α-νόητος καταναλωτισμός που μόνο δυστυχία φέρνει, ο εύκολος και συχνά ανήθικος νεοπλουτισμός, ο ατομοκεντρισμός, η επίμονη κυρίως άρνηση αυτογνωσίας ατομικής και συλλογικής, η αφελής αν όχι ύποπτη άποψη πως «πάντοτε φταίνε οι άλλοι» και ποτέ εμείς, η μετάθεση των ευθυνών στους πολιτικούς τους οποίους εκλέγουμε με αντάλλαγμα, και εντέλει η βαθιά πεποίθησή μας ότι «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», είναι μερικές από τις παθογένειες που ευθύνονται για όσα ανέκαθεν και σήμερα μας ταλαιπωρούν.

Με την Μελίνα Μερκούρη

Αρκετά. Ανέκαθεν υπήρξα πολιτικό ον. Η πρώτη μου επιρροή, το πρώτο κέντρισμα για να ενδιαφερθώ για την πολιτική υπήρξε ο Θουκυδίδης – μέσω του Επιταφίου του Περικλέους- ο οποίος αναφέρει ρητά πως οι Αθηναίοι της κλασικής αρχαιότητας ένοιωθαν περιφρόνηση έως και απέχθεια για όσους δεν συμμετείχαν στα Κοινά. Τους θεωρούσαν άχρηστους πολίτες. Πιστεύω πως η άποψη αυτή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας παραμένει ένα θεμελιακό αξίωμα. Εξ αυτού ορμώμενος, από την πρώτη μου νιότη και για αρκετά χρόνια ασχολήθηκα ενεργώς με τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ασχολήθηκα με τα δημοτικά πράγματα του Δήμου Λαρισαίων ως δημοτικός σύμβουλος και αντιδήμαρχος πολιτισμού. Διατέλεσα πρόεδρος του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας που ήταν ένα λειτούργημα καθαρά πολιτικής ευθύνης. Υπήρξα ακόμα και υποψήφιος βουλευτής στις εκλογές του Ιουνίου του 1989. Στο τέλος του 1994 αποσύρθηκα από την μάχιμη πολιτική και έκτοτε παραμένω ενεργός πολίτης και εξόχως πολιτικό ον, παρεμβαίνοντας ενίοτε με πολιτικά άρθρα στον τύπο. Μια φορά ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος απαξίωσε την πολιτική μου δράση – όταν ήμουν αντιδήμαρχος – λέγοντας «μα πώς μπορεί ένας ποιητής να είναι συγχρόνως και άνθρωπος της εξουσίας». Του απάντησα μέσω του κοινού μας φίλου που μου μετέφερε την άποψή του αυτή πως τεράστια μεγέθη της παγκόσμιας ποίησης ασχολήθηκαν με την πολιτική και πήραν θέσεις εξουσίας. Ο Δάντης έλαβε δημόσιο κυβερνητικό αξίωμα με το Κόμμα των Γουέλφων κι όταν το αντίπαλο Κόμμα των Γιβελίνων ήρθε στην εξουσία, «πλήρωσε» την κυβερνητική του θητεία με την ισόβια εξορία του. Ο μέγας Γκαίτε διετέλεσε υπουργός του Δούκα της Βαϊμάρης. Όταν τέτοια μεγαθήρια του πνεύματος και της ποίησης έδωσαν αυτό το παράδειγμα, ποιαν χρείαν άλλων μαρτύρων έχομεν; Η δε δικαιολογία ότι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι – θα συμφωνήσω σ’ αυτό – είναι μόνο το πρόσχημα να οδηγηθούν ενάρετοι άνθρωποι εκτός πολιτικής. Αυτό ακριβώς συνέβη στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, δηλαδή τίμιοι πολιτικοί αποσύρθηκαν και άφησαν ελεύθερο το πεδίο στους διεφθαρμένους να αλώσουν το πολιτικό σύστημα. Όσο γι’ αυτούς που λένε «δεν ασχολούμαι με την πολιτική γιατί διαφθείρει τον άνθρωπο», έχω να τους πω πως πλανώνται πλάνην οικτράν, διότι απλούστατα, ενώ αυτοί ως δήθεν αδιάφθοροι δεν ασχολούνται με την πολιτική, η πολιτική αντιθέτως ασχολείται πολύ μαζί τους και επηρεάζει, διαμορφώνει αποφασιστικά την ποιότητα της ζωής τους. Τα πάντα κυλούν μέσα στην κοίτη της πολιτικής.

Η γνώμη γι’ αυτούς δεν είναι καλή. Και δεν αναφέρομαι στην καλή ή κακή πρόθεσή τους μόνο. Ομιλώ κυρίως για την ανεπάρκειά τους. Οι περισσότεροι, η μεγάλη πλειοψηφία θα πρόσθετα, είναι ακαλλιέργητοι. Δεν αρκεί να έχεις πάρει ένα πτυχίο από το πανεπιστήμιο για να θεωρηθείς καλλιεργημένος. Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα δυστυχώς δίνει μόνο επιστημονική ειδίκευση. Η προσωπική καλλιέργεια, η εξέλιξη του εαυτού μας, έρχεται με το διάβασμα, το θέατρο, την εικαστικές τέχνες, την μουσική, την φιλοσοφία, τα θεωρητικά πολιτικά κείμενα, την εκμάθηση ξένων γλωσσών που σε φέρνουν σε επαφή με το διεθνές γίγνεσθαι σε όλους τους τομείς. Αν δείτε τους σημερινούς πολιτικούς στο Κοινοβούλιο σε πιάνει μια απέραντη θλίψη. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ο πολιτικός λόγος όχι μόνο παραμένει παλαιωμένος, αλλά συχνά είναι υβριστικός και ενίοτε χυδαίος. Το περίφημο «στα τέσσερα» του Καμμένου, τί άλλο από ωμή χυδαιότητα είναι. Αλλά και η απελπιστική ανεπάρκεια του σημερινού πρωθυπουργού δεν είναι ένα αξιολύπητο παράδειγμα βαθιάς έκπτωσης του πολιτικού μας προσωπικού;

Με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου

Δεν αγαπάω απλώς το Θέατρο, το λατρεύω! Θα πω τούτο: Όταν ήταν να αποφασίσω πού θα κάνω τις σπουδές μου – Αθήνα ή Θεσσαλονίκη εννοώ – δύο λόγοι βάρυναν αποφασιστικά στην επιλογή μου. Η λαχτάρα μου να βλέπω Θέατρο και η αγάπη να βλέπω τον Ολυμπιακό. Πώς τα πάντρεψα αυτά, δεν ξέρω. Και είδα πολύ θέατρο στην Αθήνα επί Χούντας κυρίως, όσο διαρκούσαν οι σπουδές μου. Ήμουν πολύ τυχερός που είδα όλες τις παραστάσεις, μα όλες, του ζεύγους Μινωτή-Παξινού στο ελεύθερο θέατρο, όλες τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης από τη στιγμή που το ανακάλυψα, δηλαδή στο δεύτερο έτος. Προτιμούσα να βλέπω θέατρο παρά κινηματογράφο και για έναν επιπλέον λόγο. Το θέατρο για τους φοιτητές κόστιζε 5 δραχμές διότι είχε έκπτωση, ενώ ο κινηματογράφος κόστιζε 10 δραχμές. Βεβαίως είδα πάμπολλες παραστάσεις αλλά νιώθω ιδιαίτερα ευτυχής που είδα την Χριστίνα Τσίγκου στο έργο του Μπέκετ «’Ω, οι ευτυχισμένες ημέρες». Μια ανεπανάληπτη ερμηνεία σε ένα εξόχως ποιητικό έργο. Ο Μπέκετ είναι μέγας Ποιητής του Θεάτρου. Στη Λάρισα, σύντομα εντάχθηκα οργανικά στο Θεσσαλικό Θέατρο, ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ πια, αρχικά ως μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής, μετέπειτα ως γραμματέας και την περίοδο 1991-1992 ως Πρόεδρος του Δ.Σ. Πέραν τούτων η αγάπη για το Θέατρο με οδήγησε να μεταφράσω Πέρσες, Τρωάδες, Φιλοκτήτη και Βάκχες και Άμλετ. Τα τρία πρώτα έχουν εκδοθεί, τα δύο δεύτερα είναι υπό έκδοσιν. Οι Πέρσες παραστάθηκαν το 2008 από το Θ.Θ σε διδασκαλία Σταύρου Τσακίρη.

Ταυτόσημη με αυτήν που ήταν από τότε που γεννήθηκε ως ανάγκη έκφρασης της ψυχής του ανθρώπου. Η θέση και η όποια επίδραση της τέχνης δεν αλλάζει με τις εποχές. Αυτό που αλλάζει είναι η τεχνοτροπία, η αισθητική ματιά, θέλω να πω αλλάζει σε κάθε εποχή ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να «επικοινωνήσει» με τον άνθρωπο. Ασφαλώς σε δυσκολότερες εποχές, η τέχνη καλείται να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο, να δράσει εδώ και τώρα. Όπως έκανε π.χ. την περίοδο της Κατοχής η ποίηση με τον «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου και το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Ελύτη. Πάντως, γενικώς η τέχνη έρχεται να «αποτυπώσει» τα δύσκολα γεγονότα ύστερα από μια χρονική απόσταση. Πάνω στην κάθε κρίση δεν λειτουργεί με αποτελεσματικό τρόπο. Βεβαίως υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως π.χ. ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου που γράφτηκε εν θερμώ, αλλά αυτό απαιτεί μεγάλο ταρακούνημα του δημιουργού για να αφυπνιστεί η Έμπνευση. Και μιλώντας για τον πυρήνα της ερώτησης, θα πρόσθετα πως η τέχνη δεν κάνει κοινωνικά θαύματα. Δεν έγινε ποτέ κοινωνικό κίνημα, μόνον αισθητικό κίνημα δημιούργησε κατά καιρούς. Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Αλλάζει, σε όποιους δεκτικούς, την ματιά με την οποία βλέπουμε τον κόσμο. Αλλάζει ακόμα το εσωτερικό μας τοπίο. Ίσως αποσαφηνίζει θολές μας απόψεις, ίσως απαντά σε αναπάντητα ερωτήματά μας, ενδεχομένως να αποκαλύπτει καλά κρυμμένες πτυχές του εαυτού μας, μπορεί να μας απενοχοποιεί από λάθος ενοχές, μας βοηθάει να προχωρήσουμε στην ευεργετική αυτογνωσία μας και μας κάνει εντέλει να συνειδητοποιήσουμε το ατελές της ύπαρξης μας και την αμετάκλητη θνητότητά μας. Συν το γεγονός πως η τέχνη μας προσφέρει την αισθητική χαρά και απόλαυση.

Με τον φιλόσοφο Στέλιο Ράμφο

Όχι, η τέχνη δεν κινδυνεύει ούτε από την τηλεόραση, ούτε από καμία δικτατορία, γιατί και η τηλεόραση στον τομέα της πληροφόρησης επιβάλλει μια μορφή «μονοπώλησης της πληροφορίας» όμοια με αυτήν που επιβάλλουν τα δικτατορικά καθεστώτα. Η τηλεόραση γενικώς είναι ένα λίαν επικίνδυνο και δηλητηριώδες Μέσον αν πέσει σε νοσηρά χέρια. Στη χώρα μας η ιδιωτική τηλεόραση αγνόησε κι αγνοεί ανερυθρίαστα κάθε μορφή τέχνης, και ό,τι προσφέρει ως διασκέδαση δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη. Τώρα, όσο για τις καινούργιες μορφές που λέτε μήπως πρέπει να αναζητήσει, η τέχνη πάντοτε βρίσκεται σε αναζήτηση νέων μορφών. Είναι αυτό που λέμε «φόρμα». Η λέξη φόρμα είναι λατινική και προέρχεται από την ελληνική λέξη «μορφή». Την χαρίσαμε στην λατινική γλώσσα και την πήραμε πίσω, ως «αντιδάνειο». Είναι μέσα στη φύση της τέχνης η αναζήτηση νέας μορφής-φόρμας. Είναι ζωτική της ανάγκη. Χωρίς αυτήν την αέναη αναζήτηση η τέχνη θα είχε πεθάνει. Για το αν πρέπει να επανεξετάσει την κοινωνική της λειτουργία, θα έλεγα πως η κοινωνική της στόχευση παραμένει η ίδια. Ίσως θα πρέπει να βρει πιο αποτελεσματικούς τρόπους να έλθει πιο κοντά στην κοινωνία, να προσεγγίσει την νεολαία, η οποία παγιδευμένη στον ψηφιακό της κόσμο ξοδεύει πολύ από τον χρόνο της και απομακρύνεται από την τέχνη.

Ελάχιστα έως τίποτα μπορεί να κάνει η τέχνη. Αυτά είναι θέματα που οφείλει να επιλύσει η Πολιτική πρωτίστως. Η τέχνη ίσως μπορεί να βοηθήσει στην επαφή μεταξύ ατόμων και λαών, ακυρώνοντας κατά το δυνατόν την αποξένωση. Επίσης μπορεί να βοηθήσει προβάλλοντας τις ανισότητες και τα δεινά των κοινωνιών και απαλύνοντας τους φόβους και την ανασφάλεια των ανθρώπων. Η τέχνη οφείλει να εκφράζει την εποχή της, διαφορετικά δεν επιτελεί τον κοινωνικό της ρόλο τον οποίο δεν της επιτρέπεται να αγνοήσει ή να προσπεράσει, ασχολούμενη με τις αισθητικές μόνο αναζητήσεις. Οφείλει να κάνει αυτό που έκανε η «Γκουέρνικα» του Πικάσο, που πέρα από αριστούργημα της ζωγραφικής, διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην δημιουργία παγκόσμιας αντιφασιστικής συνείδησης.

Με την ποιήτρια και ακαδημαϊκό Κική Δημουλά

Ο κόσμος από την πρώτη στιγμή της Δημιουργίας του ήταν, είναι και θα εξακολουθεί να είναι παράλογος. Αφού υπάρχει ο θάνατος, που σε φλερτάρει κάθε στιγμή και εντέλει ματαιώνει την ύπαρξη, η ζωή και κατ’ επέκταση ο κόσμος φαντάζει παράλογος. Γιατί η βεβαιότητα του θανάτου θέτει το αναπάντητο ερώτημα «ποιο το νόημα της ζωής» και «αν αξίζει τον κόπο να ζει κάποιος». Ο Ανατόλ Φρανς έλεγε πως «είναι στη φύση του ανθρώπου να σκέφτεται λογικά, αλλά να ενεργεί παράλογα». Και τούτο γιατί προσπαθεί να προσαρμόσει τον κόσμο πάνω στον εαυτό του, στις επιθυμίες του και ανάγκες του δηλαδή. Αυτό συνιστά τον ορισμό του παραλογισμού. Βεβαίως, για τους θρησκευόμενους ο κόσμος δεν είναι παράλογος, αλλά ο φαινομενικός παραλογισμός αποτελεί μέρος του σχεδίου του Θεού, το οποίο ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει, αλλά θα ήταν και βλασφημία να προβάλλει παρόμοιο αίτημα.

Για έναν ποιητή και κάθε καλλιτέχνη γενικότερα, νόημα δίνει η προσπάθεια για Δημιουργία και το αποτέλεσμα της δημιουργίας.. Σε άλλους δίνει νόημα η απόλαυση της ζωής σε όλη της την έκφανση, σε άλλους η πίστη στον Θεό ή η πίστη σε μια ιδεολογία. Ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, νομίζω, δίνει κι ακολουθεί το προσωπικό του νόημα στη ζωή.

Στις μέρες μας, δε νομίζω. Μάλλον αντιπνευματικότητα την χαρακτηρίζει. Και στην έλλειψη αυτή βρίσκεται, πιστεύω, η αιτία του πολιτικού μας προβλήματος. Διότι η πνευματικότητα πλάθει τον ευπατρίδη πολιτικό, τον οραματιστή, τον πολιτικό άνδρα που βάζει το Γενικό Συμφέρον πάνω από το κομματικό και πάνω από την προσωπική φιλοδοξία. Θυμώνω καθώς σκέφτομαι ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί – σε περίοδο γενικευμένης Κρίσης – ενδιαφέρονται για το πώς θα γίνουν πρωθυπουργοί, ενώ θα έπρεπε όλοι μαζί να βρουν λύση για έξοδο από το αδιέξοδο.

Δυστυχώς και πάλι θα απαντήσω, όχι. Ο ευρύς, άκριτος και ασύδοτος καταναλωτισμός απομάκρυνε τον νεοέλληνα από κάθε είδους πνευματικότητα. Μιλώ για την μεγάλη πλειοψηφία, εξαιρέσεις ασφαλώς και υπάρχουν. Αλλά η πνευματικότητα που χαρακτήριζε κυρίως την νεοελληνική κοινωνία στη διάρκεια του μεσοπολέμου, έχει εντόνως υποχωρήσει. Μέχρι και τη δεκαετία του ’50 και ίσως μέχρι την έλευση της Χούντας, πάλι συναντούσες πολλές εστίες πνευματικότητας. Δυστυχώς η Μεταπολίτευση, σαν σίφουνας, σάρωσε πολλές «αξίες». Με το άλλοθι της στέρησης κάθε έννοιας ελευθερίας σε πολλά επίπεδα, η Μεταπολίτευση, η ηγετική της τάξη δηλαδή, άφησαν τα πράγματα να οδηγηθούν στο άλλο άκρο. Στην πλήρη ασυδοσία. Δίδαξε τον πολίτη, με την πράξη, πως έχει μόνο δικαιώματα και καθόλου υποχρεώσεις. Πώς το Κράτος οφείλει να εκπληρώνει κάθε του αίτημα, λογικό ή παράλογο, και πως ο πολίτης μπορεί να μην συμμετέχει, να μένει ανενεργός, αρκεί να ψηφίζει το κάθε Κόμμα Εξουσίας. Σ΄ αυτή την απαξίωση βοήθησε και το σύνολο της Αριστεράς, με το αφελές επιχείρημα, «ας αφήσουμε το αστικό σύστημα να σαπίσει». Για να έλθει στην Εξουσία η Αριστερά. Και ήρθε. Και τί βρήκε; Ένα διαλυμένο Κράτος. Πέρα απ’ το γεγονός πως και η ίδια η Αριστερά ζυμωμένη στην ασυδοσία και την υποχώρηση των ηθικών και πολιτικών αξιών, ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ.

Η αρχαιοελληνική σημασία της λέξης είναι: χαρακτήρας ή συμπεριφορά. Ο Ηράκλειτος στην περίφημη ρήση του «ήθος ανθρώπω δαίμων», με τη λέξη ήθος, εννοεί τον χαρακτήρα του ανθρώπω. Ενώ όταν λέμε τα «ήθη και έθιμα», στη λέξη ήθη δίνουμε τη σημασία των κοινωνικών συμπεριφορών. Στις μέρες μας η λέξη ήθος σημαίνει την προσωπική ηθική στάση του κάθε ατόμου. Αυτό σημαίνει και για μένα.

Η λέξη ΕΡΩΣ-ΕΡΩΤΑΣ. Έρωτας για τον άνθρωπο, έρωτας για την ζωή την ίδια. Έρωτας για καθετί που αξίζει να αγαπηθεί.

Σχεδόν όλοι. Όσους αναφέρατε. Την μεγαλύτερη όμως ευθύνη την φέρουν πρωτίστως οι γονείς και το σχολείο. Οι γονείς διότι δεν συνομιλούν αρκετά με τα παιδιά τους, κυρίως στην μικρή ηλικία. Συνήθως, όπως έχω ακούσει να λένε οι ίδιοι, τα «παρκάρουν» ενώπιον της τηλεόρασης και αυτοί ασχολούνται με δικά τους πράγματα. Σαν παράπλευρη απώλεια τα παιδιά δέχονται τον ανελέητο βομβαρδισμό ηλιθίων προγραμμάτων της τηλεόρασης. Το σχολείο ευθύνεται στο μέτρο που οι σύγχρονοι δάσκαλοι δεν απολαμβάνουν, δεν χαίρονται το διδασκαλικό τους έργο, δεν βλέπουν την διδασκαλία ως λειτούργημα και αρκούνται στην ήσσονα προσπάθεια. Έτσι δεν συνομιλούν αρκετά με του μαθητές με αποτέλεσμα το φτωχό λεξιλόγιο και την μη προώθηση της κριτικής σκέψης. Από τα μέσα ενημέρωσης, οι εφημερίδες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου αλλά δυστυχώς η νεολαία σχεδόν στο σύνολό της δεν διαβάζει εφημερίδες. Θα πρόσθετα δε πως τα τελευταία χρόνια της κρίσης έπαψαν να διαβάζουν εφημερίδες και οι γονείς, με αποτέλεσμα ο ημερήσιος τύπος να κινδυνεύει με κατάρρευση. Η τηλεόραση περισσότερο ευθύνεται για την κακοποίηση της γλώσσας, και εννοώ την κακοποίηση του Συντακτικού και της Γραμματικής. Νομίζω το λεξιλόγιό της δεν πάσχει, απλώς δεν χρησιμοποιείται με τον ορθό τρόπο. Η παγκοσμιοποίηση ευθύνεται μάλλον για την επιδημία των greeklish.

Έχω διαπιστώσει με μεγάλη ικανοποίηση πως οι νέες γενιές και μάλιστα οι ηλικίες κάτω των τριάντα πέντε έχουν από ικανοποιητική έως εξαιρετική ευαισθητοποίηση στο θέμα του περιβάλλοντος και ειδικότερα στο θέμα της ανακύκλωσης επιμένουν συχνά με φανατισμό. Αυτοί που αδιαφορούν παντελώς για το περιβάλλον είναι οι επιχειρηματίες των πιο ρυπογόνων επιχειρήσεων. Επιμένουν να βλάπτουν το περιβάλλον στο βωμό του κέρδους.

Ασφαλώς και κινδυνεύουμε. Θα έλεγα μάλλον ότι το ρήμα κινδυνεύουμε σημαίνει μια εν δυνάμει προοπτική, ενώ το πρέπον είναι να λέμε ευθέως ότι το περιβάλλον έχει ήδη μολυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι πανταχού παρούσα ραδιενέργεια, τα γεωργικά φάρμακα, οι παντοειδούς τύπου ρύποι έχουν επιφέρει ήδη μεγάλη ζημιά. Μια ματιά στις στατιστικές της ιατρικής επιστήμης αποδεικνύει του λόγου το αληθές: οι προσβολές καρκίνου ετησίως στη χώρα μας ανέρχονται στις 65.000 και οι θάνατοι από καρκίνους σε 25.000. Ομιλούμε δηλαδή για επιδημία. Δεν είναι λοιπόν κίνδυνος, είναι θλιβερή πραγματικότης.

Η πόλη μου σήμερα όχι μόνον είναι υποφερτή, αλλά είναι φανερά βελτιωμένη και λειτουργική. Υπήρξε μια λασπούπολη στο παρελθόν, μια πόλη ριγμένη καταμεσής στον κάμπο, με μοναδικό της «χάρισμα» τον Πηνειό ποταμό που διασχίζει το σώμα της. Με δειλά βήματα την δεκαετία του ΄60 και μεγάλες παρεμβάσεις κατά την δεκαετία του ’80 επί δημαρχίας του αείμνηστου Αριστείδη Λαμπρούλη, η Λάρισα απόκτησε καινούργιο πρόσωπο. Με πολλούς πεζοδρόμους, με πλούσιο πράσινο, έγινε βιώσιμη, πιο ελκυστική. Το αρχαίο θέατρο που αποκαλύπτεται δίνει άλλο χρώμα σε μια πόλη από τις αρχαιότερες της ελληνικής επικράτειας. Και η οποία ποτέ δεν άλλαξε το όνομά της. Η πόλη μου δεν είναι μόνον τα σπίτια της, οι δρόμοι, το υλικό εν γένει στοιχείο. Είναι συνάμα και κυρίως οι άνθρωποί της. Δυναμικοί, εργατικοί, ανοιχτοί στο καινούργιο κι ωραίοι ως άνθρωποι. Η Λάρισα ανέκαθεν υπήρξε πολυπολιτισμική πόλη. Και σήμερα ευημερούν εδώ άνθρωποι αλλοδαποί και ημεδαποί απ’ όλα τα μέρη της χώρας. Οι Λαρισαίοι είναι ανοιχτοί, δέχονται τον «Ξένο», και εύκολα τον ενσωματώνουν. Αυτό βεβαίως είναι έξυπνη κίνηση, πέρα από την καλή προαίρεση. Γιατί οι προσερχόμενοι στην πόλη ενισχύουν περαιτέρω τον δυναμισμό της και την γενικότερη προκοπή της.

Από κανέναν δεν κινδυνεύουμε. Οι έλληνες γνωρίζουμε πολύ καλά από προσφυγιά και μετανάστευση. Ούτε μπορούν 50.000 πρόσφυγες να απειλήσουν έναν λαό δέκα εκατομμυρίων. Εδώ αντιμετωπίσαμε και ενσωματώσαμε – όσο κι εκείνοι το ήθελαν – χιλιάδες αλβανών, τώρα είναι μάλλον ακροδεξιά και φοβική συμπεριφορά να μιλάμε για κίνδυνο από απελπισμένους πρόσφυγες. Βεβαίως χρειάζεται συντονισμένη κρατική αντιμετώπιση των αναγκών που η εδώ προσωρινή, πιστεύω, διαμονή τους απαιτεί.

Όχι, εφόσον φροντίσουμε να διατηρήσουμε αλώβητη την ελληνική μας γλώσσα. Όσο ομιλούμε την ελληνική δεν κινδυνεύουμε από τίποτα, όπως δεν κινδυνεύσαμε εδώ και τρείς χιλιάδες χρόνια περίπου που ομιλείται η γλώσσα μας αδιάλειπτα, σε μια εκπληκτική συνέχεια. Όσο θα φροντίζουμε και θα περιφρουρούμε την γλωσσική μας μοναδικότητα, η εθνική μας ταυτότητα θα παραμένει ζωντανή και ρωμαλέα.

Και ναι και όχι. Ναι διότι ομιλούμε την ελληνική γλώσσα όπως κι εκείνοι, όσο και αν αυτή έχει εξελιχτεί ανά τους αιώνες. Τώρα, φυλετικά ή αν θέλετε γενετικά οι ειδικοί επιστήμονες υποστηρίζουν πως οι νεοέλληνες διατηρούν αρκετό από το DNA των αρχαίων. Προσωπικά το δέχομαι διότι πάντοτε σέβομαι την γνώμη των ειδικών. Πολλοί βεβαίως θα πουν πως υπήρξαν προσμίξεις με τα διάφορα φύλα που παρέλασαν ως κατακτητές στη χώρα μας. Έχουν δίκιο αλλά αυτό νομίζω δεν ήταν αρκετό να μας αφελληνίσει φυλετικά. Από την άλλη μεριά όμως στην τρισχιλιετή διαδρομή μας έχουμε χάσει πολλές αρετές και καλές συμπεριφορές των αρχαίων προγόνων μας. Αυτό όντως συνέβη αλλά σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει την φυλετική μας συνέχεια.

Ασφαλώς και έχουν. Οι απολογισμοί όταν γίνονται ψύχραιμα και με ειλικρινή διάθεση να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν μας, τα πεπραγμένα συγκεκριμένων περιόδων της ζωής μας, μόνον όφελος προσκομίζουν. Και δεν πρέπει να τους προσπερνούμε από φόβο μην τυχόν και μας πληγώσουν. Οι απολογισμοί, που συμπεριλαμβάνουν όχι μόνον τις ευτυχείς αποφάσεις μας και επιλογές μας, αλλά και τις λανθασμένες ενέργειές μας και τις ατυχείς διαδρομές μας, μας κάνουν πιο ώριμους, σφυρηλατούν έναν πιο συνειδητοποιημένο εαυτό, μας οδηγούν ασφαλέστερα στην αυτογνωσία. Πρέπει όμως να γίνονται σε απόσταση με «θερμά» γεγονότα της ζωής μας, γιατί τότε μπορεί να αποβούν ισοπεδωτικοί, άρα επιβλαβείς.

Έξι ώρες στο ιατρείο μου και τρεις έως τέσσερις ώρες ενίοτε για την λογοτεχνία. Η τέχνη μου βέβαια μου κλέβει αρκετό χρόνο από τα σαββατοκύριακά μου.

Πολλά πράγματα μπορεί να είναι η μοναξιά: α) απομόνωση του ατόμου σε ένα δωμάτιο όπου ζει μόνος ενώπιος ενωπίω με τον συχνά ανελέητο εαυτό του και αντιμετωπίζοντας το μέσα του χάος που προσπαθεί να το βάλει σε κάποια τάξη. Αυτή είναι μια επώδυνη πορεία που μπορεί είτε να «αποτελειώσει» τον άνθρωπο ή να τον λυτρώσει μέσω της αυτογνωσίας. Αυτού του είδους η μοναξιά «θρέφει λιοντάρια». β) Μοναχική πορεία μέσα στον κόσμο. Δηλαδή να ζεις, να κινείσαι, να δρας ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά ουσιαστικά να ακολουθείς τον δικό σου δρόμο.

Αρκετά. Εξάλλου ένας άνθρωπος που γράφει ποίηση δεν μπορεί παρά να είναι ρομαντικός. Υπήρξα ιδιαίτερα ρομαντικός στον έρωτα αλλά και στην πολιτική μου δράση όπου δυστυχώς κατέληξα στο συμπέρασμα – ευτυχώς σχετικά πολύ νωρίς – πως στην πολιτική «ρομαντικός σημαίνει αφελής» γιατί η πολιτική είναι μια ρεαλιστική τέχνη, η τέχνη του εφικτού, όπως λένε, και όχι του ευκταίου.

Πάρα πολύ. Το τρίπτυχο που καθόρισε την ζωή μου είναι: γράμματα – τέχνες, έρωτες και ταξίδια. Για τον απλούστατο λόγο ότι με τα ταξίδια γνωρίζεις άλλους πολιτισμούς, άλλες κουλτούρες, άλλα ήθη και έθιμα, εντέλει, διαφορετικούς λαούς.

Αν εννοείτε το εξωτερικό, την Ιταλία της Αναγέννησης. Αν εννοείτε στην Ελλάδα, την Λάρισα.

Τις θυγατέρες μου και την ποίηση.

Την ανημπόρια του ανθρώπου να φροντίσει τον εαυτό του, να επιβιώσει, και να αφεθεί «στην ελεημοσύνη των ξένων» όπως εύστοχα έγραψε ο Πέτρος Τατσόπουλος.

Βεβαίως. Ως πανδαμάτωρ που είναι δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Εξάλλου και αν αποφασίσουμε να μην ασχοληθούμε μαζί του, ασχολείται εκείνος μια χαρά μαζί μας. Αλλά για να σοβαρευτούμε, πιστεύω – και το έχω κάνει πράξη, βίωμα καθημερινό – στην περίφημη ρήση του Σενέκα ότι «ο Χρόνος είναι το μόνο αγαθό που διαθέτουμε και πρέπει να τον διαθέτουμε με σύνεση και αυστηρότητα». Το περίφημο pour passez le temps που ακούω συχνά, μου ακούγεται τόσο ανόητο… μαρτυρεί τόση απελπισία… Θλίβομαι όταν βλέπω ανθρώπους που χαραμίζουν τον χρόνο τους ή δεν ξέρουν τί να τον κάνουν… Εγώ θα πεθάνω με το παράπονο πως ποτέ δεν μου έφτασε ο χρόνος, ποτέ δεν μου ήταν αρκετός.

Με τον συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό

Στην αλληλεγγύη, ανεπιφύλακτα ναι. Από την στιγμή που ο άνθρωπος αποφάσισε να οργανωθεί σε κοινωνίες η αλληλεγγύη προέκυψε ως αυτονόητη πράξη. Νομίζω, δεν απουσιάζει από καμία κοινωνία όσο σκληρή και αμείλικτη παρουσιάζεται. Για την φιλανθρωπία, πρέπει να ορίσουμε τι ακριβώς εννοούμε. Την κυριολεκτική της σημασία, που σημαίνει αγάπη για τον άνθρωπο ή την πράξη ελεημοσύνης που κηρύσσει η χριστιανική ηθική; Στην πρώτη περίπτωση πιστεύω ακράδαντα. Στη δεύτερη περίπτωση, χωρίς να την αρνούμαι ως πράξη αγαθοεργίας πιστεύω πως η φιλανθρωπία, δηλαδή η ελεημοσύνη ταπεινώνει τον άνθρωπο που τη δέχεται και η ταπείνωση αυτή καθόλου δεν μου αρέσει.

Η Αλήθεια είναι πως δεν είμαι σίγουρος για την απάντησή μου. Εικάζω πως κατά ένα μέρος αφορά την οικονομία και κυρίως την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων. Κατά μίαν άλλη έννοια, την αντιλαμβάνομαι ως μια ενιαία διαμόρφωση της κοινής γνώμης – κατά το δυνατόν – λόγω της ταχύτατης διάδοσης των πληροφοριών σε όλον τον πλανήτη. Θα ευχόμουν να αφορούσε και την ευκολότερη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, που σε κάποιο βαθμό επιτυγχάνεται.

Είμαστε Ευρωπαίοι, όταν βγαίνουμε από την Ελλάδα και διαβιούμε στην Ευρώπη. Η προσαρμογή μας και η ενσωμάτωσή μας είναι γρήγορη και ελάχιστα επώδυνη. Εκεί δεν μας ενοχλούν ούτε οι νόμοι ούτε οι κανόνες. Γεωγραφικά επίσης είμαστε Ευρωπαίοι και πολιτιστικά εν πολλοίς Ευρωπαίοι είμαστε, όχι μόνο  διότι οι ευρωπαϊκοί λαοί «πάτησαν» στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, αλλά και διότι μετά την Επανάσταση του ’21 οι επιρροές που δεχόμαστε από την Δυτική κυρίως Ευρώπη είναι συνεχείς σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτιστικής μας ζωής. Η πνευματικοί μας ταγοί πάντοτε βρίσκονται σε διαρκή διάλογο με την ευρωπαϊκή Δύση. Βεβαίως πολλοί διατείνονται πως είμαστε και «ανατολίτες» και δεν έχουν άδικο. Πάντοτε συνομιλούσαμε και με την Ανατολή. Ο Ηρόδοτος π.χ. ταξίδεψε στις Σάρδεις, στα Σούσα, στον Πόντο και στην Μεσοποταμία. Έφτασε μέχρι τη Βαβυλώνα. Ο Σόλων ταξίδεψε στην Αίγυπτο και την Μ. Ασία κ.ο.κ. Άρα ανέκαθεν ευρισκόμενοι στο σύνορο Ανατολής και Δύσης έχουμε δούναι-λαβείν και με τους δύο πολιτισμούς. Αλλά μετεπαναστατικά και, κυρίως, από τον Κοραή και μετά  πιο σταθερό προσανατολισμό έχουμε προς την Δύση.

Ο Έλληνας, λόγω παιδευτικής υστέρησης – οικογενειακής ή σχολικής – έγινε εγωκεντρικός. Όσο λιγότερη παιδεία έχει κάποιος τόσο περισσότερο αναπτύσσεται το Εγώ του και ατροφεί το Υπερεγώ του, που ισορροπεί τον «παραλογισμό» κατά κάποιον τρόπο του Εγώ. Επειδή λοιπόν ο νεοέλληνας γίνεται εγωκεντρικός, τα θέλει μονά-ζυγά δικά του, αυτή του η απαίτηση και ανάγκη τον οδηγεί να μην πειθαρχεί και να παραβιάζει τους κανόνες. Επιπλέον η Πολιτεία δεν έχει αποφασίσει – οι πολιτικοί μας πιο ειδικά για ψηφοθηρικούς λόγους – να γίνει αυστηρή και να επιβάλει ό,τι η ίδια νομοθετεί.

Με τον ποιητή Μανόλη Πρατικάκη

Πρωτίστως του λείπει η αυτογνωσία. Να κοιταχθεί δηλαδή στον καθρέφτη, να δει τον εαυτό του ως σύνολο, χωρίς φόβο και πάθος που λέμε, χωρίς τον ανόητο ναρκισσισμό του απογόνου λαμπρών προγόνων, να κατανοήσει τι πραγματικά του συνέβη – ως έθνος εννοώ – να καταλήξει αν θέλει να βαδίσει στο μονοπάτι του σύγχρονου κόσμου και να απαρνηθεί ιδεοληψίες και παρωχημένα στερεότυπα. Πρέπει να γίνει ο άνθρωπος της εποχής του. Να είναι υπερήφανος για τα δικά του επιτεύγματα και να μην επικάθεται αυτάρεσκα στις κατακτήσεις των αξεπέραστων προγόνων του. Εκείνοι έκαναν το χρέος τους. Ας κάνουμε κι εμείς το δικό μας.

Θα σας απαντήσω μετά την επίσκεψή μου το καλοκαίρι στο Μαντείο των Δελφών… Αλλά, για να σοβαρευτούμε, αυτή είναι μια εύκολη μεν, αλλά αγωνιούσα δε ερώτηση. Νομίζω, πως πραγματικά κάθε πρόβλεψη είναι λίαν επισφαλής. Α) Η Ευρώπη «άνοιξε» πολύ και μάλλον βεβιασμένα καθότι ήταν ανέτοιμη για τέτοιο άλμα. Θα έπρεπε να υπάρξει – αλλά πού τέτοιο θάρρος – πρώτα πολιτική ενοποίηση και κατόπιν οικονομική. Να υπάρξουν Καταστατικές Ρυθμίσεις για να καταστεί η «ενωμένη Ευρώπη» πραγματική Ένωση και όχι οικονομική μόνο ένωση, χαλαρή πάντως, με μόνο κοινό στοιχείο το νόμισμα, το ευρώ. Τί οικονομική ένωση είναι αυτή όταν δεν υπάρχει κεντρική οικονομική πολιτική και κάθε χώρα-μέλος έχει δικό της προϋπολογισμό; Το κοινό νόμισμα το μόνο που σίγουρα επέφερε ήταν οι πλούσιες χώρες να γίνουν πλουσιότερες και οι φτωχές χώρες φτωχότερες. Οι Η.Π.Α αφού συγκροτήθηκαν σε ενιαίο Κράτος με Σύνταγμα και ομοσπονδιακές αρχές, δέχονταν κατόπιν και άλλες Πολιτείες στην κρατική τους οντότητα, χωρίς να κινδυνεύει από την εισδοχή αυτή η αρχική συγκρότηση της Ομοσπονδίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε ανάποδα, γιατί οι χώρες ή οι πολιτικές ηγεσίες δεν ήσαν έτοιμες για το μεγάλο άλμα. Βλέπετε και σήμερα η Βρετανία σκέφτεται την αποχώρηση. Με τέτοιους δισταγμούς πώς να προχωρήσει η Ένωση; Β) Το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης έφερε στην πρώτη γραμμή τους οικονομικούς τεχνοκράτες και τον καταλυτικό ρόλο των Τραπεζών, ώστε η πολιτική και οι πολιτικοί να υποχωρήσουν στο επίπεδο των αποφάσεων. Γ) Οι πολιτικοί ηγέτες στην Ευρώπη σήμερα είναι μικρού αναστήματος, δεν έχουν όραμα ή δεν πιστεύουν στο όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, όπως την είχαν οραματισθεί ένας Ντε Γκολ, ένας Βίλι Μπραντ, ένας Χέλμουτ Κολ, ας πούμε. Όλα αυτά ακούγονται απαισιόδοξα για την τύχη της Ευρώπης, αλλά πάντοτε κανείς πρέπει να πιστεύει στο απροσδόκητο, στο θαύμα, όχι ασφαλώς με την μεταφυσική έννοια, αλλά με την έννοια ότι τα πάντα είναι δυνατά όταν οι άνθρωποι το θελήσουν. Σ’ ένα μου ποίημα λέγω: «θαύματα γίνονται κάθε μέρα». Ας το ελπίσουμε λοιπόν.

Τα βιβλία μου ασφαλώς και οι καλοί μου φίλοι. Γιατί όπως μου είπε κάποτε η σπουδαία πεζογράφος της Γενιάς του ’30 Λιλίκα Νάκου – ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα από τον λογοτεχνικό χώρο – «έχεις φίλους; έχεις περιουσία». Και δεν είχε άδικο. Μου το επιβεβαίωσε πολλάκις η ζωή.

Μέχρι τώρα δεν είδα κάποια ελπιδοφόρο αλλαγή. Και μέσα στην κρίση πολλοί συμπολίτες μας πίστευαν πως είναι δυνατόν η οικονομική τους κατάσταση να επιστρέψει στην προ κρίσης ψεύτικη ευμάρεια. Δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως επί της ουσίας έχουμε χρεοκοπήσει και πως μας κρατάνε ζωντανούς με αναπνευστήρα οι Ευρωπαίοι. Γι’ αυτό και έδωσαν την εξουσία στον κ. Τσίπρα. Για να τους δώσει πίσω τα κεκτημένα που είχαν αποκτηθεί με δανεικά!!! Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι για την κατάστασή μας, για το χάλι μας, φταίνε οι Ευρωπαίοι και περισσότερο οι Γερμανοί, είναι σημάδι ότι κατάλαβε κάτι η κοινωνία μας και ότι επιθυμεί να αλλάξει; Δεν ξέρω τώρα που ο κ. Τσίπρας, ο τελευταίος μάγος, τους διέψευσε οικτρά, αν θα καταλάβουν πως το πρόβλημα είναι δικό μας και εμείς πρέπει να επωμιστούμε το βάρος να το επιλύσουμε. Ο λαός το έλεγε παλιότερα: «αν δεν μπορείς μόνος σου να ξυθείς, μην περιμένεις να σε ξύσει κάποιος άλλος».

Με τον κριτικό Αλέξη Ζήρα

Δεν το πιστεύω. Τουλάχιστον εμείς στις μέρες δεν θα το δούμε. Είμαστε μια μικρή χώρα, με ελάχιστη δύναμη στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Βρισκόμαστε σε μια λίαν ευαίσθητη γεωπολιτικά θέση και γύρω μας, στη γειτονιά μας, στη Μέση Ανατολή, για πολλά χρόνια ακόμα θα παίζονται κρίσιμα παιχνίδια. Αυτή η περιοχή ιστορικά ποτέ δεν έχει ηρεμήσει, ενώ σήμερα η κατάσταση είναι περισσότερο περιπεπλεγμένη από ποτέ. Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών είχαμε μόνο το παλαιστινιακό πρόβλημα. Μετά τους Πολέμους στον Περσικό Κόλπο, τα πράγματα έχουν ξεφύγει τόσο πολύ, που και οι ίδιοι οι υπαίτιοι δυτικοί σήμερα τα έχουν χαμένα και δεν ξέρουν πώς να τα συνεφέρουν. Επιπλέον η χαίνουσα πληγή του Κυπριακού μας κρατά σε ικανό βαθμό εξαρτημένους, αφού η επίλυσή του απαιτεί την συναίνεση των ισχυρών.

Η αυτογνωσία μας που θα μας δώσει τη δύναμη να κοιτάξουμε μπροστά, να κάνουμε βουτιά στο μέλλον, αφήνοντας το ένδοξο παρελθόν των προγόνων μας στην Ιστορία. Να αντλούμε απ’ αυτό μόνον την ΟΥΣΙΑ και όχι τον ΤΥΠΟ, όπως έλεγε εύστοχα ο Ιωάννης Συκουτρής και να πάψουμε να το χρησιμοποιούμε ως άλλοθι για να καλύψουμε τις αδυναμίες μας και την άρνησή μας ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ, να γίνουμε άνθρωποι ενός δημιουργικού παρόντος.

Ένας πολύ αγαπητός μου φίλος, ο ψυχίατρος Σιδέρης Μπακούρας μου είπε κάποτε ενώ κουβεντιάζαμε για κάποιον που έδινε μεγάλη μάχη να κατανικήσει την αρρώστια που απειλούσε τη ζωή του – και τη ρήση του αυτή την χρησιμοποίησα ως στίχο σ’ ένα ποίημά μου της τελευταίας συλλογής ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΘΕΟΥ- : «Κανένας δεν θέλει ν’ αφήσει αυτό το πανηγύρι», εννοώντας βεβαίως τη ζωή. Νομίζω πως έχει δίκιο. Η ζωή είναι ή θα πρέπει τουλάχιστον να βιώνεται με την χαρά, την ποικιλία, την πολυχρωμία και την ζωντάνια ενός πανηγυριού που έχει ημερομηνία λήξης.

Στην καινούργια μου συλλογή ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΘΕΟΥ θέτω τον Άνθρωπο έναντι σου συν-Ανθρώπου του, σε μια ανοιχτή συνομιλία, όπου ο καθένας καλείται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τον Άλλο ως συνοδοιπόρο στη ζωή, μέσα από την αλληλοκατανόηση, τις αμοιβαίες υποχωρήσεις και κυρίως την ζωοποιό δύναμη της αγάπης. Της ειλικρινούς, της αφειδώλευτης, της ανυστερόβουλης αγάπης, αφού έτσι κι αλλιώς η ζωή ένα πέρασμα είναι και «σκιάς ασθενέστερη». Επί μέρους, σε αυτή μου την ποιητική συλλογή, αγγίζω, διερευνώ και προσπαθώ να μετασχηματίσω σε λυρικούς στίχους όλα τα ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο διαχρονικά και στα οποία – και ανάλογα με την εποχή και την σκέψη που τη διατρέχει – δίνει διαφορετικές απαντήσεις, ή προσπαθεί να αρθρώσει έναν πειστικό Λόγο για τον λόγο της Ύπαρξης. Θέματα όπως ο Έρωτας, η Φιλία, η Χαρά της Ζωής και το αναπότρεπτο του Θανάτου, και κυρίως το μέγα δώρο της αγάπης, απασχολούν την ποιητική μου σύνθεση. Η συλλογή περιλαμβάνει 53 ποιήματα, άλλοτε άλλης έκτασης, χωρίς τίτλους και δίχως καν αρίθμηση. Έτσι δίνεται η συνέχεια και η εσωτερική συνοχή της σύνθεσης. Για τη νέα αυτή δουλειά μου, ο Νάσος Βαγενάς (ποιητής και καθηγητής της Θεωρίας της Λογοτεχνίας) σε επιστολή του μου γράφει: «Τη μάχη ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία/στοχασμό δεν την χάνει όποιος κατορθώνει να τις συμφιλιώσει. Εσύ την κέρδισες. Με έπεισες, παρότι η φιλοσοφική ποίηση δεν είναι το αγαπημένο ποιητικό μου είδος. Είναι ωραίο ποιητικό βιβλίο.»

Ο Κώστας Λάνταβος γεννήθηκε στη Λάρισα, από Ηπειρώτες γονείς. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στην Παθολογία την οποία ασκεί μέχρι σήμερα στη Λάρισα. Ασχολήθηκε από το 1974 μέχρι το 1994 ενεργώς με την πολιτική. Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος Λάρισας σε δύο περιόδους, Πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Λάρισας ( Θεσσαλικό Θέατρο ), και Αντιδήμαρχος Πολιτισμού. Ασχολήθηκε με τον συνδικαλισμό του ιατρικού κλάδου, τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Λάρισα. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του Δ.Σ. του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας από το 1982-1985. Δική του ιδέα ήταν η έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού στη Λάρισα, η οποία έγινε δεκτή από τον Δήμο Λαρισαίων και υλοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1989 με την κυκλοφορία της ΓΡΑΦΗΣ, του μοναδικού περιοδικού που εξέδιδε φορέας Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ήταν διευθυντής του περιοδικού μέχρι το 2004.

Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1980. Έκτοτε, ακολούθησαν άλλες 12 ποιητικές συλλογές, με τελευταία ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΘΕΟΥ το 2015. Έγραψε και μια νουβέλα.

Μετέφρασε από τα αγγλικά: Ουίλιαμ Μπλέικ, Έζρα Πάουντ, Φερνάντο Πεσσόα, Έμιλι Ντίκινσον, και ΝΤ. Χ. Λόρενς. Από τα γαλλικά: Πολ Βαλερί και Ζεράρ ντε Νερβάλ.

Μετέφρασε επίσης από τα αρχαία ελληνικά: Ευριπίδη (Τρωάδες), Σοφοκλή (Φιλοκτήτης) και  Αισχύλο (Πέρσες, που παραστάθηκε το 2008 από το Θεσσαλικό Θέατρο). Υπό έκδοση βρίσκονται: Βάκχες του Ευριπίδη και Άμλετ του Σαίξπηρ.

Ασχολήθηκε κατά καιρούς με την κριτική βιβλίου και παρουσίασε μεγάλο αριθμό γνωστών ελλήνων λογοτεχνών στο λαρισαϊκό Κοινό. Πολιτικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας, καθώς και σε περιοδικά.

[ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΘΕΟΥ]

XII

Άνθρωπε
αμφιβάλλω αμφισβητώ αμφιταλαντεύομαι
όμως μην πανικοβάλλεσαι
μένω σταθερός στην πεποίθηση
πως όλοι κάνουν του κεφαλιού τους
πως όλοι κρύβουν κάποιο ένοχο μυστικό
πως εντέλει
ό,τι σου προσφέρει η στιγμή
δεν μπορεί ενδεχομένως να στο δώσει
ο αιώνας

XI

Άνθρωπε
ας μην κρυβόμαστε
η φωτιά καίει μέσα μας
σε αναζήτηση σώματος
ας μιλήσουμε έξω απ΄ τα δόντια
ο έρωτας μας βάζει σε κίνηση
αν και στα όνειρα
οι συναντήσεις είναι πιο εύκολες
δεν μπορούμε ν΄ απαρνηθούμε τον έρωτα
έρωτι δε μάχεσθαι χαλεπόν
ούτε και θέλουμε να υποταχθούμε
στη σαρωτική δύναμή του
συλλογίσου Άνθρωπε
Έρως και Κάλλος
συνομολογούν το θαύμα

VI

Η ζωή Άνθρωπε
είναι φτιαγμένη από μέρες
που δεν τις μετράει η ζωή
αλλά η ζωή είναι δύναμη
και η ευλογία του μόχθου είναι δύναμη
κι είναι θαυμάσιο να μοχθείς για τη ζωή
δε χρειάζεται ν΄αλλάξεις αυτό που έγινες
μην προσπαθείς να γίνεις άλλος
είσαι αυτό που ήσουν πάντοτε
μάθε μονάχα ποιός είσαι

IX

Άνθρωπε
κουραστική ιστορία ο Έρωτας
μεθύσι κι ανείπωτη χαρά πόνος και συντριβή
ρόδο κι αγκάθι
σε μια τυχαία ακανόνιστη εναλλαγή
τοσούτον εμεθύσθη του έρωτος
αλλά ήλθες για να ερωτευθείς
ν΄ασκήσεις την προσφορά της φύσης
και ν΄ασκηθείς στο πιο σκληρό αγώνισμα της ζωής
ο δ΄έρως βίαιόν τι εστί
να μάθεις πως τελικά
κανείς δεν την γλιτώνει εύκολα

LX

Άνθρωπε
ένα ασήμαντο γεγονός
μπορεί να σου αλλάξει ολόκληρη τη ζωή
η αποτυχία δεν είναι το τέλος του κόσμου
αλλάζει χρώματα συχνά ο ουρανός
πλοκάμια νοήματα δένουν τη ζωή
σε μιά καινούρια ζωή
όπου άγνωστοι θάνατοι σε περιμένουν
Άνθρωπε αν χρειάζεσαι την επιτυχία
επέτρεψε στον εαυτό σου να επιτύχει
αλλά μην ξεχνάς
η επιτυχία έρχεται
χάρις στην μακροθυμία των άλλων
και πάντοτε να θυμάσαι
κανένα χρέος δε μένει ανεξόφλητο

The following two tabs change content below.
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.
Exit mobile version