Κρίσεις για το πρώτο μυθιστόρημα της Τέτης Παγκάλου

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Σύντομος σχολιασμός του μυθιστορήματος της Τέτης Παγκάλου «Μου λείπεται ύπνος». Ερμής, Αθήνα 2015, σελ. 246.

Είναι το πρώτο μυθιστόρημα τη; Τέτης Παγκάλου, με το οποίο έκανε τη δυναμική της εμφάνιση στη νεοελληνική λογοτεχνία η εκλεκτή πεζογράφος, έχει τη μορφή ημερολογίου, που γράφει, όποτε έχει διάθεση, η πρωταγωνίστρια του έργου προκειμένου να διασώσει στη μνήμη, για τους μεταγενέστερους όσα η ίδια κρίνει αναγκαίο. Ο τρόπος αυτός διευκολύνει τα μέγιστα τη συγγραφέα, ιδιαίτερα στα σημεία εκείνα που είναι αναγκασμένη εκ των πραγμάτων να κάνει μεγάλα χρονικά άλματα στην αφήγηση, αφού το βιβλίο, αν σκεφτεί ότι γράφει βιβλίο και όχι μονάχα τις αναμνήσεις μιας ζωής για προσωπική και μόνο χρήση, πρέπει να περιλάβει το σύνολο σχεδόν της ζωής της. Η αφηγήτρια εξιστορεί σε μεταγενέστερο χρόνο γεγονότα της ζωής της που έγιναν στο παρελθόν ή και άλλα που γίνονται στο παρόν, χρησιμοποιώντας, κατά τις περιστάσεις, άλλοτε την αναδρομική και άλλοτε την ευθύγραμμη αφήγηση.

Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος και συνάμα αφηγήτρια των γεγονότων είναι μία απλή, λαϊκή, αγράμματη γυναίκα , που ζει σε παραθαλάσσιο χωριό της Κορινθίας, και γύρω από αυτήν κινούνται, άλλοτε βουβά και άλλοτε όχι, τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου, τα οποία συγκροτούν, κατά κύριο λόγο, το στενό οικογενειακό της περιβάλλον ή το λίγο πιο ευρύ του χωριού και των πελατών του ξενοδοχείου που συντηρεί η ίδια.

Η αφήγηση είναι, από την αρχή μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος σε πρώτο ρηματικό πρόσωπο, δίνοντας έτσι μεγάλη αμεσότητα και έντονο συναισθηματισμό στο έργο. Η ζωή που περιγράφεται εδώ είναι ιδιαίτερα απλή, παρά τις κατά καιρούς ελάχιστες εξάρσεις που δημιουργούν ξαφνικά εντελώς απρόβλεπτα και κάποτε συνταρακτικά γεγονότα που αναστατώνουν προς στιγμήν τη μικρή κοινωνία του χωριού που, αμέσως μετά, επανέρχεται στον ήσυχο, χωρίς έντονες ιδιαιτερότητες ρυθμό της.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι εξίσου απλή με τη ζωή του χωριού αλλά πλούσια σε λεξιλόγιο που εμπλουτίζεται συχνά με τη συνεχή χρήση ιδιωματικών λέξεων και εκφράσεων της τοπικής διαλέκτου της ορεινής Κορινθίας, την οποία γνωρίζει και χειρίζεται πολύ καλά η μυθιστοριογράφος. Το γεγονός αυτό προσδίδει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στα γεγονότα αλλά και στα πρόσωπα του έργου. Η ντοπολαλιά όμως αυτή δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα κατανόησης στον αναγνώστη που την αγνοεί, ρέει φυσικά και αβίαστα και αυτό δείχνει επιπλέον πόσο την κατέχει και πόσο επιδέξια τη χρησιμοποιεί η συγγραφέας. Άλλωστε, για όσους επιμένουν σε δυσκολίες που συναντούν και που δεν τις λύνουν αμέσως από τα συμφραζόμενα του κειμένου υπάρχει και το λεξιλόγιο στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, ενώ το δεύτερο μυθιστόρημά της «Ο αγριόγατος πηγαίνει πάντα μόνος» στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα. Όπως και σε εκείνο, έτσι και σε αυτό η ιστορία αποτελεί το βάθος της αφήγησης γι’ αυτό και τα ιστορικά γεγονότα, όσα περνούν βιαστικά από τις σελίδες του βιβλίου, ή αναφέρονται απλά και μόνο για να δείξουν έμμεσα το χρόνο κατά τον οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα της μυθοπλασίας, όσα μας αφηγείται το βασικό πρόσωπο του έργου, όσα βλέπει, όσα ακούει, όσα νιώθει ή την εντυπωσιάζουν. Η συγγραφέας, όπως έχουν δείξει μέχρι τώρα τα έργα της, τα πάει πολύ καλά με την ιστορία.

Στο μυθιστόρημα αυτό, εκτός από το αδρό πλάσιμο των προσώπων και των χαρακτήρων τους, έχουμε ακόμη μία πλήρη, επιτυχημένη και ζωντανή περιγραφή της ζωής, των αντιλήψεων και των ηθών των κατοίκων της ορεινής και όχι μόνο Κορινθίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το έργο μετατρέπεται κάποτε σε ηθογραφία. Κάθε άλλο. Όλα είναι φυσικά και ρέουν φυσικά. Η ίδια η αφηγήτρια φαίνεται να δικαιώνεται κάπως προς το τέλος του μυθιστορήματος, αλλά κυρίως δικαιώνεται η γραφή της που για τον κόσμο της θα ηχούσε λίγο παράξενα. Με λίγα λόγια, η αφήγηση είναι απόλυτα πειστική, τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες τους σκιαγραφούνται πειστικά, είναι αληθινοί και το έργο κινείται ομαλά από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς σοβαρά χάσματα και κενά που θα μπορούσαν να μειώσουν κάπως την αξία του. Η ηρωίδα είναι εκτός των άλλων μία ευαίσθητη ψυχή που λέει πάντοτε τα πράγματα με το όνομά τους.
Σ’ ευχαριστούμε Τέτη για το έργο που μας προσφέρεις τόσο πλουσιοπάροχα.

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή