Λάζαρος Γ. Παυλίδης: Μια βόλτα στον παράδεισο

by Times Newsroom 1
Share this

ΛΑΖΑΡΟΣ Γ. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Μια βόλτα στον παράδεισο

ΕΣΤΡΙΨΑ με το αυτοκίνητό μου από η μαύρη δημοσιά σ’ ένα στενό και καφέ χωματόδρομο. Ήταν Απρίλιος και άνοιξη. Κι από κοντά ο Μάιος. Ο μήνας του μέλιτος. Μια κααταπράσινη θάλασσα απλωνόταν μπροστά μου και το δρόμο που άφηνα πίσω μου τον έβλεπα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου, να μοιάζει με αυλάκι νερού που αφήνουν τα πλεούμενα στο πέλαγος. Μια αφράτη και γυαλιστερή πρασινάδα στο απάτητο κέντρο του δρόμου, ανέμιζε σα χαίτη αλόγου. Με επιφύλαξη προχωρούσα, γιατί είχε βρέξει πρόσφατα, μήπως και βουλιάξω σε νησίδες που πρόβαλλαν στο ανώμαλο έδαφος, από λιμνάζοντα νερά και κολλήσω μέσα στη λάσπη. Άλλο τόσο φοβήθηκα μη σκαλώσω και σε καμία κοτρόνα το κάρτερ του αυτοκινήτου μου ή το διαφορικό.

Ευτυχώς πέρασα ομαλά το άγνωστο έδαφος, χωρίς παγίδες κι έφτασα στην καρδιά της πεδιάδας που δεν είχε τελειωμό. Μέσα στο βάθος. Κοντά στα πέντε χιλιόμετρα. Έστριψα σ’ ένα σταυροδρόμι για να έχω το γλυκό φως του ήλιου απέναντί μου και έτοιμος φυσικά να φύγω, αν μου συνέβαινε τίποτα αναπάντεχο μέσα σ’ αυτή την ερημιά. Εκεί άραξα και είπα. Εδώ είναι ωραία. Έσβησα τη μηχανή και το ραδιόφωνο κι έστησα αυτί. Τον πρώτο θόρυβο που αφουγκράστηκα ήταν η ανάσα μου. Σε λίγο έτριξε και το αυτοκίνητο μία και δύο φορές κι ύστερα επικράτησε μια νεκρική σιγή. Απόλυτη ηρεμία. Ήταν απομεσήμερο, αλλά έμοιαζε με ξημέρωμα. Έμεινα διστακτικά ακίνητος και υποψιασμένος, λες και περίμενα να μου συμβεί κάτι. Και δεν άργησε να μου συμβεί το κάτι άλλο. Σε μια ώρα περίπου, λες κι έπεσα στο κενό. Καμία επικοινωνία· με τίποτα. Δεν άργησα να αισθάνομαι πως βουλιάζω σε μια υγρή γαλήνη που ολοένα με παρέσερνε στο χλιαρό της βυθό. Πράγματι χανόμουν σ’ έναν κόσμο άγνωστο. Ανύπαρκτο. Έμεινα με την αίσθηση γυμνού ανθρώπου

δίχως τα ρούχα μου και ξυπόλητος. Και με την εντύπωση ότι είμαι συνδεδεμένος με τη ζωή, μόλις μ’ έναν ιστό αράχνης. Έριξα ένα βλέμμα στα βουνά που με περιστοίχιζαν. Τα είδα ακίνητα και βουβά. Κανένας κίνδυνος. Μόνο ένα διαφανές φωτεινό πέπλο σάλευε επάνω τους και σ’ όλη την επιφάνεια και την έκταση που έφτανε το μάτι μου. Άπειρη ορατότητα: Γαλάζιο μετάξι ο ουρανός και ανοικτό σιέλ ο ορίζοντας, πέρα για πέρα. Αυτή η μαγεία του περιβάλλοντος, αυτή η ηθική της παρθένας φύσης, με σαγήνεψε. Αδιόρατα είχα την εντύπωση πως με βαλσαμώνει δίχως να μπορώ ν’ αντιδράσω στην αθόρυβη και μυστική μετουσίωση. Άθελά μου, παραδόθηκα σε μια χαλάρωση κι λύθηκαν οι αρμοί μου. Άπλωσαν ο σκελετός μου, η κάθε ίνα, το κάθε νεύρο και η σάρκα μου με τους τένοντες, σα μαλάκια. Αβίαστα και σταδιακά όπως ξεκινάει κανείς από τα ρηχά, άρχισε η είσοδός μου στη λίμνη αυτής της γαλήνης για το βάπτισμα και την εξιλέωση όπως στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ καθώς ανατάραζε ο αγγελικός άνεμος τα στάχυα, αισθάνθηκα να βυθίζομαι σε μια ευδαιμονία και την ψυχή μου να αναπέμπεται μ’ ένα παράλληλο αίσθημα εξαγνισμού από την ιερή αίγλη αυτού του τοπίου κι ανάσανα βαθιά. Και με την κάθε βαθιά μου ανάσα, έπινα κι ένα ποτήρι δροσερό πιοτό μέχρι τον πάτο κι ακόμα ένα με πράσινη γεύση και μύρα, ώσπου απόκαμα κι έγειρα μεθυσμένος από τα θέλγητρα της ερωμένης άνοιξης. Για μια στιγμή απόμεινα με τα λάγνα μου μάτια να θαυμάζω τον χορό των σταριών. Χόρευαν το χορό του ανέμου. Λυγερό καλάμι το κορμί τους κι όλα μαζί πλήθος αμέτρητο έγερναν στα νεύματα του ανάλαφρου μαέστρου αγέρα. Κι ανασηκώνονταν να χαιρετίσουν, να φιληθούν και καθώς αγκαλιάζονταν σμίγοντας τα λεπτά τους φύλλα, όπως τα δάχτυλά τους οι εραστές, ψιθύριζαν μεταξύ τους ερωτόλογα. Αδελφωμένα σε μια αρμονική κοινωνία ζωής και θανάτου ενωμένα και αδιαίρετα και μπλεγμένα μέχρι τη ρίζα τους. Από πάνω τους ισορροπούσαν κάτι πουλιά ζυγίζοντας την ευτυχία τους και ξαφνικά τινάζονταν πολύ ψηλά και κουτρουβαλούσαν στο κενό. Όπως οι κλωστές από μέλι, έσταζαν οι μελωδίες από τ’ αηδόνια ένα γύρω και πάνω στα φουντωμένα δέντρα από άνθη καθώς διαχεόταν ο βόμβος από τις μέλισσες, έμοιαζε με μακρόσυρτη ψαλμωδία και νανούρισμα. Οι πεταλούδες, που είχαν τα φτερά τους με φύλλα από πανσέδες, κωπηλατούσαν ευγενικά και μόλις άγγιζαν ντροπαλές ένα λουλούδι με βαμμένα χείλη, απομακρύνονταν να συνεχίσουν την αθώα τους περιπλάνηση.

Όλα αυτά ήταν δικά μου. Έστω και οπτικά. Ό,τι έβλεπα, ό,τι άκουα κι ό,τι γευόμουν. Σίγουρα σκεφτόμουν δε θα χτυπήσει το τηλέφωνό μου να με τινάξει από τη θέση μου. Ούτε φυσικά έφερε μαζί μου σούβλες, κάρβουνα και πολυθρόνες. Ο νους μου πήγε πίσω στο πορτμπαγκάζ που ήταν άδειο. Και ο ουρανός άδειος και ο ήλιος ελεύθερος. Πλήρες κενό. Άδειασε και η ψυχή μου από πόθους. Κανένας θόρυβος πλυντηρίου, τηλεόρασης, μπετονιέρας και της σβούρας για τα μάρμαρα και μωσαϊκά. Ούτε ειδήσεις από τα ραδιόφωνα και θόρυβος αυτοκινήτων και πάσης φύσεως μηχανών. Ούτε φωνές ανθρώπων. Η βιασύνη, το άγχος, και γενικά οι απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής. Δεν ακούω τίποτα. Είμαι μόνος. Γύρω μου γαλήνη, μοναξιά και ανάπαυση. Νύσταζα λίγο από το σαγήνεμα και σε κάποια στιγμή ξεψύχησε και η επιθυμία μου να γίνω πλούσιος. Να δοξαστώ! Να γίνω πρώτος και καλύτερος! Μακριά από τα μάτια των ανθρώπων, ένιωθα αθώος. Να με κρίνουν αν είμαι ψηλός, κοντός, όμορφος ή άσχημος κι ακόμα να με ρωτήσει κάποιος πού πάω. Έπαψα να μισώ και δε σκόπευα να εκδικηθώ κανέναν. Εκείνη η δύναμη και το πείσμα της αυτοσυντήρησης, το θάρρος μου και το αίσθημα ότι είμαι ανώτερος από κάποιον άλλον και η ιδέα της νίκης και του θριάμβου κατέρρευσαν. Ένιωθα αβλαβής και αγνός. Ότι τη στιγμή αυτή εκκλησιάζομαι. Ότι είναι Κυριακή και γιορτή παρ’ όλο που ήταν καθημερινή μέρα. Ένιωθα ότι βρίσκομαι σε μία άλλη περιοχή, ένθα ουκ έστι οδύνη και στεναγμός.

Ο παράδεισος είναι εδώ. Δε στέναζα, δεν πονούσα και δεν έτριζα τα δόντια μου. Θα μείνω. Και δεν πρόκειται να γεράσω ούτε και να πεθάνω. Θα γίνω ο αναμάρτητος άνθρωπος που θα μπορώ να πετάξω μία πέτρα στην κόλαση της κοινωνίας. Σ’ αυτή την κοινωνία που με διαφθείρει. Εγώ είμαι το φως και η αλήθεια! Ύστερα από αυτή την κάθαρση, έγινα κάτι σαν αγγελούδι. Κάτι σα μικρό και δειλό παιδί.

Και πάνω σ’ αυτήν την Ανάσταση, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Αυτές όλες οι πνευματικές ηδονές κι οι απολαύσεις που με ανύψωσαν στους ουρανούς, μου φάνηκαν ότι είναι μία ιδέα, χωρίς σάρκα και οστά που θα επιπλέει αιώνια κάπου στο άπειρο. Με τη διαπίστωση ότι δε θα κάνω παιδιά, δε θα έχω φίλους, μία ταβέρνα να τα τσούζω, μία γυναίκα συντροφιά, ένα βιβλίο να διαβάσω, δίχως ελπίδα και αγωνία για τον πλούτο και τη δόξα, θα είμαι ένα τίποτα. Ούτε μιλά ούτε λαλιά. Ούτε θα νυστάζω, ούτε θα κοιμάμαι. Και πάνω απ’ όλα δε θα τρώω. Ούτε θα έχω λεφτά ν’ αγοράσω κάτι. Αφού θα είμαι άνεργος. Ο παράδεισος είναι εδώ· αλλά θα ζω μέσα σ’ένα συνεχές όνειρο, δίχως την πραγματικότητα. Η φύση, είναι αλήθεια, εξαγνίζει. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει αγαθός όταν είναι μόνος. Και να γίνει πανάγαθος όταν είναι μόνος στον παράδεισο, όπως ο Θεός!

Δίσταζα να βάλω εμπρός το αυτοκίνητό μου ύστερα από αυτή τη δοκιμασία και τον πειραματισμό. Πέτυχα μία βόλτα στον παράδεισο. Τώρα ξέρω τι είναι κόλαση και τι είναι παράδεισος, αλλά δεν μπορώ να μείνω. Αύριο έχω να πληρώσω το νερό, το τηλέφωνο, το φως, τα κοινόχρηστα, ν’ αγοράσω κοστούμια, παπούτσια, έπιπλα. Ο παράδεισος είναι γυμνός. Μία ηθική περίπτωση. Είναι μόνο μία ιδέα. Τι διάσταση όμως, τι μεγαλείο και τι απεραντοσύνη να έχει καταλαγιάσει κάθε φόρτιση και μαζί να έχει συντελεστεί μία ασύνορη επέκταση της ψυχής μου. Κι όσο διευρυνόταν η χωρίς περιθώρια αίσθηση της ελευθερίας μου και ταξίδευα ονειρικά με τη φαντασία μου αποθεραπευμένος από κάθε νόσο και μαλακία, διαπίστωσα πως δεν υποφέρω από τίποτα. Όλα τα απέβαλα και το μεγάλο επίτευγμα, η κατάκτηση του τοπίου που έκλεισα μέσα μου.

Φεύγοντας, πήρα μαζί μου όλη την περιοχή στο σπίτι. Δε χωρούσε μέσα του αυτό το κομμάτι του παραδείσου που μετέφερα. Σε τρία δωμάτια, λουτρό, κουζίνα, σαλόνι, έπιπλα και τοίχους με πατώματα και ταβάνια. Ασφυκτικά περιορισμένος ο χώρος. Σώμα και σπίτι στενή φυλακή. Μελαγχολία, σκλαβιά και καταδίκη σε ισόβια δεσμά. Κλουβί με σπασμωδικά αναφτερώματα. Αυτή η φωλιά μας, το γλυκό περιβάλλον, η εστία μας, που είναι αναμφίβολα σίγουρη προστασία, μ’ έπνιγε. Μου φάνηκε θηλιά στο λαιμό. Ο νους μου γύρισε πίσω. Το σπίτι μου το παρομοίασα με κλινική κι ανατρίχιασα. Και μ’ όλες τις κλινικές του κόσμου. Λάθος ψυχοθεραπεία. Με προσωπικό, μηχανήματα, φάρμακα, αναλύσεις και πιστή εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων και συνταγών. Αυτό που ένιωθα, αυτό που έπαθα με τη φύση, με καλούσε πίσω. Να πάω ξανά. Επιτακτική ανάγκη. Αυτή η ανακάλυψη της αποτοξίνωσης, με συνεπήρε μυστικά, αθόρυβα κι ανομολόγητα. Την άλλη μέρα είπα. Θα πάω μία βόλτα κι έφυγα ξανά. Στο ίδιο μέρος. Μόνος. Η ευεργετική λύση που μου αποκαλύφτηκε δεν ήταν απ’ αυτές που λέμε και μας συνιστούν οι γιατροί. Μπάνια, ηλιοθεραπεία, εκδρομές, εξοχή και για πανηγύρια. Κάποιος διάβολος θα βρεθεί να μας κεντρίσει και να μας υποκινήσει σε δυσάρεστες αντιδράσεις. Η συνταγή είναι μόνος σ’ αυτή την ιερή τελετή. Δίχως θρησκευτικούς εμβολιασμούς και μυσταγωγίες δογμάτων και σοφών μέσα στις στοές.

Για να ξεχάσεις τον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την ιστορία, τους πυραύλους και τους σωτήρες αυτού του κόσμου. Να λησμονήσεις τις νίκες και τις ήττες σου και να νιώσεις πως είσαι ένα μικρό-μικρό πλασματάκι που σαλεύει στο σύμπαν, ταπεινό καλοκάγαθο και φιλήσυχο και παρ’ όλ’ αυτά, ένα υπέροχο και εκλεκτό ον! Άνθρωπος! Σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να το συνειδητοποιήσεις ανάμεσα σε δυο και τρεις. Σε χίλιους και εκατομμύρια, αν δεν πας μία βόλτα στον παράδεισο μόνος. Την εποχή αυτή που λείπουν οι γεωργοί και οι βοσκοί με τα κοπάδια τους δεν μπορούν να κατέβουν στον κάμπο, νιώθεις σαν θεός. Κατ’ εικόνα και ομοίωσή του. Μα δεν έμεινα εκεί. Πηγαινοερχόμουν. Άρχισα να παίζω δίπορτο. Θεός στον παράδεισό μου και άνθρωπος στην κόλαση, μέχρι να γίνει αυτό το πανόραμα και η ομόνοια της φύσης, κοινωνία μας!

  • Πρώτη δημοσίευση: Ο παρατηρητής. Περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης. τεύχος 27, Χειμώνας 1995. Θεσσαλονίκη.

Παυλίδης, Λάζαρος Γ.

Ο Λάζαρος Παυλίδης (Κιλκίς, 1929-2004) υπήρξε πεζογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, μια από τις πιο ρωμαλέες και γνήσιες πεζογραφικές φωνές των ελληνικών γραμμάτων. Eμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1955 με τη νουβέλα “O Tάκλης”. Aκολούθησαν τα μυθιστορήματα “Xρυσός νοικοκύρης”, “Πρόταση γάμου”, “O χωματόδρομος”, “Oι λύκοι”, “Γεωργική ευτυχία”, “O κλητήρας”, “H νέα ζωή”, “H κακιά πεθερά”, “H μπαλάντα ενός ιδεολόγου”. Έχουν εκδοθεί, επίσης, και τρεις τόμοι διηγημάτων του. Θεωρείται γνήσιος εκπρόσωπος του ρεαλισμού στην πεζογραφική έκφραση. Tα μυθιστορήματα “Kαραβάν Σαράι” και “Xρυσός νοικοκύρης” μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση αντίστοιχα.

 

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή