Λευτέρης Ιερόπαις (1920-1945). Ένας παραγνωρισμένος ποιητής

by ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ
  • Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

Σαν σήμερα, το 1945, πέθανε ο Λευτέρης Χρ. Ιερόπαις. Το όνομά του, ενδεχομένως, να μην είναι γνωστό στους περισσότερους. Αν και υπήρξε από τους σημαντικότερους πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής λογοτεχνικής γενιάς, είναι παραγνωρισμένος. Δεν έχει απασχολήσει, στον βαθμό που θα έπρεπε, την έρευνα.

Στις επόμενες γραμμές, πολύ σύντομα, θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω τη διαδρομή του, που διακόπηκε πρόωρα.
Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1920. Δεν διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες για το οικογενειακό περιβάλλον του. Όπως όλα δείχνουν ήταν καλλιεργημένο. Είχε τουλάχιστον ένα ακόμη αδελφό. Όταν ήταν πέντε ετών πέθανε η μητέρα του.

Ήδη από τα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου, άρχισε να εκδηλώνει τα ενδιαφέροντά του, προκαλώντας την προσοχή των δασκάλων του.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 σπουδάζει στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή και, όπως βεβαίωναν τότε συμμαθητές του, ξεχώριζε στα μαθήματα. Ήταν από τους πιο δραστήριους μαθητές του Κλασσικού Τμήματος, με έντονες πνευματικές ανησυχίες.

Το πρώτα κείμενά του, δημοσιεύτηκαν στη «Μαθητική Ζωή», το περιοδικό που εξέδιδε εκείνα τα χρόνια η Βαρβάκειος Πρότυπος Σχολή. Αποκαλύπτουν ένα συγκροτημένο άτομο.

Την ίδια περίοδο, μελετούσε με πάθος ελληνική λογοτεχνία. Παράλληλα, ξεκίνησε να μαθαίνει γαλλικά και γερμανικά και να διαβάζει ξένη λογοτεχνία. Σχεδόν ταυτόχρονα, άρχισε να γράφει τα πρώτα ποιήματά του, όλα σε ομοιοκαταληξία. Με τον ίδιο τρόπο εξακολούθησε να γράφει ώς το τέλος της ζωής του.

Το φθινόπωρο του 1937 εισήλθε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεν έπαψε να γράφει ποιήματα. Ωστόσο, δεν έχουμε ακριβή εικόνα της τότε παραγωγής του.

Ο κύκλος των φίλων του σταδιακά διευρυνόταν. Στη Νομική Σχολή, ανάμεσα στους πρώτους που γνώρισε, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, συμφοιτητής του στο ίδιο έτος. Μαζί παρακολουθούσαν τα πανεπιστημιακά μαθήματα και διάβαζαν ποίηση. Τους συγκινούσε και τους δύο ο Κωστής Παλαμάς. Επίσης, συζητούσαν για τις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις. Έντονα πολιτικοποιημένος, καθώς ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, τον προέτρεψε στην ανάγνωση μαρξιστικών κειμένων. Καθημερινά αποδοκίμαζαν τις προσπάθειες της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας να αποκτήσει ερείσματα στον χώρο του Πανεπιστημίου, αποσπώντας την προσοχή των αστυνομικών αρχών.

Λίγο μετά ο Λευτέρης Ιερόπαις έκανε την πρώτη εμφάνισή του μέσα από τις σελίδες λογοτεχνικού περιοδικού. Στο τεύχος 286 του περιοδικού «Νέα Εστία», που κυκλοφόρησε στις 15 Νοεμβρίου 1938, δημοσίευσε ποίημά του, με τον τίτλο «Οδοποιΐα». Το υπέγραψε με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Λευτέρης Νομικός, που είναι αθησαύριστο. Δεν καταγράφεται στο βιβλίο του Κυριάκου Ντελόπουλου, «Νεοελληνικά φιλολογικά ψευδώνυμα 1800-2004» (Αθήνα, Εστία, 2005).

Η παρέα της Νομικής, στο μεταξύ, είχε πολλαπλασιαστεί. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, ήλθε να προστεθεί και ο λίγο μικρότερος Κορνήλιος Καστοριάδης. Επίκεντρο των συζητήσεων που διεξάγονταν ήταν η αναζήτηση τρόπων αντίδρασης απέναντι στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, που βρισκόταν στην κορύφωσή του, και οι Δίκες της Μόσχας, που οδήγησαν στην εκτέλεση, την άνοιξη του 1938, όσων κατηγορήθηκαν για «δεξιά απόκλιση».

Στις έντονες διαφωνίες, που ανέκυπταν ορισμένες φορές, ο Λευτέρης Ιερόπαις προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου και στον Κορνήλιο Καστοριάδη. Ο πρώτος, ήδη οργανωμένος στην Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας, έδινε στα μέλη της φοιτητικής συντροφιάς το παράνομο έντυπό της «Προλετάριος», στη δακτυλογράφηση του οποίου βοηθούσε, και προσπαθούσε να τα στρατολογήσει στην τροτσκιστική οργάνωση. Ο δεύτερος, αποτελούσε μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας, από την οποία, όμως, είχε αρχίσει να κρατά αποστάσεις.

Στις αρχές Ιουλίου 1939, ύστερα από παρακολούθηση από την Ασφάλεια Αθηνών του φοιτητικού διαμερίσματος του Ανδρέα Παπανδρέου, εντοπίστηκε ο παράνομος πολύγραφος εκτύπωσης του «Προλετάριου», συνελήφθησαν δεκατρία μέλη της φοιτητικής συντροφιάς και φυλακίστηκαν. Για τρεις εβδομάδες ανακρίθηκαν και βασανίστηκαν. Από την περιπέτεια, τελικά, δεν βγήκαν αλώβητοι οι νέοι. Απελευθερώθηκαν, αφού προηγουμένως υπέγραψαν δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών.

Το κλίμα που επικρατούσε στην απομόνωση των φυλακών και τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι συλληφθέντες φοιτητές περιέγραψε ο Λευτέρης Ιερόπαις σε ορισμένα ποιήματά του. Στο «Ειδική Ασφάλεια Ι», γράφει:

«Είμαι σαν το εκκρεμές που αδιάκοπα χτυπάει
ενώ έχουνε κι’ οι δυο του δείκτες σταματήσει.
Βρίσκω που η σκέψη μου όλο ψάχνει κάπου να πάει
μα οι τοίχοι του κελλιού την έχουν αποκλείσει.»

Και στο «Ειδική Ασφάλεια ΙΙ»:

«Στα βήματα του χωροφύλακα σκοπού
μετριέται η νύχτα δέκα ανθρώπων κολασμένων.
Μες στη γαλήνη παρεμβαίνουν πού και πού
φρικτά οι κραυγές των ανακρινομένων.»

Αμέσως μετά από την αποφυλάκισή του, έχοντας ζήσει από κοντά τη βαναυσότητα των κατασταλτικών μηχανισμών ριζοσπαστικοποιείται. Η εποχή της αθωότητας ανήκε πλέον στο παρελθόν. Γράφει στο «Ιησούς αναμορφωτής»:

«Γιατί ήσουν πράος και ταπεινός καθώς τ’ αρνιά.
Κι’ ώς την καρδιά δεν τόχες καταλάβει.
Στους λύκους μέσα, νάσαι λύκος τρεις φορές
Δυστυχισμένε Ιησού! Κι’ οι σκλάβοι εμείναν σκλάβοι.»

Ο έρωτάς του για μια κοπέλα από την Κρήτη τον γέμισε με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Η εικόνα όμως άλλαξε γρήγορα ύστερα από την αναχώρησή της για μόνιμη διαμονή στο νησί της. Στο ποίημα «Ρωμαντισμός», γράφει:

«Έγραφα στίχους, μα η κοπέλλα που αγαπούσα
δεν έννοιωθε την ποίηση, και γι’ αυτό,
δεν πρόσμενα πως θα τη συγκινούσα.
Κι’ ωστόσο εγέλαγα τον ίδιο μου εαυτό.»

Την ίδια περίοδο, γράφεται στον Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο. Στο περιθώριο των μαθημάτων του, πραγματοποιεί, σχεδόν κάθε εβδομάδα, εκδρομές σε βουνά της Αττικής. Δείχνει να απολαμβάνει το φυσικό περιβάλλον. Στο ποίημα «Ιδανικόν» εξομολογείται:

«Φίλοι μου εμπρός. Κι’ εκεί ψηλά θάμαστε ό,τι μας λέει
το λογικό στα ξύπνια μας κι’ ο πόθος στα όνειρά μας:
Χαρούμενοι και δυνατοί, περήφανοι κι’ ωραίοι
απλοί και μεγαλόκαρδοι σ’ ό,τι περνάει μπροστά μας.»

Στους φίλους του, που παραξενεύτηκαν με την κίνησή του, μιλούσε αόριστα. Λιγοστοί γνώριζαν την πραγματικότητα. Η υγεία του είχε επιβαρυνθεί και είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται τα πρώτα συμπτώματα φυματίωσης.

Την περίοδο εκείνη φαίνεται ότι έγραψε αρκετά ποιήματα. Όλα, τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Λευτέρης Γερός», αθησαύριστο επίσης στον κατάλογο φιλολογικών ψευδωνύμων του Κυριάκου Ντελόπουλου, και τα πρόσφερε, σε δακτυλογραφημένη ή χειρόγραφη μορφή, στους φίλους του. Με την υιοθέτηση του συγκεκριμένου ψευδωνύμου έδειχνε σαν να χλευάζει το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε.

Με την έκρηξη του Ελληνοαλβανικού Πολέμου ο Λευτέρης Ιερόπαις κατατάχθηκε εθελοντής και βρέθηκε στα βουνά της Αλβανίας. Ζήτησε και τελικά πέτυχε να ενταχθεί στο 1ο Τάγμα Χιονοδρόμων, μια καινούργια ομάδα που δημιουργήθηκε στα τέλη του 1940. Η εκπαίδευση των τριακοσίων περίπου ανδρών του Τάγματος πραγματοποιήθηκε στο Μέτσοβο.

Το επόμενο τρίμηνο, κλήθηκαν να φέρουν σε πέρας μία επικίνδυνη αποστολή. Την εκτέλεση ορεινών επιχειρήσεων στο κέντρο των πολεμικών συγκρούσεων. Όλο αυτό το διάστημα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι χιονοδρόμοι ήταν τα κρυοπαγήματα.

Ο ποιητής έζησε από την πρώτη γραμμή τη φρίκη του πολέμου. Για τις νυχτερινές περιπολίες και τις συγκρούσεις με τους αντιπάλους στα βουνά, όπου κάθε στιγμή καιροφυλακτούσε ο θάνατος, κατέθεσε συγκλονιστικές μαρτυρίες.
Στο ποίημα «Τομέας 520», γράφει:

«Ποιος είν’ αυτός που ξεγλυστράει βουβά στο χιόνι;
χτύπα εσύ πρώτος! Είναι ο γυιος της σκοτεινιάς!
Εδώ απομένει ζωντανός όποιος σκοτώνει.
Κι’ όποιος σκοτώνει, αυτός δεν κρίνεται φονηάς.»

Στο «Γκουρ-ι-τοπ IV» περιγράφει τη σκηνή ύστερα από μια μάχη στη χιονισμένη κορυφή:

«Μια λάμψη ακόμα, μια βροντή, κι’ ύστερα πια, σιγή,
λαχανιασμένο τρέξιμο κι’ ανώφελη βιασύνη
ψηλά στα ουράνια ξάνοιγε…Και με μια αχτίδα υγρή
στων σκοτωμένων τις μορφές παιγνίδιζε η σελήνη.»

Το αντιπολεμικό πνεύμα δεν απουσιάζει από ορισμένα ποιήματα. Όπως, στο «Πολεμικό τοπίο»:

«Εδώ οι χακί στολές κι’ αντίκρα οι πράσινες,
κι ανάμεσα η παιδιάτικη γαλήνη
των σιωπηρών μαρτύρων π’ αναπαύονταν
στην άκαρπη κι’ αιώνια αδελφοσύνη.»

Η εύθραυστη υγεία του, ύστερα από τις τρίμηνες συγκρούσεις, επιβαρύνθηκε περισσότερο.

Η περίοδος μετά την οπισθοχώρηση και την επιστροφή στην Αθήνα υπήρξε δύσκολη για τον Λευτέρη Ιερόπαιδα. Ύστερα από την προσωπική περιπέτειά του, χρειαζόταν να ορθοποδήσει, μέσα στις δύσκολες συνθήκες που ήδη διαμορφώνονταν στην κατοχική Αθήνα.

Η πείνα είχε αρχίσει γίνεται αισθητή και κάθε πρωί άψυχα σώματα κείτονταν στις άκρες των δρόμων.

Μέσα σε αυτό το εφιαλτικό κλίμα γράφει ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του. Το τιτλοφόρησε «Η πορεία των σιωπηλών. Χειμώνας 1941» και το μοίρασε σε χειρόγραφη μορφή στους στενούς φίλους του.

Για όσους αδιαφορούσαν, απέναντι σε όσα συνέβαιναν, έγραφε:

«…Γιατί όσοι σώπασαν,
αυτοί σκοτώνουν της ζωής τη σημασία.»

Επισημαίνοντας το αποτέλεσμα:

«Κι’ έτσι σε δρόμους σκοτεινούς, τραβούν και χάνονται
και μια θηλειά στο τέρμα τους προσμένει,
και μια θηλειά για τον καθένα κρέμεται,
μα σφίγγεται και πνίγει όποιον σωπαίνει.»

Στην τελευταία στροφή του ποιήματος, έμμεσα, προσδιόριζε τους επόμενους στόχους:

«Μες στης σιωπής το πέλαγος το ακύμαντον,
η απελπισία ενός λαού διαβαίνει.
Στο πέλαγο η φωνή του θάρρους σώπασε
κι’ όταν σωπαίνει ένας Λαός, πεθαίνει.»

Σχεδόν αμέσως, αποκατέστησε επαφή με τους παλιούς συναγωνιστές του και αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν πολιτικά. Τα επόμενα χρόνια συνέπλευσε με τον Κορνήλιο Καστοριάδη σε όλες τις πολιτικές πρωτοβουλίες που ελήφθησαν.

Το καλοκαίρι του 1942, ύστερα από πολύμηνες συζητήσεις με ομοϊδεάτες τους, δημιούργησαν την Επαναστατική Παράταξη του ΚΚΕ, που βρισκόταν στα όρια του τροτσκισμού. Τα μέλη της, ασκούσαν έντονη κριτική στις απόψεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και έβλεπαν με επιφυλάξεις τις ιδέες που εκφράζονταν μέσω του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου.

Η οργάνωση εξέδιδε την παράνομη εφημερίδα «Νέα Εποχή». Εκδόθηκαν τουλάχιστον έξι φύλλα της. Στην εκδοτική ομάδα της ανήκαν τόσο ο Λευτέρης Ιερόπαις όσο και ο Κορνήλιος Καστοριάδης και δημοσίευαν ανυπόγραφα στις σελίδες της ποικίλα κείμενά τους.

Το εγχείρημα δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ. Στα τέλη του 1942 η ΕΠΚΚΕ διασπάστηκε. Ένα μικρό τμήμα της αποχώρησε και προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδας που είχε δημιουργήσει λίγο καιρό πριν ο Άγις Στίνας (ψευδώνυμο του Σπύρου Πρίφτη). Τα μέλη του, στην πλειονότητά τους, αποτελούνταν από νέους. Η κυρίως διαφωνία του Κόμματος με το ΚΚΕ ήταν ως προς τον χαρακτήρα του Πολέμου που βρισκόταν σε εξέλιξη, τον οποίο θεωρούσε ιμπεριαλιστικό, σε αντίθεση με το ΚΚΕ, που θεωρούσε ότι σε αυτόν συγκρούονταν ο φασισμός με τη δημοκρατία. Στο πλαίσιο δράσης του, εξέδιδε το θεωρητικό όργανο «Διαρκής Επανάσταση» και την εφημερίδα «Ο Αγώνας μας». Το ΚΔΚΕ, μετονομάστηκε τον Δεκέμβριο του 1943 σε Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και τον Οκτώβριο του 1944 σε Διεθνιστικό Επαναστατικό Κόμμα Ελλάδας, με νέο όργανο πλέον το «Εργατικό Μέτωπο».

Οι δύο φίλοι συμμετείχαν σε όλες τις παραπάνω πρωτοβουλίες. Περισσότερο ενεργός ήταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Ο Λευτέρης Ιερόπαις, αντίθετα, σταδιακά αποστασιοποιείται, λόγω των προβλημάτων υγείας του. Βέβαιο πρέπει να θεωρείται ότι συνεργάστηκαν και στα τρία έντυπα. Ωστόσο, για τα κείμενα που έγραψαν, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν. Απαιτείται προσεκτικός έλεγχος των φύλλων.

Όλα αυτά τα χρόνια, παράλληλα με την έντονη πολιτική δράση, ο Λευτέρης Ιερόπαις συνέχιζε να γράφει ποιήματα. Τα υπέγραφε πάντα με το ψευδώνυμο «Λευτέρης Γερός» και τα πρόσφερε δακτυλογραφημένα ή χειρόγραφα σε φίλους του.

Οι συνεχείς στερήσεις, μέσα στις συνθήκες παρανομίας που ζούσε, τον είχαν εξουθενώσει. Όταν πια δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του αγώνα, τον έπεισαν οι φίλοι του να αποτραβηχτεί. Έτσι, βρήκε για κάποιους μήνες καταφύγιο στο σπίτι μιας θείας του στην εξοχή. Με τη βοήθεια της ίδιας αλλά και του πατέρα του έδειξε να συνέρχεται. Γρήγορα, όμως, επανήλθε η ίδια κατάσταση.

Μετά την Απελευθέρωση, την περίοδο του Δεκέμβρη του 1944, όταν η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα εκτέλεσε δεκάδες Τροτσκιστές, η ζωή του, όπως και του Κορνήλιου Καστοριάδη, διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο.

Οι επόμενοι μήνες υπήρξαν βασανιστικοί για τον Λευτέρη Ιερόπαιδα. Η υγεία του ολοένα και χειροτέρευε. Παρά τις προσπάθειες συγγενικών αλλά και φιλικών προσώπων του δεν υπήρξε βελτίωση. Μέσα σε αυτό το κλίμα εύρισκε ωστόσο χρόνο να τακτοποιεί τα ποιήματά του και να σχεδιάζει με φίλους του την έκδοσή τους σε ένα τομίδιο.

Σε ένα από τα τελευταία ποιήματά του, με τον τίτλο «Μαύρες διαβολικές μορφές κρυμμένες στο νεκρικό τοπείο της παγωνιάς», έγραφε, προαισθανόμενος το τέλος του:

«Δεν ήταν ήλιος, χρώματα κι’ αγέρας
Δεν ήταν τ’ άσπρα νέφη της χιονιάς
Ανύπαρκτοι οι σχηματισμοί της μέρας
Στο νεκρικό τοπείο της καταχνιάς
Δεν ήταν τίποτα πια, μήτε ήλιος μήτε αγέρας…».

Πέθανε στις 27 Μαρτίου 1945, από φυματίωση του λάρυγγα, σε ηλικία μόλις 24 ετών.

Ο θάνατός του βύθισε σε θλίψη τους δεκάδες φίλους του. Παρά την ένταξή του σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και τις απόψεις που εξέφραζε αποτελούσε ιδιαίτερα αγαπητό πρόσωπο στους πνευματικούς κύκλους. Σε έντυπα της εποχής δημοσιεύτηκε η είδηση του θανάτου του. Δεν απουσίασαν τα εκτενέστερα άρθρα, στα οποία γινόταν αναφορά στο αξιόλογο ποιητικό έργο του, το οποίο διακόπηκε απρόσμενα.

Τα επόμενα χρόνια λησμονήθηκε το όνομα του Λευτέρη Ιερόπαιδος. Οι κατά καιρούς αναφορές στο πρόσωπό του από διάφορα έντυπα, κυρίως τροτσκιστικά, δεν στάθηκαν ικανές να μεταβάλλουν την εικόνα.

Η περίεργη σιωπή που υπήρχε γι’ αυτόν έσπασε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Στο τεύχος 87-88 του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης», που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1962 και ήταν αφιερωμένο στην «Αντίσταση», η Έλλη Αλεξίου. δημοσίευσε άρθρο της, με τον τίτλο «Οι συγγραφείς στην αντίσταση». Αναφερόμενη στους λογοτέχνες που έδρασαν την περίοδο της Κατοχής και απαριθμώντας εκείνους που χάθηκαν εξαιτίας των στερήσεων και της πείνας, σημείωνε: «…ο Ιερόπαις, που έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο “Γερός”, γίνηκε φυματικός και πέθανε προτού λευτερωθούμε». Γράφοντας το άρθρο στο Βουκουρέστι, στις 3 Σεπτεμβρίου 1961, της είχε διαφύγει ότι ο ποιητής είχε πεθάνει πέντε μήνες μετά την Απελευθέρωση.

Το όνομα του Λευτέρη Ιερόπαιδος εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο το 1965. Ύστερα από προσπάθειες είκοσι χρόνων, ο Ν. Χ. Ιερόπαις κατάφερε να συγκεντρώσει σε ένα σώμα αρκετά από τα ποιήματα που είχε γράψει ο αδελφός του, κυρίως την περίοδο 1938-1945. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε το υποτυπώδες οικογενειακό αρχείο. Συμπληρωματικά, χρειάστηκε να απευθυνθεί σε αρκετούς γνωστούς και φίλους, οι οποίοι διατηρούσαν ποιήματα, που τους είχε παραχωρήσει.

Η ποιητική συλλογή που εκδόθηκε είχε τον τίτλο: «Το Κράτος του πολέμου» (Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Γ. Φέξη, 1965). Στις πρώτες σελίδες της υπήρχε ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του ποιητή συνταγμένο από τον αδελφό του. Στη συνέχεια, δημοσιεύονταν τα ποιήματα. Μέσα από αυτά αναδεικνυόταν ευδιάκριτα το έργο ενός σημαντικού ποιητή.

Δεν δημοσιεύτηκαν κριτικές για τη μεταθανάτια ποιητική συλλογή. Μπορεί όμως και να κάνω λάθος. Η σχετική έρευνα που πραγματοποιήθηκε δεν προεκτάθηκε σε αρκετά έντυπα της περιόδου.

Δεν πέρασαν λίγα χρόνια και το όνομα του ποιητή αναφέρθηκε ξανά. Στη διάρκεια της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 ο Ανδρέας Παπανδρέου τύπωσε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Democracy at Gunpoint: The Greek Front» (New York – Toronto, Doubleday, 1970). Σε αυτό, έκανε αναφορά στη γνωριμία του τα φοιτητικά του χρόνια με τον ποιητή Λευτέρη Ιερόπαιδα, στη συνεργασία τους και στην περιπέτεια που έζησαν το καλοκαίρι του 1939. Το βιβλίο, μεταφράστηκε και εκδόθηκε μεταγενέστερα και στα ελληνικά, με τον τίτλο «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα» (Αθήνα, Καρανάσης, 1974 με δεκάδες ανατυπώσεις τα επόμενα χρόνια). Σε αρκετές συνεντεύξεις του, την πρώτη κυρίως περίοδο της Μεταπολίτευσης, ο μετέπειτα Πρωθυπουργός επανήλθε στον φίλο του.

Την ίδια ακριβώς περίοδο ο Λευτέρης Ιερόπαις απασχόλησε τον κριτικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρο Αργυρίου. Σε ομιλία του στις 12 Ιανουαρίου 1970 στην γκαλερί «Άστορ», με θέμα «Η πρώτη μεταπολεμική ποιητική μας γενιά», αναφέρθηκε περιληπτικά σε αυτόν. Αφού έδινε κάποια βιογραφικά στοιχεία του, διάβασε δύο αποσπάσματα από το ποίημά του «Η μπαλλάντα της νύχτας», επισημαίνοντας: «Αυτό που θα ακούσετε γράφτηκε το 1941, όταν ήταν 21 ετών. Είναι σε στίχο παραδοσιακό. Όμως ο λόγος του είναι τραχύς, όπως και οι ιδέες του, που δεν τις προμηθεύεται έτοιμες.»

Το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύτηκε στην ετήσια επιθεώρηση «Νεοελληνικός Λόγος» (Αθήνα 1974) και συμπεριλήφθηκε στη συναγωγή κειμένων του Αλέξανδρου Αργυρίου: «Αναψηλαφήσεις σε δύσκολους καιρούς» (Αθήνα, Κέδρος, 1986).

Αρκετά χρόνια μετά, ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, έκρινε σκόπιμο να παρουσιάσει τον λησμονημένο ομότεχνό του. Στην εκδοτική σειρά «εκ νέου», που εγκαινίασαν οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης, κάτω από τη διεύθυνση του Κώστα Βούλγαρη και με επιμέλεια κειμένων της Βάσως Κυριαζάκου, δεύτερο στη σειρά, τυπώθηκε το τομίδιο: «Λευτέρης Ιερόπαις. Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μαρκόπουλο» (Αθήνα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1999). Ύστερα από μία σύντομη εισαγωγή του επιμελητή, ανθολογούνταν αρκετά από τα ποιήματα του Λευτέρη Ιερόπαιδος.

Παρά την έκδοση, το ενδιαφέρον για την ποίησή του εξακολούθησε να είναι περιορισμένο. Λιγοστοί έκαναν αναφορά στο πρόσωπό του.
Στην Ανθολογία του Δημήτρη Μυταρά, «Τα σκυλιά. Με κείμενα από τη νεοελληνική λογοτεχνία ανθολογημένα από τον Θανάση Θ. Νιάρχο» (Αθήνα, Καστανιώτης, 2001), συμπεριλήφθηκε το ποίημά του «Για ένα σκύλο».

Η Αγγέλα Καστρινάκη στο βιβλίο της «Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950» (Αθήνα, Εκδόσεις Πόλις, 22005) αναφέρθηκε στη συμμετοχή του στον Ελληνοαλβανικό Πόλεμο και δημοσίευσε χαρακτηριστικά αποσπάσματα ποιημάτων του από τις μάχες στα βουνά.

Ο Αλέξης Ζήρας, στο σχετικό με τον Λευτέρη Ιερόπαιδα λήμμα που έγραψε στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Αθήνα, Πατάκης, 2007), υπογράμμισε για την ποίησή του: «Η στιχουργική του, έμμετρη και ομοιοκατάληκτη, διαπνέεται από εξαιρετική δύναμη, ενώ σε όλα τα ποιήματα είναι υπογραμμισμένη η δραματική σύγκλιση του προσωπικού και του συλλογικού οράματος.»

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι ο Αλέξανδρος Αργυρίου στο οκτάτομο έργο του «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της» (Αθήνα, Καστανιώτης, 2002-2007) θα έκανε εκτενή αναφορά στη ζωή και στο έργο του Λευτέρη Ιερόπαιδος, κατά περίεργο τρόπο αυτό δεν συνέβη. Για τη στάση του, μπορούν να διατυπωθούν κάποιες εικασίες, που δεν μπορούν να σχολιαστούν εδώ.

Στο διαδίκτυο, τα τελευταία χρόνια, έχουν αναρτηθεί ορισμένα ενδιαφέροντα άρθρα, με κυριότερο εκείνο της Ειρήνης Καραγιαννίδου, με τον τίτλο: «Για το ιερότερο παιδί της νεοελληνικής ποίησης. Μια σύντομη επαναπροσέγγιση του νεαρού ανταρτοποιητή Λευτέρη Ιερόπαιδος».

Έξω από τη συλλογή του 1965, όπως συνάγεται, έχουν μείνει αρκετά ποιήματα και κείμενα κριτικής. Ορισμένα, μπορούν να εντοπιστούν με την αποδελτίωση των βραχύβιων παράνομων εντύπων, με τα οποία συνεργάστηκε την περίοδο της Κατοχής. Άλλα, δακτυλογραφημένα ή χειρόγραφα, εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια φίλων και συναγωνιστών του ποιητή. Ενδεικτικά αναφέρονται οι περιπτώσεις του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Ανδρέα Παπανδρέου. Ακόμα όμως και τα ποιήματα που συμπεριλήφθηκαν στο «Κράτος του πολέμου» χρειάζονται επανέλεγχο, καθώς υπάρχουν διάφορες παραλλαγές τους.

Η έκδοση των ποιημάτων και των κριτικών κειμένων σε ένα τόμο θα αποδειχθεί πολλαπλά χρήσιμη για την έρευνα. Θα επιβεβαιώσει ότι ο Λευτέρης Ιερόπαις συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς.

The following two tabs change content below.
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή