Λόγος περί λογοτεχνικότητας

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Οι ελλάμψεις και το έργο

Με αφορμή την πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση των «Ποιημάτων» της Κικής Δημουλά

Του Γιώργου Κοροπούλη, εφημερίδα Η Καθημερινή, 30/4/1999

Εφόσον οι ποιητές αγγίξουν ένα σημείο ωριμότητας, κάθε σχόλιο για τα νέα ποιήματά τους είναι δυνατόν να διαβαστεί και ως κριτική μιας οιονεί συγκεντρωτικής έκδοσης.

Όταν όμως η συγκεντρωτική έκδοση πραγματοποιηθεί, η ουσιαστική κριτική της δεν μπορεί να προκύψει, σαν παζλ, από το συνδυασμό των σχολίων που αποθησαυρίζαμε καθ’ οδόν- γιατί η αληθινή σημασία τέτοιας έκδοσης εντοπίζεται στην απαρομείωτη διαφορά της από το άθροισμα των εκδοθέντων βιβλίων του ποιητή, διαφορά υπαρκτική και κρίσιμη ακόμη κι αν η συγκεντρωτική αποτελεί συρραφή αυτών των βιβλίων σε τόμο.

Κάποια «περίσσεια», κάτι άλλο που ανέκαθεν μετέτρεπε σύνολα λέξεων σε ποιήματα (γιατί ένα ποίημα δεν γράφεται με λέξεις), κάτι που ανά πάσα στιγμή το αφηγείται η μορφοπλασία, απηχείται τώρα, πλήρως αποσαφηνισμένο, στη μουσική περιπέτεια και στις παραλλαγές της μορφής ΄ στις ακραίες μεταβάσεις από το ένα ποίημα στο άλλο, απόμακρο στις συνάψεις και τις αλληλοδιεισδύσεις των συλλογών στο δίκτυο των θεμάτων και των παραπομπών στις τεχνικές και στα τικ του ιδιώματος….     

Απομένει λοιπόν πολλή και ωραία δουλειά ωσότου κριθεί επί της ουσίας της η πρόσφατη έκδοση των Ποιημάτων της Κικής Δημουλά (εκδόσεις Ίκαρος). Και το σπουδαιότερο (καθώς λένε) κομμάτι αυτής της δουλειάς, εκείνο που θα επέτρεπε να εγείρουμε το ερώτημα περί λογοτεχνικότητας αφοσιωμένοι στο αυθυπόστατο έργο, προαπαιτεί άνεση ξένη προς τη βιβλιοκριτική και ρυθμό οπωσδήποτεlento.

Προσανατολίζοντας όμως μια τέχνη χρυσοχόου προς το έργο ενός καλού ποιητή το εμπιστευόμαστε στο αόρατο μέλλον-αφού δεν ειν’ εύκολο να δεχτούμε πως η λίγη αυθεντική ποίηση θα σβήσει χωρίς να χαθεί κι ο πολιτισμός που τη γέννησε κι ένα απόσταγμα των στίχων της Δημουλά έχει τον χρόνο αυτού του πολιτισμού με το μέρος του… Ναι. Αλλά ο ίδιος ο χρόνος υφαρπάζεται πια.

Ολοένα περισσότεροι νοσταλγοί των κενών ουρανών της δημοσιότητας γράφουν «ποιήματα» μετά την υποδιαστολή, εκεί όπου είναι δυνατόν να προστίθενται επ’ άπειρον μηδενικά άνευ αξίας. Αβραμόπουλοι των στίχων, προβεβλημένοι στο μέλλον μας από τον Χ εκφραστή της υποκουλτούρας των media, αναγγέλλουν ένα νέο πολιτισμό, όπου εναντίον της ποίησης δεν στρέφεται πια μόνον η άγνοια κι η παρασιώπηση των έργων αλλά προπάντων η μερίκευσή τους, η απομίμηση των εγκεκριμένων εκδοχών τους, η μετατροπή τους σε κιτς: όρος υποδοχής τους από τους καταναλωτές αξιογράφων…

Καθώς τα κριτήρια καταρρέουν, μια δόση υπερβολικού (δηλαδή κωμικού) προς αληθινούς ποιητές είναι για λίγο απαραίτητη, προκειμένου να πετύχει η ανάμιξη και να μπορεί ν’ αναστραφεί η διαδικασία: «Αφού επαινούν τούτον (τον κακομοίρη κι ατάλαντο) ασύστολα, θα ‘ναι καλός σαν εκείνον (που η αξία του, έστω και παρατονισμένη, δεν κρύβεται) κι αφού διασύρουν εκείνον μ’ επαίνους, τότε κι η γελοία αυτοπροβολή τούτου δω αθωώνεται: είναι, μωρό μου, P. R. –όπως κάθε εταιρεία…».

Δεν μπορούμε να αναστείλουμε το μεσουράνημα αυτού του πολιτισμού ΄ οι εκπρόσωποι του μας αποχαιρετούν γαλλιστί κι ανεβαίνουν ήδη για εκεί όπου το ταλέντο είναι σαν νεφέλη βαρύ κι η ποίηση ένα πλέθρο φρέσκος αέρας. Μπορούμε τουλάχιστον, από αξιοπρέπεια, να μην εκχωρήσουμε το παρόν-και μειδιώντας να ειδοποιήσουμε πως η ανάμειξη δεν μας ξεγελά και πως κατανοούμε τους μηχανισμούς αυτοκαταστροφής που οι ίδιοι ενδεχομένως εγκαταστήσαμε. Η απεγνωσμένη έμφαση της βιβλιοκριτικής στο φευγαλέο και το φθαρτό αποκτά τότε απροσδόκητο νόημα. Είναι (για να παραφράσουμε τον Κλάιστ) ο γύρος που πρέπει να κάνουμε, μια κι η πύλη του μέλλοντος κλείνει…     

Ακόμη κι αν υποθέταμε, άλλωστε, πως το μέλλον μας ανακτήθηκε και πως ένα έργο τέχνης κατανοήθηκε πλήρως, θα βλέπαμε να ξαναστήνεται για πάντα η γέφυρα που εντέλει συνδέει τη λεπτή υφή του έργου με τους όρους υποδοχής του και σπάει τον κλοιό της αυτοαναφοράς.Την ασταθή αυτή γέφυρα, που συνεχώς καταρρέει, ξαναχτίζει προσωρινά (και πρωθύστερα) η μείζων κριτική της αναλογεί εργασία πολιτική-κι είναι η ίδια ακριβώς εργασία που δίνει νόημα στο (φαινομενικά αντίθετο) ερώτημα περί λογοτεχνικότητας….

Στο πλαίσιο μιας βιβλιοκριτικής, μπορώ να σκιτσάρω την ανεύρετη γέφυρα έστω, ας θυμόμαστε πως μπορεί να χτιστεί! Το τίμημα πάντως είναι πως θα την σχεδιάσω ολόκληρη υπό τον όρο ότι ξεκινώ απ’ την άκρη της, εκείνη που ακουμπά στη συνθήκη ακρόασης ενός έργου τέχνης. Εδώ που βρίσκομαι, θα πω κάτι ουσιώδες για την ποίηση της Δημουλά μόνον αν διαπεράσω τη φωταγωγημένη όψη της-εκείνην που δεν θ’ αγγίξουν οι χρυσοχόοι, γιατί αντικαθρεφτίζεται στο στερεότυπο, μαζικό θαυμασμό και στρέφεται κατά του εαυτού της συνέλκοντας την πιο διαβρωτική βία.

Πρέπει προηγουμένως ν’ απομονώσουμε όσα πιάνουν στη δίνη τους τη Δημουλά, αλλά εκτυλίσσονται γύρω απ’ τον άθικτο πυρήνα των ποιημάτων της ως εκεί, το πεδίο ανήκει στην ηθικολογία.     

Επιβλαβή όντα θέλουν για λίγο διάσημη την ποιήτρια-και της φιλούν το χέρι με χάρη, γιατί δεν μπορούν να το δαγκώσουν ΄την προστατεύει ο κομφορμισμός τους, μέσω της πολλής της δημοσιότητας. Όμως, αν η δημοσιότητα διαρκέσει, θα το δαγκάσουν υποχρεωτικά, της το έδειξαν ήδη. Είναι ανταγωνιστικοί και λυσσασμένοι για φήμη, αφού η μοναδική ηθική τους είναι το ήθος της αγοράς… Όλ’ αυτά τα γνωστά δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Το πρόβλημα που αφορά την ανάγνωση εντοπίζεται στην πιθανότητα να λειτουργεί αδιόρατο, εντός του άθικτου έργου, ένα σύστημα αδράνειας, το οποίο εγγυάται απρόσκοπτη την τροχιά ενός συγγραφέα προς την εύνοια που θα του παράσχουν άνθρωποι ανίδεοι από ποίηση, ταυτοχρόνως όμως την οδηγεί προς την ακινησία και την εναλλαξιμότητα εξιλαστήριου θύματος.     

Όπως ο Μπόρχες ανακάλυψε μέσα στο χρόνο συγγραφείς προγενέστερους του Κάφκα να δίνουν την εντύπωση πως επηρεάστηκαν απ’ το έργο του, έτσι μπορούμε να εντοπίσουμε αναδρομικά στο (προσωρινό) σύνολο του έργου της Δημουλά τις αλλοιώσεις που επέφερε σε μήκος ετών, η σημερινή μαζική και ακαριαία υποδοχή του.

Ένα είδος δευτερογενούς βαρυτικού πεδίου, που το ενισχύει διαρκώς η υφή της ελκυστικής ποίησής της (μια μανιέρα για να το πούμε απλά), συγκρατεί στην ίδια τροχιά τους πολλούς καλούς στίχους και τις πληθυνόμενες απομιμήσεις τους. Δεν είν’ άγνωστος ο κίνδυνος. Απειλεί, τηρουμένων των αναλογιών, όλους όσοι (δεν είναι πολλοί) διατηρούν στον πυρήνα του λυρισμού τους τη δυνατότητα να συνδυάσουν σε Έργο τις ελλάμψεις του· αποτελεί, επιπλέον, το αναγκαίο τίμημα μιας ευρύτερης ακρόασης: είναι, αποτυπωμένο στο στυλ, το ίχνος της ενδεχόμενης ή αληθινής δημοφιλίας.

Όμως το πέρασμα απ’ την πιθανή στην πραγματοποιημένη διάδοση του έργου δεν σημαίνει πάντα πως ο αναγνώστης ανασύρθηκε στο ύψος όπου η μανιέρα συγκρατούσε ένα εναιώρημα στίχων κι απομιμήσεων μπορεί και να προϋποθέτει την κατάρρευση των απομιμήσεων υπό μορφήν ιζήματος-οπότε ο συγγραφέας αποθησαυρίζει τη δόξα του μόνον εκεί όπου σης και βρώσις αφανίζει.

Η Δημουλά ρίχτηκε σ’ αυτήν τη φυγόκεντρο τώρα, γιατί η προσφυγή της σ’ ένα λεξιλόγιο δεύτερου βαθμού (σαν συλλαμβάνεται η ανταύγεια ενός πραγματοποιημένου κόσμου: τα ονόματα και οι ουσίες που αιωρούνται αποσπασμένες από την ύλη τους και τις επιρροές των ανθρώπων), η τόσο χαρακτηριστική «εννοιακή» ρητορική της, αυτονομήθηκε-διευκολύνει εφεξής τον αναγνώστη που έρχεται από μέλλον αλλότριο να μισοκαταλάβει άλλα αντ’ άλλων: να συμπεράνει εντέλει πως το λίγο του κόσμου ξεθυμαίνει σαν ρανίδα αρώματος εις όφελος μιας ασάφειας συμβατής προς το διάχυτο γούστο.

Σημειώσεις Γιώργου Μπαλούρδου     

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ το «Χαίρε ποτέ» της ποιήτριας Κικής Δημουλά, διαβάζω ταυτόχρονα και ορισμένες από τις βιβλιοκριτικές και άρθρα που δημοσιεύτηκαν όχι μόνο για την συγκεκριμένη συλλογή,-η οποία προσέχθηκε στην εποχή που εκδόθηκε-αλλά και άλλες μελέτες για το έργο της που έτυχε να έχω διαφυλάξει σε φάκελο πληροφοριών για την ίδια και την ποιητική της παρουσία. 

Η μάλλον «ξαφνική» προβολή του έργου της (όπως πολλοί κριτικοί της έχουν επισημάνει, ή λοιδορήσει, οι πολλές συνεντεύξεις της σε διάφορα περιοδικά, η ανάγνωση ποιημάτων της σε δημοφιλή σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης, οι στίχοι της που απαγγέλλονταν από γνωστούς ηθοποιούς), δημιούργησε έναν θετικό και αρνητικό σάλο για την ίδια και την ποιητική της δημιουργία.

Από την μία πάρα πολλά επαινετικά σχόλια και από την άλλη πάρα πολλά κακεντρεχή και απαξιωτικά. Δημιουργήθηκε θα τολμούσαμε να γράφαμε τριάντα χρόνια μετά την συνολική έκδοση των ποιητικών της απάντων «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» από τις εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ» Αθήνα 1988, ένας «πνευματικός διχασμός» μέσα στο επώνυμο σώμα των αναγνωστών της ελληνικής ποίησης, και ιδιαίτερα, στον χώρο των καλλιτεχνών. 

Λέχθηκαν πολλά από γνωστούς και καταξιωμένους ποιητές και κριτικούς της ελληνικής λογοτεχνικής επικράτειας. Από επαΐοντες της ποιητικής λογοτεχνικότητας, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών που θέλοντας να ορίσουν ή και καθορίσουν την ελληνική εκδοχή του «ποιητικού κανόνα», του τι ακριβώς είναι Ποίηση, στράφηκαν εναντίων της και η ποιήτρια άκουσε και διάβασε τα εξ αμάξης κατά το κοινός λεγόμενο.

Το «κριτικό μένος» ήταν τέτοιο, και μάλιστα, όταν τέτοιου είδους δημόσιας προβολής δεν έτυχαν άλλες γυναικείες ελληνικές ποιητικές φωνές εξίσου σημαντικές (υποστήριζαν οι επικριτές της).

Παραδείγματος χάριν μεγάλης προβολής μάλλον δεν έτυχαν η ποιητική φωνή της ποιήτριας και μεταφράστριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, η φωνή της συγχωρεμένης ποιήτριας και μεταφράστριας και επιμελήτριας βιβλίων Μαρίας Κυρτζάκη, η φωνή της ποιήτριας Μαρίας Κούρση, η ποίηση της μεταφράστριας, ανθολόγου και ποιήτριας Μαρίας Λαϊνά, της Αθηνάς Παπαδάκη, της θεσσαλονικιάς Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, της Ρούλας Αλαβέρα, της Βερονίκης Δαλακούρα, της Χαράς Χρηστάρας, της Αμαλίας Τσακνιά, της Κοραλίας Θεοτοκά, της Θεοδώρας Ντάκου, της Όλγας Βότση, της Μελισσάνθης, της Ιωάννας Τσάτσου, της Μάχης Μουζάκη, της Παυλίνας Παμπούδη, της Λούλας Βαλβη-Μυλωνά, της Έφης Πανσέληνου, της Γιολάντας Πέγκλη, της Ολυμπίας Καράγιωργα, της Έλλης Παππά, (συζύγου του Νίκου Μπελογιάννη), της Κατερίνας Γώγου, και μιας πλειάδας άλλων ελληνίδων ποιητριών που τις δεκαετίες μετά το 1950, και ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση του 1974 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, κόσμησαν και προχώρησαν τον γυναικείο ποιητικό λόγο στην χώρα μας, με το ποιητικό αλλά και το δοκιμιακό τους έργο και αρθρογραφία (δες την ποιήτρια Άντεια Φραντζή) δίχως να παραγνωρίζουμε και την μεγάλη συμβολή της γυναικείας Κυπριακής παρουσίας που αποτελεί όχι μόνο αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής ποιητικής γραμματείας αλλά και μια αυτόνομη ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία στην λεκάνη της μεσογείου.

Εξαίρεση ίσως,-στην δημόσια προβολή του έργου τους, αποτελεί η ποίηση της Ζωής Καρέλλη, αδελφής του πεζογράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, η περίπτωση της Ρίτας Μπούμη-Παππά, η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου και ορισμένες άλλες ποιήτριες που προέρχονται από την παλαιά κουμμουνιστογενή και εαμογενή δεξαμενή, και μνημονεύονται από τα κομματικά έντυπα και όχι μόνο.

Η περίπτωση της Μυρτιώτισσας και το γνωστό της μελοποιημένο ποίημα «Σ’ αγαπώ»εντάσσεται μάλλον στην συνολική προσφορά και την μουσική και ποιητική παράδοση του μελωδού των ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι. (Ενδιαφέρον ερώτημα θα παρουσίαζε η μη μελοποίηση γυναικείου ποιητικού λόγου από τον άλλο μεγάλο μουσικοσυνθέτη μας Μίκη Θεοδωράκη. Αν δεν κάνω λάθος, μόνο η Ρένα Χατζηδάκη έχει μελοποιηθεί).

Με τις παραπάνω ενδεικτικές γυναικείες ποιητικές μνημονεύσεις θέλω να επισημάνω, ότι το εμπεριστατωμένο και πυκνό-σε σημεία του «σκοτεινό» άρθρο-του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Κοροπούλη που δημοσιεύτηκε στην ημερήσια πολιτική εφημερίδα «Η Καθημερινή» της 30/4/1999, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του τόμου της ποιήτριας Κικής Δημουλά «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» Ίκαρος 1988 που περιλαμβάνει την ποιητική της διαδρομή από το 1956 έως το 1994, δηλαδή τις συλλογές της «Έρεβος» (1956), «Ερήμην» (1958), «Επί τα ίχνη» (1963), «Το λίγο του κόσμου» (1971), «Το τελευταίο σώμα μου» (1981), «Χαίρε ποτέ» (1988) και «Η εφηβεία της λήθης» (1994), δεν αφορά μόνο και κυρίως την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της ποιήτριας, αλλά, μπορούμε να το δεχτούμε και σαν ένα «μοντέλο» ερμηνείας και εξερεύνησης για το τι είναι και πως προσδιορίζεται η λογοτεχνικότητα, από ένα σοβαρό και υπεύθυνο πρόσωπο-συγγραφέα των ελληνικών γραμμάτων της εποχής μας.     

Το άρθρο αυτό δεν έχει την δομή του κριτικού και αρθρογραφικού λόγου, της ποιήτρια και βιβλιοκριτικού κυρίας Δήμητρας Παυλάκου όπως υποδέχτηκε την έκδοση στην ημερήσια πολιτική εφημερίδα «Η Αυγή» της 27/6/1999, με τον εύστοχο τίτλο «Ποιήσεως προηγιασμένη»-Πρώτες σκέψεις από τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου της Κικής Δημουλά, που με μότο ένα Σεφερικό απόσπασμα από το (ύφος μιας μέρας) υμνεί και όχι αδίκως με την γυναικεία γραφίδα και ευαισθησία της το ποιητικό έργο της Δημουλά.

Μπορεί σε ορισμένα του σημεία ο λόγος της Παυλάκου να είναι ίσως υπερβολικός στον εκθειασμό του, όμως είναι ακριβοδίκαιος, δείχνει να κατανοεί την γραφή της ποιήτριας, να την αγαπά και οι κρίσεις της είναι σωστές.

Εκφράζουν τις αναγνωστικές κρίσεις όχι μόνο πιστεύω των αναγνωστών της εφημερίδας αλλά και των ανωνύμων ελλήνων και ελληνίδων που διάβασαν ή εξακολουθούν να διαβάζουν την γυναίκεια ποιητική περιπέτεια στην πατρίδα μας και να την συγκρίνουν με την αντρική. Έτσι όταν και πάλι τελειώνει το κριτικό της πλησίασμα με το ακροτελεύτιο: «Φαίνεται όταν είπαν ότι οι μεγάλοι ποιητές είναι προφήτες, ήξεραν τον Σεφέρη και τη Δημουλά».

Η συμπόρευση της ποιητικής φιλοσοφίας του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη με τον αποφατικό λόγο και την «μηδενιστική» οντολογική φιλοσοφία της Κικής Δημουλά δεν είναι άστοχος, ούτε προκαλεί, έχει δίκιο. Εξάλλου, την ίδια πάνω κάτω περίοδο ο γνωστός συγγραφέας Νίκος Δήμου τα ίδια περίπου δεν εκφράζει για την Δημουλά στο περιοδικό «Εντευκτήριο» τεύχος 13/12,1990, τώρα και στο Νίκος Δήμου, «ΣΤΗΝ ΤΕΤΡΑΓΩΝΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ» Σημειώσεις σε ποιήματα της Κικής Δημουλά, εκδόσεις στιγμή 1991, όταν γράφει στην αρχή του κειμένου του: 

«Αναρωτιόμουν γιατί έχουν γραφτεί τόσο λίγα πράγματα για την ποίηση της Κικής Δημουλά. Οι περισσότεροι (κι εγώ μαζί τους), παρ’ όλο το θαυμασμό μας, έχουμε περιοριστεί σε επιφωνήματα. Χρειάστηκα αρκετό χρόνο για να καταλάβω το λόγο. Είναι δύσκολο να γράψεις για την ποίηση της Κικής Δημουλά, διότι είναι ποίηση άνευ αντικειμένου. Κυριολεκτώ. Η ποίηση της Κικής Δημουλά είναι άνευ αντικειμένου, αφού αντικείμενό της είναι το μηδέν»….  

Και παρακάτω: 

«…. Το μοναδικό θέμα της Δημουλά είναι το σταδιακό ή αιφνίδιο πέρασμα από το όν στο μη όν. Το πέρασμα που ονομάζεται χρόνος, φθορά ή θάνατος». 

Μπορεί να είναι, και είναι υπερβολική η αποφθεγματική ρήση του Νίκου Δήμου ότι η Δημουλά είναι η μοναδική ελληνίδα ποιήτρια μετά την Σαπφώ, είναι καλό να αποφεύγονται τέτοιου είδους αφορισμοί ακόμα και από σημαντικές και μορφωμένες προσωπικότητες όπως ο κύριος Νίκος Δήμου, όμως η πομπώδη αυτή ρήση ενέχει ψήγματα λογοτεχνικής αλήθειας αν λάβουμε υπόψη μας και συναριθμήσουμε και τις άλλες γυναικείες ελληνικές φωνές στην χώρα μας, έκτοτε, ανά τους αιώνες, και, δεν απορρίψουμε άπαξ δια παντός, το έργο και την προσφορά τους μέσα στο ελληνικό ποιητικό κοιμητήρι των φωνών της ποίησης.

Γυναικείες φωνές που σημάδεψαν την εποχή τους, δες μόνο αυτές που αναφέρει ο ποιητής Κωστής Παλαμάς ή την γνωστή παλαιά μελέτη και ανθολογία της ποιήτριας Αθηνά Ταρσούλη. Για να μην μνημονεύσω σύγχρονες μελέτες και άρθρα των καιρών μας που διερευνούν το θέμα.

Μπορεί οι γυναικείες αυτές ποιητικές φωνές να μην διαβάζονται σήμερα, πχ. η Αιμιλία Δάφνη, αλλά δεν παύουν να αποτελούν κρίκους μιας αλυσίδας γυναικών δημιουργών που καταλήγει στην Κική Δημουλά. Και όλες αυτές οι γυναικείες ποιητικές φωνές,-όπως και άλλες, δεν μπορούμε να τις κατατάξουμε στο συρμό της αγοράς, δηλαδή τι η πλειονότητα των ελλήνων και ελληνίδων αναγνωστών θεωρούν ότι είναι Ποίηση, και άρα, μόνο αυτές αναγνωρίζουν, παραβαίνοντας ή σίγουρα αγνοώντας τον ποιητικό κανόνα για το τι είναι ο ποιητικός λόγος και ποιες προϋποθέσεις οφείλουμε να ακολουθούμε και να τηρούμε όταν μιλάμε για την αξία και την αληθινή σημασία ενός ποιητικού έργου. 

Τα λεγόμενα του ποιητή Γιώργου Κοροπούλη ενέχουν μεγάλη δόση αλήθειας στο βαθμό που αποδεχτούμε ότι το μέτρο που εκείνος θέτει, οφείλουμε να το εφαρμόσουμε όλοι μας, ή τουλάχιστον η πλειονότητα των αναγνωστών και των λατρών της ποίησης.

Αυτό όμως, δεν μπορεί να συμβεί για τον απλούστατο λόγο ότι τα κριτήρια ποικίλλουν και ευτυχώς, οι αναγνωστικές ορέξεις διαφέρουν και ευτυχώς, τα αναγνωστικά πλησιάσματα του ποιητικού λόγου είναι εντελώς διαφορετικά από αναγνώστη σε αναγνώστη και ευτυχώς, οι πνευματικές ανάγκες είναι διαφορετικές, το εκπαιδευτικό επίπεδο είναι διαφορετικό και ευτυχώς.

Οι απόψεις του κυρίου Γιώργου Κοροπούλη, σίγουρα εξέφρασαν ένα κριτικό αρνητικό πνεύμα και επιφυλακτικό πλησίασμα των δεκαετιών εκείνων όταν η ποιήτρια είχε αρχίσει να δίνει συνεντεύξεις με το τσιγάρο στο χέρι, σε διάφορα έντυπα και εφημερίδες και να μιλά «για πολλά», δες παραδείγματος χάριν τις συνεντεύξεις της: 

Στο περιοδικό «ΜΕΤΡΟ» τχ. 36/10,1998, της Αγγελικής Ξύδη, «Είναι πλάνη ο έρωτας… Ωραία πλάνη. Την προσκυνώ, πώς θέλετε να σας το πω», σ.71-. 

Στο περιοδικό «Γυναίκα» τχ. 1161/12,1998, της Όλγας Μπακομάρου, «Το μέγα της ποίησης», «η παραφορά που μας κάνει να τρέχουμε σαν τυφλοί, δεν λειτουργεί μέσα στον γάμο», σ.261-. 

Στο περιοδικό «Ποίηση» τχ. 10/Φθινόπωρο-Χειμώνας 1997, Συνομιλία με την ποιήτρια Μαρία Κυρτζάκη, «Αυτό το τύμπανο, του έρωτα, θα ήθελα να τ’ ακούμε συνεχώς να βαράει κάπου μακριά», σ.6-. 

Στους ποιητές και εκδότες Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, βλέπε περιοδικό «η λέξη» τχ.84/5,1989, σ.388- «Β΄ Πρόσωπο». 

Στην παλαιά δημοκρατική πολιτική εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 30/11/1996, σ.36, στον ποιητή Βασίλη Κ. Καλαμαρά, «Η ποίηση; Ένα ψιλόβροχο σε μια διαρκή ξηρασία». 

Στην Ειρήνη Κοντογεωργίου, Ελευθεροτυπία 4/1/1998, σ. 42-, «Τιμιότερη της ποίησης η φωτογραφία». 

Στην Βένα Γεωργακοπούλου στην ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της ίδιας εφημερίδας, 17/7/1998, σ.16, «Η ποίηση δεν χάνεται από μια αγοραία κατανάλωσή της». 

Στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» της 21/10/1998, σ.10, στον Νίκο Βατόπουλο, «Ποίηση «ανατροπής του εύλογου». 

Στην απογευματινή εφημερίδα «Τα Νέα» της 3/10/1998, σ.38-39, στην δημοσιογράφο Μικέλα Χαρτουλάρη, «Μαζεύω πεταμένη ανθρωπότητα». 

Στο Κυριακάτικο «ΒΗΜΑ» της 29/11/1998, σ. 3, στη Μαίρη Παπαγιαννίδου, «Το Ωραίο ζητούμενο». 

Για να περιοριστώ σε ορισμένες από τις συνεντεύξεις της περιόδου εκείνης, πριν το 1999 που δημοσιεύτηκε το κείμενο του ποιητή Γιώργου Κοροπούλη. Χωρίς να προσμετρήσουμε και τις άλλες που έδωσε μετά το 1999 βλέπε πχ.: 
περιοδικό «Ο ΤΑΧΥΔΡΌΜΟΣ» τχ. 203/17-1-2004, σ. 31 στην Μικέλα Χαρτουλάρη, 

Και πάλι στην «Ελευθεροτυπία» της 17/11/2007 στον Βασίλη Κ. Καλαμαρά, στην ίδια εφημερίδα στην Όλγα Μπακομάρου δες Σάββατο 16/3/2002, σ.36. 

Στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» της 7/1/2013, σ. 37, στην Νατάσα Παπανικολάου

Στο «Κ» περιοδικό της Καθημερινής τχ. 98/17-4-2005, σ. 32 στην Όλγα Σελλά και σε αρκετά άλλα περιοδικά.  

Για να σταθώ σε αυτές που διαφύλαξα στον φάκελο πληροφοριών της στο δικό μου μόνο αρχείο. Θέλω να πω ότι μέσα σε αυτό το πεδίο άκριτης ίσως δημοσιότητας οφείλουμε να εντάξουμε και το κείμενο του Γιώργου Κοροπούλη, αν σκεφτούμε μάλιστα, (ανοίγω μια μικρή παρένθεση ότι το θέμα το είχα συζητήσει με γνωστή και καλή φίλη ποιήτρια που δεν είναι ανάμεσά μας την Μ. Κ.) ότι αν δεν κάνω αναγνωστικό λάθος ή είναι δική μου παράβλεψη, η ποιήτρια Κική Δημουλά, δεν μιλά σε καμία από τις συνεντεύξεις της για το έργο και την ποιητική παρουσία καμίας άλλης γυναικείας ποιητικής φωνής. Δεν μνημονεύει καμία από τις περίπου 2000 γυναικείες ποιητικές φωνές που φανερώθηκαν και δημιούργησαν στον ελληνικό χώρο, όπως μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα κανείς αν αποδελτιώσει Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας και Λεξικά, μην λαμβάνοντας υπόψη του την γυναικεία ποιητική παρουσία σε περιοδικά και εφημερίδες. Αυτό όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Αναγνωρίζουμε λοιπόν να μιλά για τόσα θέματα η ποιήτρια Κική Δημουλά αλλά για καμία ομότεχνή της. Μπορεί όπως μου είπε σε συζήτηση η φίλη ποιήτρια που και εκείνη την ρώτησε, ότι αυτό το έκανε «σκόπιμα» όχι για αυτοπροβολή αλλά για να μην αρχίσουν οι γνωστές παρεξηγήσεις από τις άλλες ποιήτριες.

Όπως και νάχει η ποιήτρια Κική Δημουλά, η αξιόλογη ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά, έτυχε μιας ευρείας αναγνώρισης από το ευρύ κοινό και ξεπέρασε τα γνωστά στενά και πολλές φορές στενάχωρα κράσπεδα της λογοτεχνικής επικράτειας των παροικούντων αρμόδιων συναδέλφων της ποιητών της Ιερουσαλήμ. Και μίλησε ίσως και για πράγματα που ήταν αρμοδιότητα άλλων. Αλλά και αυτό είναι ένα ζήτημα προς εξέταση όχι μόνο στην περίπτωση της Κικής Δημουλά.     

Το δε σε σημεία του απευθυνόμενο πολύ ειδικό κείμενο για τον ποιητικό λόγο του ποιητή Γιώργου Κοροπούλη, που ακροβατεί με ευγενικό τρόπο μεταξύ άρνησης και κατάφασης της ποίησης της Δημουλά, όπως προανέφερα, μπορεί να σταθεί και αυτόνομα και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις.

Θα ήθελα όμως, να υπενθυμίσω, τις περιπτώσεις των αμερικανών ποιητών της γενιάς των Beat. Να θυμίσω το εισιτήριο, που πλήρωσαν οι έλληνες λάτρεις του Άλεν Γκίνσμπεργκ για να τον ακούσουμε;

Θέλω να πω, οι νόμοι της αγοράς δεν προσδιόρισαν κατά κάποιον τρόπο και την εξέλιξη της δημόσιας προβολής των ποιητών της αμερικάνικης αυτής γενιάς; Αν κατανοώ σωστά το κίνημα αυτό;

Το ίδιο δεν συνέβει και σε άλλες χώρες; Μειώθηκε το ποιητικό και αισθητικό κριτήριο των ποιητών αυτών;

Η οικονομία και οι νόμοι της δεν προσδιόρισαν την προβολή πολλών καλλιτεχνών και δημιουργών παγκοσμίως; Μειώθηκε η ποιητική αξία του έργου του Γιάννη Ρίτσου επειδή οικειοποιήθηκε το έργο του από το Κόμμα που αφοσιώθηκε και υπηρέτησε σ’ όλη την διάρκεια του βίου του;

Δεν παραγνωρίστηκε κάπως η ποιητική φωνή του Τάσου Λειβαδίτη;

Πόσοι ποιητές αγνοήθηκαν και ας άξιζαν μόνο και μόνο γιατί δεν ήταν αρεστοί στην κριτική και καλλιτεχνική ελίτ της χώρας μας; Δεν αξίζει η ποίηση του Κώστα Κρυστάλλη; Του Γιώργου Κοτζιούλα; Δεν σκιάστηκε κατά κάποιον τρόπο η ποίηση του Ιάκωβου Πολυλά και άλλων Επτανησίων από τον γενάρχη της ελληνικής ποίησης Διονύσιο Σολωμό; Για πόσες δεκαετίες κρατούσε τα ηνία της δημοσιότητας η Ποιητική Ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, παραγκωνίζοντας άλλες εξίσου αξιόλογες; 

Ασφαλώς δεν είχαν την τύχη της ποιήτριας Κικής Δημουλά άλλες γυναικείες ποιητικές φωνές να μελοποιηθεί το έργο τους και να απαγγελθεί και να προσφερθεί στο ευρύ κοινό, όπως έγινε με το μουσικό περιοδικό «ΜΕΤΡΟ» βλέπε τχ.52/2,2000 «Στην Αγκαλιά της Άκρης», όμως, μήπως αυτό είναι «πρόβλημα» αν είναι «πρόβλημα» μόνο της ποιήτριας;

Αυτά τα ζητήματα και τι αναζητούν οι μουσικοσυνθέτες να μελοποιήσουν (δες κύριο Θάνο Μικρούτσικο) δεν αφορούν και τους ίδιους τους μουσουργούς; Ευθύνεται ο ποιητής Νίκος Καββαδίας που έχει αγαπηθεί από το ευρύ κοινό λόγω της μελοποίησης του; Ο Οδυσσέας Ελύτης που έκανε κτήμα μεγάλων μαζών το «Άξιον Εστί» του ο Μίκης Θεοδωράκης;

Κοιτάξτε πόσες μελοποιήσεις έγιναν πάνω σε ποιήματα του αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, δεν αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό, παρά από μια μερίδα ειδικών και διανοούμενων. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι οι αναγνώστες του ποιητικού λόγου δεν διαβάζουν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Ίσα-ίσα, στις μέρες μας, εν έτη 2019 όποιο βιβλιοπωλείο να ρωτήσεις θα σου πουν ότι οι σημερινοί νέοι και νέες δεν διαβάζουν Ποίηση, (άντε με το «ζόρι» οι γυναίκες μυθιστορήματα) όμως γνωρίζουν και αγοράζουν το έργο του Αλεξανδρινού. Αυτό σημαίνει ότι δεν βοηθούν οι νόμοι της αγοράς; Ότι οι αναγνώστες δεν έχουν ορθό  ποιητικό κριτήριο ή δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν και να ακολουθήσουν τους κανόνες του ορθού ποιητικού λόγου;

Μα αν ένας αναγνώστης ή ένας απλός πελάτης ενός βιβλιοπωλείου δεν ένιωθε την ανάγκη να διαβεί την πόρτα ενός βιβλιοπωλείο και να ξοδέψει το όποιο χαρτζιλίκι του για να αγοράσει ένα οποιοδήποτε ποιητικό βιβλίο, δεν θα το έκανε. Το θέμα είναι να βρει το θάρρος ή να θελήσει να διαβεί τις πύλες μιας βιβλιοθήκης και να πάρει στα χέρια έναν τόμο με ποιήματα και ας είναι και του παλαιού Καρασούτσου.

Ας ξεφυλλίσει έστω και έναν τόμο της Ευαγγελίας Παπαχρήστου-Πάνου, του Γιώργου Βερίτη. Όταν ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, έγραφε «Τα γράμματα σε έναν νέο ποιητή» νομίζω, δεν του καθόριζε το είδος και την αξία της ποίησης, εκτός και αν κάνω λάθος.

Θέλω να πω ότι ίσως οι απόψεις του κυρίου Γιώργου Κοροπούλη είναι κάπως υπερβολικές, η λογοτεχνικότητα δεν αφορά παρά μόνο ίσως τους ειδικούς. Αλλά, μια Ποίηση μόνο των Σπουδαστηρίων δεν μπορεί κατά την γνώμη μου να αποκαλείται Ποίηση, ή αν θέλετε είναι και αυτή με το δικό της κοινό. Όπως η άλλη έχει το δικό της. 

Ας μου επιτραπεί μια μικρή παρεμβολή. Πάνε χρόνια τώρα, που ένας έμορφος νεαρός, πρωτοετής του Πανεπιστημίου με είχε επισκεφτεί για να τον βοηθήσω σε μια εργασία του. Του πρότεινα μερικά ποιήματα γνωστών ποιητών που εμένα μου άρεσαν για να τα διαβάσει. Μέσα στα χαρτιά είχα και ένα ποίημα δικό μου που το επεξεργαζόμουν. Ο νέος το διάβασε-δεν είχε όνομα από κάτω-του άρεσε και μου ζήτησε να το αντιγράψει. Τον συγκίνησε. Ούτε που τόλμησα να του πω ποιος το είχε γράψει, του είπα ένα όνομα που μου ήρθε στην τύχη και ο νέος έμεινε κατενθουσιασμένος με την συγκίνηση που πήρε διαβάζοντας το άγνωστό του ποίημα. Και εγώ συγκινήθηκα χωρίς να του το φανερώσω. Μου αρκούσε η παρουσία του και τα έμορφα μάτια και σαρκώδη χείλη του.

Θέλω να πω, το τι θα κάνει κλικ στον αναγνώστη όταν πάρει στα χέρια του ένα βιβλίο και θα το ξεφυλλίσει δεν μπορεί κανένας κανόνας ορθής ανάγνωσης να το επιβάλλει σε κανέναν και καμιάν.

Η Θεία Κωμωδία του Δάντη, δεν έχει παρατηρήσει ο αναγνώστης ότι έχει σημεία της που κάνουν κοιλιά; Όλα τα ποιήματα του Τόμας Στερν Έλιοτ διαβάζονται με την ίδια χαρά;

Ο Χόρχε Λουϊς Μπόρχες, αυτός ο παγκόσμιος του πνεύματος βιβλιοθηκάριος που συχνά επικαλούμαστε τις αρχές του, δεν έχει σημεία μέσα στο έργο του και περιόδους που σε αφήνουν αδιάφορο ή τα προσπερνάς; Θέλω και πάλι να πω, το κιτς, μπορεί να το συναντήσουμε παντού και ανά πάσα στιγμή. Τα κριτήρια μάλλον δεν καταρρέουν, απλά αλλάζουν, τροποποιούνται, μετεξελίσσονται. Και ποιοι τα καθορίζουν αν όχι η αγορά. Το αισθητήριο αναγνωστικής επάρκειας μάλλον δεν είναι το ίδιο με αυτό της συγκίνησης στους ανθρώπους.

Οι μηχανισμοί αναγνώρισης και προβολής ενός καλλιτεχνήματος είναι τόσο ευμετάβλητοι, όσο και η ίδια η ζωή του καθενός μας. Ασφαλώς και υπάρχει υποκουλτούρα, όμως δεν θα ξεχάσω παλαιότερα νομίζω σε εκπομπή του παλαιού καναλιού του Mega, και νομίζω ήταν μεσημεριανή εκπομπή του δημοσιογράφου κυρίου Αθανασίου, νυν βουλευτού του Σύριζα, που μιλούσε με την Μάϊρα Παπαθανασοπούλου του μυθιστορήματος «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» όταν έθαβαν το βιβλίο, δεν το θεωρούσαν λογοτεχνικά ορθό, εκείνη απάντησε αφοπλιστικά:

«Εγώ ξέρω ένα πράγμα. Το βιβλίο μου πούλησε, και με τα χρήματα κατόρθωσα να φτιάξω τα κουφώματα του σπιτιού μου».

Τι να τις κάνει τις αρνητικές κριτικές που γράφτηκαν από τους «σοφούς» του ελληνικού πνεύματος, όταν είχε με το μέρος του την μεγάλη πλειοψηφία των αναγνωστών που αγάπησαν το μυθιστόρημά της.

Πόσες αρνητικές κριτικές δεν είχε δεχτεί η Μάρω Βαμβουνάκη, όμως, οι νέοι της εποχής μου διάβαζαν Βαμβουνάκη και αναζητούσαν συμβουλές και παραδειγματισμούς στις σχέσεις τους με το άλλο φύλο. Τα αγόρια και τα κορίτσια της εφηβείας διάβαζαν τα μυθιστορήματα της Βαμβουνάκη που διαπραγματεύονταν τις σχέσεις των δύο φύλων και όχι την Μαντάμ Μποβαρύ.

Τα βιβλία του κυρού Κώστα Ταχτσή δεν διαβάστηκαν περισσότερο από την τριλογία του Στρατή Τσίρκα; Η περιβόητη «Μπέττυ» δεν διαβάστηκε από οικογενειάρχες σαν ένα καλό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα; Θέλω να πω, μήπως πολλοί κριτικοί κάνουν το λάθος, λέω μήπως, να διαβάζουν μια λογοτεχνική θεωρία να επηρεάζονται από αυτήν ή άλλα θεωρητικά ρεύματα της εποχής μας και να κάνουν τις θολές συνήθως αυτές θεωρίες κανόνες ανάγνωσης; Μοντέλα για το τι είναι ποιητικά ορθό ή πεζογραφικά;

Δεν μπορούμε ασφαλώς στην περίπτωση της ποιήτριας Κικής Δημουλά να μείνουμε στις κρίσεις του ποιητή και μεταφραστή, ανθολόγου Άρη Δικταίου όπως τις εκθέτει στο βιβλίο του «Αναζητήσεις προσώπου» εκδόσεις Γεωργίου Φέξη 1963, «Εγεννήθη ημιν ποιήτρια (Η Κική Δημουλά) σ.109-, έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από τότε. Τόσο η ποιήτρια εξελίχθηκε ποιητικά και γλωσσικά όσο και οι μελετητές της.

Ο Μάριος Μαρκίδης εξέδωσε την μικρή μελέτη του «Είναι και ποτέ» Ερμηνευτική πρόσβαση στα ποιήματα της Κ. Δημουλά, εκδόσεις Έρασμος 1989. Που εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το «Χαίρε ποτέ» και αυτό κάτι σημαίνει. 

Κυκλοφόρησε το μελέτημα του κριτικού Δημήτρη Νικορέτζου, «ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ» Ένας μύθος διαπορευόμενος. Απογραφές ενός ανευλαβούς, εκδοτικός οίκος Α. Α. Λιβάνης χ.χ.

Κυκλοφόρησε το μελέτημα των Αγαθή Γεωργιάδου-Εριέττα Δεληγιάννη, «Διαβάζοντας Κική Δημουλά» Μια προσέγγιση στο έργο της, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2001

Κυκλοφόρησε η μικρή μελέτη της ποιήτριας Γιολάντα Πέγκλη, «ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ» Σχεδόν Προσωπογραφία, εκδόσεις Πάροδος 2004.

Κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο του κριτικού Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, «Κική Δημουλά» χρονικογράφος του εφήμερου.

Τέλος το 2014 στην αξιόλογη σειρά της εφημερίδας Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, εκδόθηκε ο τόμος «ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ»-ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ-ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ. Κική Δημουλά-Σ’ εσένα, αίφνης, απευθύνομαι, σε εισαγωγή-ανθολόγηση: Κωνσταντίνος Δημόπουλος.     

Και αν προσμετρήσουμε και το μελέτημα του Νίκου Δήμου και τα εκατοντάδες άρθρα και κείμενα που έχουν δημοσιευτεί για την ποίησή της, νομίζω ότι η Κική Δημουλά δεν είναι μια τυχαία περίπτωση των ελληνικών ποιητικών γραμμάτων.

Πράγμα που σημαίνει, ότι όσα κατά καιρούς γράφτηκαν εναντίον της, δεν στέκουν, η αναγνωστική περιπέτεια του έργου της και το διαρκές ενδιαφέρον για αυτό άλλα δηλώνει. Όπως δεν μπορείς να μην θυμηθείς και τις κακιούλες για να μην γράψω κάτι άλλο, που έγραψε γνωστός και αξιόλογος κριτικός σε έντυπο της αριστεράς εναντίον της όταν τόλμησε να εκφράσει την γνώμη της για το ότι δεν μπορεί να βρει άδειο παγκάκι στην περιοχή που μένει για να κάτσει γιατί είναι πιασμένα από πρόσφυγες. Και της επιτέθηκαν αγρίως.

Ενώ, όταν σε γνωστή μεσημεριανή κυριακάτικη εκπομπή στην ΕΡΤ η αγαπημένη τραγουδίστρια Χαρούλα Αλεξίου δήλωσε με πόνο καρδιάς, ότι: «Θα ήθελα κάθε ελληνική οικογένεια-και είμαστε 10.000.000 Έλληνες-να πάρουμε μια οικογένεια μεταναστών στο σπίτι μας και να την φροντίζουμε» η ωραία ξανθιά παρουσιάστρια, δεν την ρώτησε, «και εσύ αγαπητή φίλη τραγουδίστρια πόσους πρόσφυγες φιλοξενείς στο σπίτι σου και φροντίζεις;». Πού τόσα χρόνια απευθύνεσαι στο ελληνικό κοινό και αυτό το κοινό είναι που πληρώνει και έρχεται στις συναυλίες σου, αυτό το ελληνικό κοινό είναι που αγοράζει τους δίσκους σου και σε κρατά στην μουσική επιφάνεια.

Θέλω να πω, ότι μήπως πετροβολώντας τις ρίζες μας και τους δημιουργούς μας τις προηγούμενες δεκαετίες, δημιουργήσαμε αυτήν την αδιαφορία των σύγχρονων ελλήνων προς την καλλιτεχνία, την ποίηση και τα όποια δημιουργικά στοιχεία της παράδοσής μας;     

Εδώ είναι που δεν κατανοώ κείμενα σαν και αυτά του ποιητή κυρίου Γιώργου Κοροπούλη. Η Κική Δημουλά με την ποιητική της παρουσία δημιούργησε έναν κύκλο που αγαπούν όχι μόνο τον δικό της ποιητικό λόγο αλλά νομίζω και την ελληνική ποίηση γενικότερα. Σίγουρα το λεξιλόγιό της είναι δύσκολο, σίγουρα ξενίζει και σε κάνει να στριφογυρίζεις στην καρέκλα που κάθεσαι και το διαβάζεις, σίγουρα χρειάζεσαι λεξικό για πολλές της λέξης.

Μπορεί μάλιστα εμείς οι αναγνώστες του έργου της να μισοκαταλαβαίνουμε αυτά που γράφει, όμως υπάρχει κάτι που το νιώθουμε καθώς διαβάζουμε τους στίχους της, καθώς στεκόμαστε σε ποιήματά της, καθώς αγωνιζόμαστε να ξεκλειδώσουμε τις λέξεις-κενό, να ανασηματοδοτήσουμε μαζί της το νόημα του Κόσμου.

Γιατί αυτήν την μηδενιστική οντολογία, την οντολογία του αιώνιου τίποτα την δεχόμαστε στην Ασκητική του ποιητή και συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη και όχι στο έργο εκείνης. Πόσες άγνωστες λέξεις έχουμε διαβάζοντας έργα ελλήνων υπερρεαλιστών ποιητών, και όμως, εξακολουθούμε να τους διαβάζουμε.       

Ίσως, και μπορεί να λαθεύω, το κείμενο που γράφτηκε τότε 30/4/1999 στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ να εξέφραζε μια ομάδα ελλήνων διανοουμένων που, έχουν μια συγκεκριμένη αντίληψη για το τι είναι Ποίηση, στο πως γράφεται ένα Ποίημα, λέω ίσως, όμως αυτό αφορά ένα μικρό στενό κύκλο ανθρώπων που θητεύουν με την δική τους μάθηση και εμπειρία στον χώρο της Ποίησης και θέλουν να ανανεώσουν τα πεδία της.

Οι απλοί όμως έλληνες αναγνώστες, δεν κατέχουν από θεωρίες και λογοτεχνικούς κανόνες, ούτε κατανοούν τι σημαίνει λογοτεχνικότητα, αυτοί αναζητούν σανίδες παρηγοριάς και ανακούφισης διαβάζοντας ένα ποίημα, διαβάζοντας ένα διήγημα αναζητούν ανακούφιση στα αδιέξοδα της ζωής τους.

Αναζητούν παρηγοριά και ελπίδα σε απλά λόγια και ύμνους, τροπάρια και στιχάκια που κουβαλούν μέσα τους αιώνες πολιτισμού και ανθρώπινης ανακούφισης. Μια Ποίηση όσο άρτια και αν είναι, όσο τεχνική αρτιμέλεια και αν έχει, αν είναι μόνο για τους ειδικούς, είναι άχρηστη στο μεγάλο κοινό. Ο ποιητικός λόγος, δεν είναι ένα φάρμακο για τους πλουσίους του πνεύματος, αλλά είναι ένα ίαμα για τον απλό καθημερινό άνθρωπο του μόχθου και της βιοπάλης.

Γράφονται ποιήματα, όχι για να τα αξιολογήσουν οι αξιοσπούδαστοι κριτικοί και οι θεωρητικοί, για να τα διαβάσουμε μεταξύ μας και να ευφρανθούμε, αλλά, για να γίνουν κτήμα στο ευρύ κοινό, στην αγορά που θα δώσει το πενιχρό ποσό για να αγοράσει ένα βιβλίο με ποιήματα και δεν θα ντραπεί να το διαβάσει δημοσίως. Από παλαιά θεωρούνταν λιγάκι φευγάτοι, «κουζουλοί» αυτοί που διάβαζαν ποίηση, όχι στις μέρες μας που περνάν απαρατήρητοι, σαν τουρίστες ενός άλλου σύμπαντος.     

Εξάλλου, η Ποίηση, δεν βρίσκεται μόνο μέσα στα βιβλία, αλλά στις ίδιες τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Αυτών των ανθρώπων που κουβαλούν μέσα στο σεντούκι της συνείδησής τους τα νάματα ενός ιστορικού πολιτισμού, και ας μην ξέρουν να διαβάζουν, ας βάζουν έναν σταυρό για υπογραφή. Ο θείος Πλάτων δεν ήταν εκείνος που πρώτος μας είπε ότι δεν ήθελε μέσα στην Πολιτεία του τους ποιητές; Ή κάνω λάθος. Τους θεωρούσε μυθοποιούς;     

Η ποίηση της Κικής Δημουλά, έχει πάρει και αυτή τη θέση της μέσα στο ελληνικό ποιητικό πάνθεον των γυναικείων ποιητικών φωνών που, αρχινά από τα αρχαία χρόνια και φτάνει μέχρι τις ημέρες μας, που τα νέα κοριτσόπουλα των 18 και 20 χρονών στέλνουν μέσω των κινητών τους στιχάκια λατρείας στους αγαπημένους τους, και εκείνοι ανταπαντούν με στίχους-ποιήματα γνωστών τραγουδιών της εποχής  τους.

Τα πάντα είναι ποίηση, ακόμα και οι λέξεις που δεν κατανοούμε και χρησιμοποιεί η ποιήτρια Κική Δημουλά. Το γεγονός ότι στεκόμαστε και αναρωτιόμαστε τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις, τι πόνο ή απόγνωση κρύβουν μέσα τους ή αν θέλετε τι βαθμό ματαιότητας και συνειδητοποίησης του κενού που μας περιβάλλει και μας προσδιορίζει είναι κάτι.

Η ποίηση της Κικής Δημουλά δεν μας αφήνει αδιάφορους ακόμα και αν δεν την καταλαβαίνουμε.

Τα άλλα που γράφονται-ακόμα και αυτά που γράφω και εγώ-είναι για να γεμίσουμε τις σελίδες της σχόλης μας. Το ζήτημα είναι να ανοιχτεί ένα ποιητικό βιβλίο, αν ανοιχτεί, αυτό γνωρίζει καλύτερα από όλους τους ειδικούς και σπουδαγμένους τι θα μας προσφέρει.

ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟΝ

Οποία του βίου τρυφή εξαιτίας του

και με τι αυτοθυσία

όνειρα θρησκεία κι άλλες επινοήσεις

πέφτουν στην αφρισμένη μη ζωή τους

να σώσουν το επίπονο.

Πένητες δρόμοι και δρόμοι βασιλείς

στην ίδια φυγή συνωστίζονται

από την ίδια μνήμη καταδιώκονται

πώς είμαστε θνητοί.

Μια κρυψώνα η λήθη σκιάς ασθενέστερη.

Διαδίδεται εύκολα ο άνθρωπος στη μοίρα του

ένθα, όπως μας το υπόσχονται οι ψαλμοί,

εξαίρετες συνθήκες ΄ ούκ έστι πόνος.

Ώ, τι ακατοίκητη ανακούφιση.

Ώστε μας αποχωρίζεται η λύπη, πάει

βουβαίνεται αυτός ο εθνικός

ύμνος της ύπαρξής μας;

Κι ο στεναγμός αποδρά ο θρασύδειλος;

Πάει κι αυτό το φεγγαράκι των πνευμόνων

Ο ανεμιστήρας της σιωπής;

Ο στεναγμός

όνομα ανακούφισης κι επώνυμο ασφυξίας

οδοντωτός στο απόκρημνο βάρος μας

αναπνευστήρας βασάνων και

ωκεανός εν τη σταγόνα που είμαστε.

Αλήθεια χάνονται όλα αυτά;

Και τότε, με τι μαχαιροπήρουνα, ποια γεύση

θα περιδρομιάζουμε

όλες εκείνες τις εξαίρετες συνθήκες.

Τι κοσμωδία τι κοσμωδία.

Να που ταιριάζει ο ακροτελεύτιος λόγος του κειμένου της ποιήτριας Δήμητρας Παυλάκου, σε αυτήν την σύγχρονη των καιρών μας «Νεκρώσιμη Ακολουθία» που γράφτηκε από το χέρι της Κικής Δημουλά.

Και αλλού:

Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας.

ΓΡΑΨΕ ΛΑΘΟΣ

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων

ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ’ επανάληψη λες, μ’ έπιασες να γράφω

συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει

σύν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο

τα δυό μαζί ενώνω-το ζω το αφήνουμε έξω

για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.

Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.

Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον

πού να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.

Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν

τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ’ τη σκοπιά του καθενός η ορθογραφία.

Πάρε παράδειγμα

τι κινητά που γράφεται το ψέμα:

όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον

σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα

τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από πού ως πού

γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια

ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση

το κοιμητήριο η οικουμένη το οίκτρόν

και η αοιδός επιθυμία

απ’ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.

Και αλλού:

Μετακινούμαι προς λιγότερη

Κάποτε λήγει το συμβόλαιο με τη γέννησή μας.

Όσο ζούσε και η μάννα μας όλο και το ανανέωνε

καθώς μας έντυνε παιδιά στο βλέμμα της ακόμα-ταμένα στο αμετάβλητο μας είχε.

Και αλλού:

Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;

Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατός μας.

Το ξέρει μόνον η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.

Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.

Και αλλού:

Πώς ήθελα να ξέρω να γεννάω

μικρά ποιήματα.

Μου τα στερεί ο πολύλογος τρόπος μου.

Εσκεμμένος σαν προφυλακτικό

ν’ αποφύγει την επώδυνη σύλληψη

μη γίνει έναυσμα και αυτουργός

μιάς ακόμα συντομίας.

Και αλλού:

Σκοτάδι εξομολόγο με καλεί

πίσω απ’ αυτά που σκέπτομαι.

Και αλλού:

Χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου

Και αλλού:

Δαπανηρή ιδέα ο βίος,

Ναυλώνεις έναν κόσμο

για να κάνεις το γύρω μιάς βάρκας.

Και αλλού:

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.

Θέ μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος

όπως μας το υπόσχεται παρήγορη

η γλυκύτατη αβεβαιότης, εσύ

γιατί τον θες ντε και καλά δουλέμπορο;

Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες

αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς

ήσουν ακόμα άνθρωπος;

Και αλλού:

Μικραίνουν οι μέρες μικραίνουν

για να στενοχωριούνται συντομότερες.

Και αλλού:

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.

Ναι ναι μου φτάνει το αδύνατον.

Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ’ αυτό.

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.

Διότι νέα σου δεν έχω.

Και αλίμονο αν δε δώσει

σημεία ζωής το παράλογο.

Και αλλού:

Θα μείνω εδώ, κλαδί υποδοχής

της απογύμνωσης που έρχεται.    

Όλα τα ποιητικά αποσπάσματα είναι από την συλλογή της «Χαίρε Ποτέ». Αν αυτή η ποίηση δεν είναι οντολογική και εκκλησιαστική τότε τι είναι;

The following two tabs change content below.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή