Λογοτεχνία και επιστήμη

Οι ορθολογιστές επιστήμονες κατηγορούν τους λογοτέχνες ότι αιθεροβατούν και αγνοούν τα επιστημονικά επιτεύγματα που βελτιώνουν τη ζωή των αδυνάτων. Οι λογοτέχνες αντιτείνουν τις διαχρονικές ουμανιστικές αξίες απέναντι σε ό,τι αποκαλούν αλαζονεία της επιστήμης. Η διαμάχη που ξεκίνησε πριν από χρόνια ο Τσαρλς Π. Σνόου κρατάει ακόμη

by Times Newsroom 1

ΟΤΑΝ στα 1959, ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Τσαρλς Πέρσι Σνόου (Charles Percy Snow) έδωσε την περίφημη διάλεξή του με θέμα: “Οι δυο μορφές πολιτισμικής έκφρασης και η επιστημονική επανάσταση”, στην οποία έθιγε το θέμα της πόλωσης ανάμεσα στα στρατόπεδα της λογοτεχνίας και της τέχνης αφ’ ενός και των επιστημών αφ’ ετέρου, το γεγονός προκάλεσε έκρηξη ενδιαφέροντος. Ταυτόχρονα καθιέρωσε μέσα στην αγγλική γλώσσα έναν τρόπο εκφοράς (“The Two Cultures”, “Οι δυο πολιτισμοί”) και μια αντίληψη, ενώ η ευρύτερη τοποθέτησή του γύρω από τις χρήσεις και καταχρήσεις των επιστημών, είναι στις μέρες μας πιο καίρια παρά ποτέ.

Ο Μπέρτραντ Ράσελ υπήρξε θαυμαστής του και ο Τζον Φ. Κένεντι, νεαρός γερουσιαστής τότε έγραψε: “Πρόκειται για μια από τις πιο γόνιμες αναλύσεις που έχω διαβάσει, πάνω σε ένα δίλημμα του ανθρώπινου νου το οποίο έχει τεράστιες συνέπειες για τη δημόσια πολιτική μας”.

Τα χρόνια που ακολούθησαν γράφτηκαν μόνο στην αγγλική γλώσσα πάνω από 100 σχετικά άρθρα. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παρέλαβαν το μοτίβο των “Δυο Μορφών Πολιτισμικής Έκφρασης” (ή απλούστερα των “Δυο Πολιτισμών”) για να στηρίξουν “συζητήσεις” με θέμα “προς τα πού οδεύει η κοινωνία”.

Τρία χρόνια αργότερα ο Φ.Ρ. Λίβις (F.R. Leavis), θεωρώντας ότι ενσαρκώνει τη λογοτεχνική νέμεση απέναντι στην ύβρη της επιστήμης, διατύπωσε τις αντιρρήσεις του με τόσο βίαιο τρόπο, ώστε τα ερωτήματα που έθεσε ο Snow δημοσιοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο.

Οι ιδέες του Snow δεν είχαν πολλά πρωτότυπα στοιχεία, έθιξαν όμως το οφθαλμοφανές σε νευραλγικά σημεία του. Για μας, (γράφει ο Mevyn Bragg του Observer), που ζήσαμε τον Ψυχρό Πόλεμο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την τέχνη, από τη μια πλευρά και την επιστήμη από την άλλη, είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Τα χρόνια που ακολούθησαν οι κριτικοί υπήρξαν σκληροί με τον Snow. Την εποχή που έκανε τη διάλεξη όμως κατείχε αξιόλογη θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα της Βρετανίας. Είχε γνώση των πολιτικών παρασκηνίων και ως θεωρητικός της επιστήμης στο Christ’s College του Κέμπριτζ ήταν ιδιαίτερα επιτυχής. Στις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου άφησε τη θέση του και βοήθησε την κυβέρνηση να στρατολογήσει επιστήμονες σε καίριες θέσεις. Την ίδια περίπου δουλειά συνέχισε να κάνει και μετά τον πόλεμο κατά την περίοδο 1945 – 1960 ως δημόσιος υπάλληλος.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα τη διάλεξή του, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει κανείς τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της. Αναφέρεται στην προσωπική του πνευματική ζωή, μοιρασμένη καθώς ήταν, ανάμεσα στις καλές τέχνες και τις θετικές επιστήμες, ή πιο συνοπτικά, ανάμεσα στη φυσική και τη λογοτεχνία. Και πάνω σ’ αυτή τη διαφορά βασίζει το “concept” των “Δυο Μορφών Πολιτισμικής Έκφρασης” ή πιο απλώς των “Δυο Πολιτισμών”.

Ο ίδιος γράφει: “Ένιωθα να ζω ανάμεσα σε δυο ομάδες ανθρώπων, ισότιμες από άποψη ευφυίας, που ανήκαν στην ίδια “κατηγορία” χωρίς πολύ μεγάλες διαφορές στην κοινωνική τους προέλευση, με περίπου το ίδιο εισόδημα. Οι δυο αυτές ομάδες όμως, δεν είχαν σχεδόν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Ζούσαν μέσα σε ένα ιδεολογικό, ηθικό και ψυχολογικό κλίμα, τόσο διαφορετικό, λες και τις χώριζε ολόκληρος ωκεανός.”

Υπογραμμίζει το σνομπισμό των λογοτεχνικών κύκλων και των κοινωνικών στρωμάτων που συντηρούν τη βρετανική παράδοση, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ των δυο, και μέμφεται τους κύκλους αυτούς για το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση τη βιομηχανική επανάσταση, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι με τη βιομηχανική επανάσταση, ο αγροτικός κόσμος αντικατέστησε απλώς την εξαθλίωσή του, με μια άλλη μορφή εξαθλίωσης μέσα στις πόλεις.

Η ικανότητα του Snow να σαρκάζει το σνομπισμό, όχι μόνον στο κοινωνικό σύνολο γενικά, αλλά και μέσα σε ειδικές περιοχές της ακαδημαϊκής κοινωνίας (“η καθαρή” “πούρα” επιστήμη εθεωρείτο de facto ανώτερη από την “εφαρμοσμένη” επιστήμη), είναι η κλασική αντίδραση ενός παιδιού της εργατικής ταξης που αναρριχήθηκε μόνο του στην κοινωνική κλίμακα, και μάτωσε πολλές φορές τα χέρια του σκαρφαλώνοντας.

Η ομιλία του Snow είναι σημαντική γιατί σ’ αυτή έθεσε τον δάκτυλο πάνω σε μερικές πολύ σημαντικές αδυναμίες, εγγενείς στον Δυτικό πολιτισμό στο σύνολό του, ειδικά στο βρετανικό πολιτισμό, και ειδικότερα στον αγγλικό πολιτισμό.

Μια από τις αδυναμίες αναφέρεται στην πόλωση των “σκεπτομένων κοινωνικών τάξεων” (Thinking Classes), σε δυο πολιτισμικά στρατόπεδα.

Ο Snow ήξερε ότι έκανε μια γενίκευση όταν εξέφραζε την άποψη ότι οι λογοτέχνες διανοούμενοι ήταν αντιδραστικοί και ότι εξαιτίας της επιστημονικής τους αμάθειας εξέτρεφαν μια επικίνδυνη αντιεπιστημονική προκατάληψη.

Πόσοι διανοούμενοι του Κέμπριτζ, ρωτούσε με ρητορική ευφράδεια, μπορούν να απολαύσουν και να έχουν άποψη πάνω σε ορισμένες βασικές θέσεις της φυσικής και όχι μόνον.

Αντιπαρέθετε “τις από πολιτική άποψη ανόητες και βλαβερές απόψεις του Pound, του Yeats και του Wyndham Lewis με την ιδεολογία των επιστημόνων, οι οποίοι πρεσβεύουν την ισότητα, έχουν αίσθηση της αναγκαιότητας της κοινωνικής δικαιοσύνης, με δυο λόγια σκέπτονται με ορθότητα. Πράγμα αναμενόμενο, αφού εκείνοι κρατούν το μυστικό του μέλλοντος”.

Ο Snow ενδιαφερόταν με πάθος για τη βιομηχανική επανάσταση, η οποία παρά τα τρωτά της, ήταν η μόνη ελπίδα για τους φτωχούς. Πίστευε ότι η εγκατάλειψη της ελπίδας που περικλείει η βιομηχανική επανάσταση και αργότερα η επανάσταση των επιστημών, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια κατάπτωση το έθνος.

Ήδη, από τη δεκαετία του ’50 πίστευε ότι η κατάπτωση αυτή είχε ήδη αρχίσει. Σ’ αυτό δεν μπορεί εύκολα να φέρει κανείς αντίρρηση. Τα αποτελέσματα μιλούν μόνα τους. Ούτε μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι μεγάλος αριθμός προσωπικοτήτων από τον κόσμο των “γραμμάτων και των τεχνών” χαρακτηρίζεται από μια, φασιστικού διαμετρήματος, βλακεία. Μάλιστα, κατά τον John Carey, συγγραφέα του θαυμάσιου βιβλίου “Οι Διανοούμενοι και οι Μάζες” (The Intellectuals and the Masses), ο Snow είναι πολύ λακωνικός και επιεικής επί του θέματος. Αντίθετα, οι επιστήμονες, παρουσιάζουν μια συμπαγή μάζα, όπου όλοι είναι μεταξύ τους ίσοι. Ο ευγενής λόρδος Ράσελ, δίνει τα χέρια με τον Ράδερφορντ, τον εκπρόσωπο της εργατικής τάξης, μαζί στον αγώνα για έναν καλύτερο, ηθικά και υλικά, κόσμο.

Το ερώτημα είναι αν ο Snow έχει και τώρα δίκιο για το χάσμα μεταξύ των “Δυο Πολιτισμών” ακριβέστερα, των “Δυο Μορφών Πολιτισμικής Έκφρασης”. Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι επιστήμονες του μεγέθους τού Hawking, του Pinker, της Greenfield, δικαιωματικά κατακτούν και τα λογοτεχνικά περιοδικά. Από την άλλη μεριά, θεατρικοί συγγραφείς, όπως ο Tom Stoppard και ο Michael Frayn ανεβάζουν στο West End θεατρικά έργα όπου κεντρικά θέματα είναι η θεωρία του χάους και η αρχή της αβεβαιότητας, ενώ μυθιστoριογράφοι, όπως ο Douglas Adams και ο Ian McEwan εμπλουτίζουν τη μυθοπλασία τους με καθαρά επιστημονικό υλικό. Τα ραδιοφωνικά προγράμματα και τα talk shows καλούν τώρα επιστήμονες, σπάζοντας την παράδοση των ηθοποιών, των καλλιτεχνών, κ.λπ.

Για το “Genes” μιλάει όλη η υφήλιος, ενώ το Bing Bang είναι πια συνώνυμο της “στρακαστρούκας”. Όσο για τον Δαρβίνο και το DNA είναι καταναλωτικά αγαθά στα σουπερμάρκετ.

Πάντως, οι επιστήμονες είναι στην πλειοψηφία τους απαισιόδοξοι για το μέλλον της επιστήμης μέσα στη σημερινή κοινωνία. Επιπλέον, αισθάνονται ότι είναι έξω από το κυρίαρχο ρεύμα της “πολιτισμικής ζωής” των περισσοτέρων χωρών. Και αυτό επιβεβαιώνεται από τις επιλογές των μελλοντικών φοιτητών.

Στη Βρετανία συμβαίνει συχνά ολόκληρα τμήματα πανεπιστημίων όπως π.χ. το τμήμα φυσικής στο πανεπιστήμιο του Hull, να κλείνουν λόγω ελλείψεως φοιτητών. Οι θετικές επιστήμες δεν είναι ιδιαιτέρως επιθυμητές από τους νεαρούς ανθρώπους. Οι καθηγητές μαθηματικών εξελίσσονται σε σπάνιο είδος.

Το χάσμα είναι λιγότερο βαθύ από ό,τι 40 χρόνια πριν, όμως οι περισσότεροι από μας, μοιάζουμε με τα ποίμνια των εκκλησιαζομένων κατά τον Μεσαίωνα που άκουγαν τα Λατινικά, χωρίς να μπορούν να τα καταλάβουν.

Το μεγάλο κεντρί, συνεχίζει στο σχόλιό του, ο Meluyn Bragg, είναι το ότι για τους περισσότερους η Φαντασία ανήκει αποκλειστικά στο χώρο των καλών τεχνών, αφήνοντας ό,τι είναι βαρετό στην επιστήμη. Ψευδής διαφορά όμως. Ο Coleridge γράφει σχετικά με τις θεωρίες του Davy γύρω από τη φύση της ενέργειας και της ύλης: “Ο Davy ξεκινάει από την υπόθεση ότι υπάρχει μόνο μια δύναμη στον αισθητό κόσμο… όταν αυτό αποδειχθεί, το μόνο που θα μας μείνει θα είναι να μετατρέψουμε αυτή τη γνώση σε κάποιον Νόμο ή ζωτικό πνεύμα. Τότε κάθε γνώση θα είναι Επιστήμη, και η Μεταφυσική η μοναδική επιστήμη”.

Για να συνοψίσουμε αυτό που κυρίως απασχολούσε τον Snow ήταν ότι το άνευ αντικειμένου αυτό χάσμα, σκοτείνιαζε την ύπαρξη ενός άλλου πολύ σοβαρότερου προβλήματος. Συγκεκριμένα, το χάσμα ανάμεσα στις τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης και τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ένα χάσμα επικίνδυνο, απειλητικό για την ειρήνη του κόσμου, το οποίο όμως μπορούσε να κλείσει με καλή θέληση και γνώση για τις δυνατότητες της τεχνολογίας.

Υπολόγιζε ότι το κόστος για το εγχείρημα αυτό θα ήταν αντίστοιχο με το κόστος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι φυσικό το ανθρωπιστικό αυτό όραμα να θέλξει κάποιον σαν τον Τζον Φ. Κένεντι. Και σ’ αυτό, όπως και σε πολλά άλλα, ο Snow είχε δίκιο. Το ζήτημα είναι αν θα έχουμε ποτέ τη φαντασία ή τη γενναιότητα να κάνουμε πράξη ένα τόσο ανθρωπιστικό όραμα.

Όσο για τον Leavis, ίσως είχε δίκιο στην αξιολόγησή του των μυθιστορημάτων τού Snow. Πράγματι, τα μυθιστορήματα άλλων συγγραφέων π.χ. του D.H. Laurence είναι καλύτερα, άντεξαν περισσότερο στο χρόνο. Καταφέρθηκε όμως κατά των ιδεών του Snow, προσπαθώντας να τον μειώσει ηθικά, με ύφος σκαιότατο. Τον χαρακτηρίζει “ουτιδανό”, “χυδαίο”, “με κραυγαλέα άγνοια”. Και ψαρεύει τα επιχειρήματά του κατά του Snow μέσα στον Λόρενς. Όταν ο Λόρενς λέει θριαμβευτικά: “Οι ζωές των ανθρώπων δεν μπορούν να αθροιστούν, να εξισωθούν, να γίνουν αντικείμενα μετρήσεων”, ο Leavis συμφωνεί μαζί του. Όταν ο Λόρενς αποφαίνεται: “Μόνον η ίδια η ζωή έχει σημασία”, συμφωνεί ώς τη νιοστή. Πλην όμως, μέσα στην ουσία ή στην πεμπτουσία της ζωής μπορούμε να ζήσουμε – πόσο χρονικό διάστημα, αλήθεια; Ύστερα;

Σήμερα, τα ίδια ερωτηματικά που απασχόλησαν τον Snow είναι ακόμη μαζί μας. Τα προβλήματα που δημιουργούν το “χάσμα μεταξύ των δυο πολιτισμών” είναι πάντα υπαρκτά. Και απειλούν να επέμβουν αρνητικά στην ομαλή πορεία της Επανάστασης των Επιστημών και να μας εμποδίσουν να τη χρησιμοποιήσουμε με στόχο την ευημερία ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Πηγή: The Observer 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή