Λούκατς: μια παλιά αυτοβιογραφία του πρωταγωνιστή-θύματος

Σ’ αυτή την “Αυτοβιογραφία με τη μορφή διαλόγου” δεν βλέπουμε πολύ τον Λούκατς τον μεγάλο φιλόσοφο. Όπως όλες οι βιογραφίες, είναι και τούτη υπεράσπιση της ζωής, όχι του έργου. Το βιβλίο ρίχνει φως στα ανθρώπινα κίνητρα που οδήγησαν τον Λούκατς στις επιλογές του και στην προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου

by Times Newsroom
  • AGNES HELLER

Η ΖΩΗ του Γκέοργκ Λούκατς (1885-1971) υπήρξε πράγματι εντυπωσιακή. Αν αυτό ήταν ήδη γνωστό επιβεβαιώνεται στο ακέραιο από την αυτοβιογραφία αυτή για την οποία μιλάμε και που κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια.

Γιος πλουσιότατου Ουγγροεβραίου τραπεζίτη, ανατέλλων αστέρας της ευρωπαϊκής πνευματικής ελίτ (αναγνωρισμένος μεταξύ άλλων και από τον Τόμας Μαν), φίλος στα νιάτα του με τον Μαξ Βέμπερ, αν και αρκετά νωρίς προσηλυτίσθηκε στον κομμουνισμό (διακινδυνεύοντας τη ζωή του σε μυστικές αποστολές), επίτροπος του λαού και υπουργός σε δυο επαναστατικές κυβερνήσεις (το 1919 και το 1956, στη φυλακή επί καθεστώτος Στάλιν και ελεύθερος αργότερα, ο Λούκατς έφτασε με αρκετά καλή υγεία στην ηλικία των 85 χρονών για να δει το όνομά του, για δεύτερη φορά, να αποκτά διεθνή φήμη. Και όλα τα γεγονότα της ζωής του, γεγονότα με τεράστια ιστορική σημασία, τον είδαν πρωταγωνιστή και ταυτόχρονα θύμα.

Η ζωή αυτού του ανθρώπου ξετυλίγεται σε δυο επίπεδα ταυτόχρονα: το πολιτικό και το θεωρητικό. Καταμεσής στην ταραγμένη δίνη των πολιτικών γεγονότων στα οποία παίρνει μέρος, ο Λούκατς περνάει τον περισσότερο χρόνο του καθισμένος στο γραφείο του όπως κάνουν όλοι οι φιλόσοφοι. Έχει πάντοτε την ακλόνητη πεποίθηση ότι τα γραπτά του θα παίξουν ρόλο ίσης σημασίας, αν όχι και υπέρτερης, με την πολιτική του δραστηριότητα. Τι πράγματι συνέβη, τι θα έπρεπε να είχε συμβεί, τι ήταν εκείνο που οδήγησε στην αποτυχία: αυτά ήταν τα ερωτήματα στα οποία προσπαθούσε να απαντήσει ο Λούκατς, είτε για τον Χέγκελ έγραφε είτε για τον Μπαλζάκ, την αισθητική ή την οντολογία.

Το δεύτερο επίπεδο του “θεάτρου του κόσμου” όπου ο Λούκατς ήταν πρωταγωνιστής, το θεωρητικό, είχε γι’ αυτόν ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με το πολιτικό επίπεδο: οι φιλόσοφοι ενεργούν με πλήρη αυτονομία. Τα προβλήματα μπορούν να λυθούν πάνω στο γραφείο με τρόπο “θεωρητικά ορθό”, καθώς πίστευε ο Λούκατς, δεδομένου ότι οι μόνες προϋποθέσεις για την επιτυχία είναι η ικανότητα και η θέληση του θεωρητικού να τα λύσει. Και ώς τον θάνατό του ο Λούκατς πίστευε ακράδαντα ότι οι λύσεις που επιτυγχάνονται στο γραφείο, μπορούν αν εφαρμοστούν στο πολιτικό επίπεδο, με την προϋπόθεση ότι οι πρωταγωνιστές της πολιτικής αντιλαμβάνονται ότι οι λύσεις αυτές είναι οι αυθεντικές και ορθές απαντήσεις στα προβλήματα που προκύπτουν στο πολιτικό πεδίο.

Δεν είναι αθέμιτο να ορίσουμε αυτή την προσωπική αναζήτηση του Λούκατς ως προσπάθεια “τετραγωνισμού του κύκλου”, δεδομένου ότι, παρά τη μεταστροφή του στον κομμουνισμό, τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά του έργα, είναι εκείνα που γράφτηκαν πριν απ΄ αυτήν.

Οπωσδήποτε, σε τούτη την “Αυτοβιογραφία με τη μορφή διαλόγου”, που την οφείλουμε στον Ίστβαν Έρσι (István Eörsi, Record of a life : an autobiographical sketch. London : Verso, ©1983), δεν βλέπουμε πολύ τον Λούκατς, τον μεγάλο φιλόσοφο. Όπως όλες οι βιογραφίες, είναι και τούτη υπεράσπιση της ζωής, όχι του έργου. Το βιβλίο ρίχνει φως στα ανθρώπινα κίνητρα που οδήγησαν τον Λούκατς στις επιλογές του και στην προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου.

Μεταξύ άλλων, ο Λούκατς αναθυμάται τη μεταστροφή του στον μπολσεβικισμό. Μπροστά στην εκλογή ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και τον κομμουνισμό, ο Λούκατς διστάζει. Ύστερα διαλέγει. Η επιλογή του είναι απόλυτη, οριστική. Δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακληθεί, δεδομένου ότι για τον Λούκατς η επιλογή σημαίνει ακριβώς το αμετάκλητο.

Διαλέγοντας αμετάκλητα το κόμμα του, ο Λούκατς διάλεγε τον εαυτό του. Και αν έθετε σε συζήτηση, οποιαδήποτε στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο, την έσχατη απόφασή του, θα ήταν σαν να έθετε σε συζήτηση τον εαυτό του. Ο Λούκατς απεχθανόταν τον κόσμο της νιότης του επειδή θεωρούσε ότι “το παρόν είναι μια συνθήκη συμβιβασμών σε όλα τα σημαντικά ανθρώπινα ζητήματα”. Ο συμβιβασμός σε οποιαδήποτε σημαντική “στάση” απέναντι στη ζωή ήταν γι αυτόν το πιο καταδικαστέο πράγμα.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μετά την πραγμάτωση της οριστικής επιλογής, και μέσα στα πλαίσια αυτής της επιλογής, οι εκ των πραγμάτων συμβιβασμοί δεν είναι παραδεκτοί,, αν όχι και αναπόφευκτοι. Σαν έντιμος άνθρωπος ο Λούκατς γνώριζε ότι δεν υπάρχει οριστική επιλογή που αν μη συνεπάγεται θυσίες. Και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τη συνείδησή του στο βωμό της οριστικής επιλογής.

Έχουν πολλές φορές παρατηρήσει ότι ο κομμουνισμός τού Λούκατς ήταν περισσότερο θρησκευτικός παρά φιλοσοφικός. Η παρατήρηση αυτή είναι πολύ ασαφής και όχι ιδιαίτερα σωστή. Η στάση του Λούκατς παρουσιάζει ασφαλώς συγγένεια με ένα είδος θρησκευτικής στάσης. Αλλά στην προσεκτικότερη εξέταση η συγγένεια αυτή παρουσιάζεται μάλλον επιφανειακή.

Το τελευταίο μέρος του διαλόγου περιέχει σειρά προσωπικών αναμνήσεων που εκτείνονται από το 1946 ώς το θάνατο τού Λούκατς. Στις σελίδες αυτές η ένταση ανάμεσα στην οριστική επιλογή τού Λούκατς καις τις εμπειρίες του από τη ζωή αυξάνει τόσο που καταλήγει σε πλήρη έλλειψη συνοχής.

Μαθαίνουμε ότι ο Λούκατς ευχόταν να ακολουθήσει η Ουγγαρία δημοκρατική κατεύθυνση αντίθετη από της Σοβιετικής Ένωσης. Μαθαίνουμε ακόμη ότι το 1949, για να αποφύγει πιθανή σύλληψη και καταδίκη σε θάνατο (είναι η χρονιά της δίκης του Ράικ) ο Λούκατς αναιρεί μερικές από τις ιδέες του, χωρίς γι αυτό να πάψει να τις πιστεύει. Μαθαίνουμε τέλος για τη ζωή του, τού απόβλητου, για τη μοναξιά του για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1956 και στην κυβέρνηση του Ίμρε Νάγκυ.

Μαθαίνουμε όμως επίσης ότι ο Λούκατς πίστευε ότι ο Νάγκυ το είχε παρακάνει όταν αποφάσιζε να δεχτεί το πολυκομματικό σύστημα και να αποχωρήσει από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Και όταν ο συνομιλητής του επέμεινε σ΄ αυτό το σημείο, για να δει πού βάσιζε ο Λούκατς την πεποίθησή του, αυτός δεν βρήκε να του προβάλει κανένα επιχείρημα παρά περιορίστηκε να πει αόριστα ότι “ο Νάγκυ δεν είχε κανένα πρόγραμμα”.

Ο Λούκατς μιλάει επίσης για την αλληλεγγύη του προς τους συντρόφους του που υπήρξαν θύματα του καθεστώτος. Όταν ο Λούκατς βρισκόταν εκτοπισμένος στη Ρουμανία μετά την εξέγερση του 1956, ήρθαν σ΄ επαφή μαζί του ορισμένοι απεσταλμένοι του κόμματος (ανώτατα στελέχη της μυστικής αστυνομίας) και τον κάλεσαν να κάνει δηλώσεις για την πολιτική του Νάγκυ.

Ο Λούκατς απάντησε ότι αν ο Νάγκυ ήταν ελεύθερος και μπορούσε να περπατάει στους δρόμους της Βουδαπέστης, τότε κι αυτός, ο Λούκατς, θα έκανε ευχαρίστως αυτό που του ζητούσαν. Αλλά όσο ο Νάγκυ βρισκόταν στη φυλακή, ο Λούκατς δεν είπε λέξη σε βάρος του. Την ίδια στάση τήρησε και μετά το θάνατο του Νάγκυ.

Όπως είπαμε, στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης δεν θα βρει καμιά σπουδαία παρουσίαση της μεγάλης φιλοσοφικής διάνοιας του Λούκατς. Σε αντιστάθμισμα ξαναβρίσκουμε εδώ πολλές από τις σημαντικές γνώμες του για τομείς άλλους από την πολιτική. Έτσι λόγου χάρη, βλέπουμε τη στάση απέναντι στην κουλτούρα γενικά, και πολύ περισσότερο απέναντι στη λογοτεχνία, την τέχνη και τη μουσική.

Και δεδομένου ότι, όπως γνωρίζουμε, η λογοτεχνία βρισκόταν στο επίκεντρο των αισθητικών στοχασμών τού Λούκατς, οι παρατηρήσεις του για την τέχνη και τη λογοτεχνία, οι οποίες περιέχονται σε τούτη τη βιογραφία, έχουν αυτονόητα μεγάλη σημασία για όποιον θέλει να κατανοήσει τη σκέψη του Λούκατς.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή