Μαξίμ Γκόρκι: “Άνθρωπος” | Διήγημα

Η Σκέψη είναι για μένα αιώνια και ο μοναδικά αληθινός φάρος μέσα στο σκοτάδι της ζωής, φωτιά στο σκότος των επαίσχυντων συγχύσεων. Βλέπω πως καίει αδιάκοπα όλο και πιο λαμπερά.

by Times Newsroom

ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ

Άνθρωπος

ΟΤΑΝ η ψυχή είναι κουρασμένη, όταν η μνήμη ξαναζωντανεύει τις σκιές του παρελθόντος και ανατριχιάζει η καρδιά, όταν η σκέψη σαν παθιασμένος φθινοπωρινός ήλιος φωτίζει το τρομακτικό χάος του παρόντος και οργισμένη σκεπάζει τη γύμνια της ημέρας, αδύναμη ν’ ανέβει πιο ψηλά, να πετάξει προς τα εμπρός στις βαριές στιγμές που το πνεύμα είναι κουρασμένο, αναπολώ τη μεγαλόπρεπη εικόνα του Ανθρώπου.

Άνθρωπε! Σαν τον ήλιο γεννιέσαι στο στήθος μου και στο έντονο φως σιγά-σιγά ανασαλεύεις. Πάντα μπροστά μου κι όλο ψηλότερα ανεβαίνεις τραγικά, θαυμάσιε Άνθρωπε!

Βλέπω το περήφανο μέτωπό του και τα βαθιά τολμηρά μάτια του και μέσα τους τις αχτίδες της γενναίας Σκέψης του, αυτής της μεγάλης δύναμης που σε στιγμές αδυναμίας δημιουργεί θεούς και σε στιγμές τολμηρές τούς καταστρέφει.

Χαμένος μέσα στην κενότητα του σύμπαντος, μονάχος σ’ ένα κομμάτι γης που τον μεταφέρει με εκτυφλωτική ταχύτητα στα βάθη του αθάνατου χώρου, βασανισμένος από το ανήσυχο ρώτημα “γιατί υπάρχει;” προχωρεί με γενναιότητα εμπρός και ψηλότερα. Βαδίζει στον δρόμο της νίκης ενάντια στα μυστήρια της γης και τ’ ουρανού.

Περπατεί υγραίνοντας με το αίμα της καρδιάς του το δύσκολο, το μοναχικό περήφανο μονοπάτι και δημιουργεί με το ζεματιστό αίμα του της ποίησης τα αμάραντα λουλούδια. Την βασανισμένη κραυγή της ψυχής του, την μεταβάλλει έντεχνα σε μουσική. Από την πείρα δημιουργεί γνώση και σε κάθε βήμα ομορφαίνει την ζωή όπως ο ήλιος ομορφαίνει την γη με γενναιόδωρες ακτίνες. Βαδίζει πάντα εμπρός, κι όλο πιο ψηλά σαν αστέρας που διευθύνει την γη.

Οπλισμένος μόνο με την δύναμη της Σκέψης, που κάποτε μοιάζει σαν φουσκωμένο κύμα και κάποτε γίνεται ψυχρή κι ήσυχη σαν το σπαθί, περπατεί ελεύθερα ο περήφανος άνθρωπος, πρωτοπόρος κι ανώτερος από τον βίο, μόνος ανάμεσα στους γρίφους της ύπαρξης, μόνος ανάμεσα στην πληθώρα των σφαλμάτων του, που κατακάθονται σαν σκόνη βαριά πάνω στην περήφανη καρδιά του και τραυματίζουν και βασανίζουν το μυαλό του και χορεύουν αδιάντροπα γύρω του, προσκαλώντας τον να τα καταστρέψει. Προοδεύει και περπατάει. Μέσα στο στήθος του ουρλιάζουν τα ένστικτα, με κακία μουρμουρίζει η φωνή του εγωισμού σαν άσχημος ζητιάνος που απαιτεί ελεημοσύνη. Όλα τα συναισθήματα τον δένουν με αλυσίδες σαν μπερδεμένα νήματα που συγχύζουν την καρδιά του, τρέφονται στο ζεματιστό του αίμα, απαιτούν φωναχτά συμβιβασμούς με την δύναμή τους και επιθυμούν να τον δυναστεύσουν. Όλα λαχταρούν ν’ αποχτήσουν επιρροή πάνω στην ψυχή του.

Και τα σύννεφα από τα διάφορα ασήμαντα του βίου γίνονται λάσπη στα βήματά του, γλιστερά βατράχια στο δρόμο του.

Και όπως οι πλανήτες τριγυρίζουν τον ήλιο, έτσι ο Άνθρωπος είναι στενά πολιορκημένος από τα δημιουργήματα του δημιουργικού του πνεύματος. Πάντα αχόρταγη η Αγάπη. Αλάργα πίσω του χωλαίνει η φιλία. Μπροστά του περπατάει η κουρασμένη Ελπίδα. Να και το Μίσος συνεπαρμένο από την οργή και η Πίστη ατενίζει με μάτια σκοτεινά το έκπληκτο πρόσωπό του και περιμένει να τον καταγκαλιάσει σιωπηρά.

Και το γνωρίζει όλο το θλιβερό του περιβάλλον, άσχημες, ατελείς και αδύναμες δημιουργίες του δημιουργικού του πνεύματος!

Ντυμένες στα κουρέλια από παλιές αλήθειες, φαρμακωμένες από το δηλητήριο της προκατάληψης, περπατούν εχθρικά πίσω από την Σκέψη, ανίκανες να την προλάβουν στην πτήση της όπως το κοράκι δεν προφταίνει τον αετό, και τής αμφισβητούν το έπαθλο ή και σπάνια ενώνονται μαζί της σε μια παντοδύναμη και δημιουργική φλόγα!

Να και ο αιώνιος σύντροφος του Ανθρώπους. Ο βουβός και μυστήριος θάνατος. Πάντα έτοιμος να τον φιλήσει, ζητώντας ανυπόμονα την καρδιά της ζωής του. Τους ξέρει όλους στο αθάνατο περιβάλλον του. Και τελικά ξέρει και κάτι άλλο. Την Παραφροσύνη. Φτερωτή, ισχυρή σαν εφιάλτης, παρακολουθεί τον άνθρωπο με εχθρικό βλέμμα και σκεπάζει με την ισχύ τγης την Σκέψη του προσπαθώντας να την αποπλανήσει με τον τρελό χορό της…

Και μόνο η Σκέψη είναι ο φίλος του ανθρώπου. Και μόνο μαζί της είναι αχώριστος. Και μόνο οι φλόγες της Σκέψης φωτίζουν τα εμπόδια του δρόμου του, τα αινίγματα του βίου, την χαραυγή των μυστικών της φύσης, το σκοτεινό χάος μέσα στην καρδιά του.

Ελεύθερος φίλος του ανθρώπου, η Σκέψη κοιτάζει παντού, με διαπεραστικό, ξυπνό βλέμμα, κι άσπλαχνα όλα τα φωτίζει. Του Έρωτα τις ταπεινές και πεινασμένες παγίδες, την επιθυμία του να εξουσιάζει τα αγαπημένα πρόσωπα. Η προσπάθειά του να ταπεινώνει ή να ταπεινώνεται. Η Ευαισθησία τον ακολουθεί. Η φοβιτσιάρα κι αδύναμη Ελπίδα και η Ψευτιά, η πρόθυμη αδελφή της πάντα έτοιμη να ειρηνεύσει τον καθένα και να τον παραπλανήσει με την όμορφη λέξη.

Η Σκέψη δροσίζει την καρδούλα της φιλίας, την υπολογιστική της συνείδηση, την βλοσυρή και κούφια Περιέργειά της και τους σάπιους λεκέδες της Ζήλειας.

Η σκέψη καταλαβαίνει την δύναμη της Ζήλειας και ξέρει πως αν αφαιρεθούν οι αλυσίδες της θα καταστραφούν τα πάντα στη γη και δεν θα σωθούν ούτε τα κατορθώματα της δικαιοσύνης.

Η Σκέψη φωτίζει την θυμωμένη δίψα της ακλόνητης Πίστης για απεριόριστη εξουσία. Και την προσπάθειά της να υποτάσσει κάθε αίσθημα και τα κρυφά νύχια του Φανατισμού, αυτά τα όπλα που διαθέτουν οι βαριές φτερούγες της και την τυφλότητα των άδειων ματιών της.

Η Σκέψη δεν διστάζει να πολεμήσει ακόμα και τον θάνατο. Γι’ αυτήν που εξύψωσε τον άνθρωπο από το ζώο, γι’ αυτήν που δημιούργησε πληθώρα από θεούς, φιλοσοφικά συστήματα, επιστήμες – κλειδιά για το αίνιγμα του σύμπαντος – γι’ αυτήν την αθάνατη κι ελεύθερη Σκέψη, η δύναμη αυτή είναι αποκρουστική κι εχθρική, άγονη και συχνά ανόητα οργισμένη. Ο θάνατος γι’ αυτήν είναι σαν ρακοσυλλέκτης που τριγυρίζει στα σοκάκια και στοιβάζει στο βρώμικο σακούλι του τα ξεπερασμένα περιττώματα αλλά και κλέβει κάποτε και τα γερά και δυνατά. Διαποτισμένος με την μυρωδιά της σαπίλας, τυλιγμένος με την φρίκη του τάφου, απαθέστατος, απρόσωπος, βουβός, ο θάνατος παρουσιάζεται στον Άνθρωπο και την Σκέψη του σαν ανατριχιαστικό μαύρο αίνιγμα, που αυτή το μελετά με ζηλευτή δημιουργικότητα κι εξυπνάδα, σαν τον ήλιο που είναι γεμάτος τόλμη, γενναιότητα και περήφανη συνείδηση για την αθανασία της.

Κι έτσι ταξιδεύει ο επαναστάτης ανάμεσα στα δύσκολα σκοτάδια του αινίγματος της ύπαρξης, πάντα προς τα εμπρός και πάντα πιο ψηλά.

Και τώρα κουράστηκε, κλονίστηκε και αναστενάζει. Η τρομαγμένη καρδιά καρτερεί την Πίστη και φωναχτά ζητάει τα τρυφερά χαϊδέματα της Αγάπης. Και από την αδυναμία γεννιούνται τρία πουλιά. Η Απελπισία, η Απογοήτευση και η Μελαγχολία. Τρία μαύρα κι άσχημα πουλιά, απαισιόδοξα ουρλιάζοντας στην ψυχή του και τραγουδώντας του το λυπητερό τραγούδι, πως αυτός δεν είναι παρά ένα μικροσκοπικό ζωύφιο. Πως η συνείδησή του είναι περιορισμένη, αδύναμη η Σκέψη, γελοία η ιερή Περηφάνια του και πως ό,τι κι αν κάνει, θα πεθάνει. Ανατριχιάζει η βασανισμένη καρδιά του σαν ακούει αυτό το τραγούδι, το ψεύτικο και σιχαμένο. Οι αμφιβολίες τρυπούν τα μυαλά του και στα μάτια του λάμπουν τα δάκρυα της άδικης τιμωρίας.

Κι αν δεν διαμαρτυρηθεί η ιερή του Περηφάνια, ο φόβος του θανάτου οδηγεί σταδιακά τον Άνθρωπο στο μπουντρούμι της Πίστης, της Αγάπης. Χαμογελώντας θριαμβευτικά τον σπρώχνει στην αγκαλιά τους, κρύβοντας πίσω από τις μεγαλόφωνες υποσχέσεις ευτυχίας, την λυπητερή αδυναμία να λυτρωθεί από τον πειναλέο δεσποτισμό του ένστικτου.

Σε συμμαχία με το Ψέμα, η δουλική Ελπίδα εξυμνεί της ανέσεως τις χάρες. Την ήρεμη ευτυχία του συμβιβασμού και με μαλακά και ωραία λόγια νανουρίζει το υπναλέο Πνεύμα, σπρώχνοντάς το στον στάβλο της γλυκιάς τεμπελιάς και της θυγατέρας της της Ανίας.

Και κάτω από την επιρροή των μυωπικών συναισθημάτων, βιαστικά δικαιολογεί την Σκέψη και την καρδιά του με το γλυκό δηλητήριο της κυνικής ψευτιάς που διδάσκει ανοιχτά πως για τον άνθρωπο δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά ο δρόμος προς το παχνί της ήσυχης αυτοϊκανοποίησης.

Αλλά η Σκέψη είναι περήφανη κι ο Άνθρωπος τής είναι αγαπητός. Η Σκέψη μπαίνει στην μάχη με το Ψέμα και το πεδίο της μάχης είναι η ανθρώπινη καρδιά. Σαν εχθρός το Ψέμα τον παρακολουθεί, σαν σκουλήκι αδιάκοπα βασανίζει το μυαλό του, σαν ξηρασία αδειάζει το στήθος του και σαν βασανιστής δοκιμάζει την καρδιά με το δροσερό αεράκι της λαχτάρας για την αλήθεια. Την μοναδική σοφή αλήθεια που φυτρώνει σιγά αλλά γίνεται ορατή ανάμεσα στην σκοτεινιά της σύγχυσης κι είναι σαν λουλούδι της φωτιάς που το ταΐζει η Σκέψη.

Αν όμως ο Άνθρωπος δηλητηριασμένος από το ψέμα αγιάτρευτα και λυπητερά πιστεύει, πως δεν υπάρχει πάνω στην γη καμιά άλλη ευτυχία καλύτερη από την ικανοποίηση του στομαχιού και της ψυχής, καμιά άλλη ευχαρίστηση παρά ο κορεσμός, η ανάπαυση και οι μικροανέσεις της ζωή;, τότε η Σκέψη αιχμαλωτισμένη από τα μικροσυναισθήματα χαμηλώνει λυπητερά τα φτερά της και αποκοιμίζεται αφήνοντας τον Άνθρωπο στην εξουσία της καρδιάς του.

Και σα μολυσμένο σύννεφο η σάπια Ποταπότητα, η θυγατέρα της προδοτικής ανίας σέρνεται από παντού πάνω στον άνθρωπο, σκεπάζοντας με κολλητική σταχτιά σκόνη το μυαλό του και την καρδιά του και τα μάτια του. Και ο Άνθρωπος χάνει τον εαυτό του, ξαναγεννημένος από την ίδια του την αδυναμία σαν κτήνος, χωρίς Περηφάνια και Σκέψη.

Αν όμως ξεσπάσει μέσα του η διαμαρτυρία, θα ξυπνήσει την Σκέψη και θα περπατήσει παραπέρα ανάμεσα από τ’ αγκάθια που του προξένησαν τα σφάλματά του, μόνος ανάμεσα στους καυτούς σπινθήρες της αμφιβολίας του, μόνος ανάμεσα στα ερείπια της παλιάς αλήθειας.

Μεγαλόπρεπος, περήφανος κι ελεύθερος ατενίζει με ανδροπρέπεια κατάματα την αλήθεια και λέει στις αμφιβολίες του:

“Λέτε ψέματα πως είμαι αδύναμος, πως η συνείδησή μου είναι περιορισμένη. Μεγαλώνει, το ξέρω, το βλέπω, το αισθάνομαι! Καταλαβαίνω την ανάπτυξη της συνείδησής μου από την ένταση του πόνου μου! Και ξέρω πως αν δεν μεγάλωνε δε θα υπέφερα περισσότερο παρά στο παρελθόν. Αλλά με κάθε βήμα θέλω περισσότερα, αισθάνομαι περισσότερα, βλέπω βαθύτερα και καθαρότερα και αυτό το γρήγορο μεγάλωμα της επιθυμίας μου είναι η παντοδύναμη ανάπτυξη της συνείδησής μου! Τώρα είναι μόνο μια σπίθα μέσα μου. Και τι μ’ αυτό; Οι σπίθες είναι οι μάνες της φωτιάς. Στο μέλλον θα γίνω φωτιά. Θα γίνω φωτιά μέσα στο σκοτάδι του σύμπαντος όπου είμαι προορισμένος να φωτίσω όλον τον κόσμο, να ξεδιαλύνω το σκοτάδι από τα αινίγματά του, να βρω αρμονία ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο, να δημιουργήσω αρμονία μέσα μου και να φωτίσω αυτό το σκυθρωπό χάος της ζωής απάνω σ’ αυτήν την γη, την φθαρμένη από τον πόνο, την σκεπασμένη σαν από δερματίτιδα με την κρούστα της δυστυχίας, της θλίψης, της ανησυχίας, της μοχθηρίας. Και θα πετάξω μέσα στον τάφο του παρελθόντος όλες τις μαύρες λάσπες από πάνω του. Είμαι προορισμένος να λύσω όλους τους κόμπους κάθε απάτης και κάθε λάθους που δένουν φοβισμένους λαούς με τις αιμοβόρες αηδιαστικές αγέλες ζώων που αλληλοσπαράζουν το ένα τ’ άλλο.

Έχω δημιουργηθεί από την Σκέψη, να καταστρέφω, να γκρεμίζω, να ποδοπατήσω κάθε τι το παλιό, κάθε τι το στενό και το βρώμικο, κάθε τι το φαύλο και να δημιουργώ καινούργια, στερεές βάσεις της Σκέψης, ελευθερία, ομορφιά, σεβασμό απέναντι στα ανθρώπινα όντα. Αδυσώπητος εχθρός της επαίσχυντης μικρότητας των ανθρώπινων πόθων, θέλω κάθε ανθρώπινο ον να είναι άνθρωπος.

Είναι άσκοπος, επαίσχυντος κι αποκρουστικός αυτός ο βίος όπου η αδύναμη και δουλική εργασία μερικών χάνεται χωρίς ίχνος, ώστε άλλοι να χαίρονται το ψωμί και τα δώρα της δημιουργικής διάνοιας.

Στο διάβολο με τις προκαταλήψεις, προδιαθέσεις και συνήθειες που συγχύζουν την διάνοια και την ζωή των λαών σαν λαδωμένο δίχτυ κολλημένο απάνω τους. Βαραίνουν τον βίο, καταπιέζουν τους λαούς. Εγώ θα τα καταστρέψω! Τα όπλα μου είναι η Σκέψη μου και η ακράδαντη πεποίθησή μου στην ελευθερία της Σκέψης, στην αθανασία της και την αιώνια ανάπτυξή της, αστείρευτη πηγή της δύναμής μου!

Η Σκέψη είναι για μένα αιώνια και ο μοναδικά αληθινός φάρος μέσα στο σκοτάδι της ζωής, φωτιά στο σκότος των επαίσχυντων συγχύσεων. Βλέπω πως καίει αδιάκοπα όλο και πιο λαμπερά. Πως φωτίζει βαθύτερα τα απύθμενα μυστικά και βαδίζει στο δρόμο της αθάνατης αλήθειας ακολουθώντας την πάντοτε πιο ψηλά και πάντα προς τα εμπρός. Για την Σκέψη δεν υπάρχουν ακλόνητες αλήθειες και ιερές πίστεις, ούτε στην γη ούτε στον ουρανό. Όλα αυτά δημιουργούνται απ’ αυτή, κι αυτό της δίνει το ιερό δικαίωμα να καταστρέφει οτιδήποτε παρεμβάλλεται στην ελευθερία της ανάπτυξής της.

Ήρεμα αναγνωρίζω πως οι προκαταλήψεις δεν είναι παρά υπολείμματα από παλιές αλήθειες και πως τα σύννεφα της σύγχυσης που στριφογυρίζουν γύρω στην ζωή έχουν δημιουργηθεί από την στάχτη κάποιας παλιάς αλήθειας καμένης στην φλόγα αυτής της ίδιας της Σκέψης που την δημιούργησε.

“Αναγνωρίζω πως νικητές δεν είναι εκείνοι που θερίζουν τα λάφυρα της νίκης παρά μόνο όσοι παραμένουν στο πεδίο της μάχης. Βλέπω το νόημα της ζωής στην δημιουργία και η δημιουργία είναι αυτάρκης και ατέρμονη.

Προχωρώ έτσι, ώστε να καώ, όσο γίνεται λαμπρότερα και να φωτίζω βαθύτερα το σκοτάδι της ζωής! Και το ολοκαύτωμά μου είναι η αμοιβή μου! Δεν χρειάζομαι άλλες αμοιβές. Βλέπω την δύναμη, αισχρή κι εγκαταλειμμένη, τα πλούτη βαριά κι ανόητα και την δόξα, μια προκατάληψη που σέρνεται από την ανικανότητα των ανθρώπων να εκτιμούν τον εαυτό τους και την δουλόπρεπη συνήθειά τους να αυτομειώνονται.

Αμφιβολίες! Είσαστε μόνο σπίθες της Σκέψης. Τίποτ’ άλλο. Σας γεννά από τα αυτοερωτήματά της, από την δύναμή της και σας τρέφει η ίδια. Και θα’ ρθει μια μέρα που μες στο στήθος μου θα ενωθεί σαν μια μεγάλη και δημιουργική φλόγα ο κόσμος των συναισθημάτων μου με την αθάνατη Σκέψη μου και μ’ αυτήν την φλόγα θα κάψω έξω από την ψυχή μου κάθε σκοτεινό, σκληρό και κακό και θα γίνω σαν τους θεούς που η Σκέψη μου δημιούργησε και δημιουργεί.”

Τα πάντα είναι ο άνθρωπος, τα πάντα για τον άνθρωπο.

Και πάλι μεγαλόπρεπος και ελεύθερος, αφού σήκωσε ψηλά το περήφανο κεφάλι του, σιγά αλλά σίγουρα βαδίζει απάνω στην σκόνη των παλιών προκαταλήψεων, μονάχος του, ανάμεσα στην σταχτιά ομίχλη της σύγχυσης, αφήνοντας πίσω του την σκόνη του παρελθόντος σαν βαριά σύννεφα ενώ μπροστά του τον περιμένει αδιάφορα το πλήθος των προβλημάτων. Είναι αμέτρητα σαν τ’ αστέρια στο ατέλειωτο σύμπαν των Ουρανών και όπου δεν υπάρχει τέλος αυτού του δρόμου για τον Άνθρωπο. Κι έτσι θα βαδίζει ο παθιασμένος Άνθρωπος προς τα εμπρός και πιο ψηλά, πάντα προς τα εμπρός και πάντα πιο ψηλά.

1903

  • (Άπαντα, τόμος 4ος, σελ.1. Κυβερνητική έκδοση Λογοτεχνίας, Μόσχα 1966)
  • Απόδοση: Ν.Κ. ΛΟΥΡΟΣ, από αγγλική μετάφραση του Γ, Μουράτωφ.
  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΜΔ΄, τόμος 88ος, τεύχος 1042, 1 Δεκεμβρίου 1970

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή