Με τη γραβάτα και τις κάλτσες

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ήταν το δώρο του μεγάλου αδελφού μου, για την ενηλικίωσή μου, που μου το είχε υποσχεθεί από καιρό και το περίμενα με ανυπομονησία. Επειδή ο ίδιος δεν πήγαινε πια σε τέτοιου είδους καταστήματα, ανέθεσε σε έναν λίγο μεγαλύτερο από μένα εξάδελφό μας για να με βοηθήσει, αφού τον χαρτζιλίκωσε κι αυτόν γερά για τον κόπο του.

Ολόκληρη εκείνη την εβδομάδα περπατούσα πάνω σε αναμμένα καρφιά από την αγωνία μου, από τη στιγμή που το πληροφορήθηκα και βεβαιώθηκα γι’ αυτό, περιμένοντας με αγωνία να έρθει η πολυπόθητη ημέρα του Σαββάτου, χωρίς να μεσολαβήσει στο μεταξύ κανένα γεγονός που θα μπορούσε να ακυρώσει ή και να ματαιώσει ή αναβάλλει την πραγματοποίηση του δώρου.

Ανάλογες ήταν και οι ετοιμασίες μου, ψυχολογικές, αφού θα ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που θα επιχειρούσα κάτι τέτοιο, αλλά, προπάντων και σωματικές, για να αποφύγουμε κάθε απρόοπτο που θα μπορούσε να με κάνει ρεζίλι και να εξευτελιστώ. Η μάνα μου μάλιστα, που με έβλεπε να πλένομαι και να ξαναπλένομαι με τέτοια επιμονή παραξενεύτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ίσως γιατί είχε καταλάβει και δεν ήθελε να με κομπλεξάρει.

Ήρθε λοιπόν το Σάββατο. Πώς θα γινόταν άλλωστε να μην έρθει; Μία φορά συνέβη αυτό στην ιστορία, όταν ο θεός παρέτεινε την ημέρα για να προλάβουν οι Ισραηλίτες να νικήσουν τους εχθρούς τους, γκρεμίζοντας με τον ήχο των σαλπίγγων τα τείχη της Ιεριχούς, αν θυμάμαι καλά από τα θρησκευτικά του δημοτικού σχολείου. Θα έριχνα κι εγώ βέβαια κάποια τείχη, όχι σαν αυτά των Ισραηλιτών, αλλά της ενηλικίωσης, με τον τρόπο που γινόταν παλαιότερα, και της αιδημοσύνης που άρχισε να καταλαμβάνει τον εσωτερικό μου κόσμο και να με φοβίζει πως δεν θα κατάφερνα τελικά να διαβώ, σαν άλλος Καίσαρας, τον Ρουβίκωνα των αναστολών μου.

Τέλος πάντων, ήρθε επιτέλους η ώρα, πλύθηκα για τελευταία φορά εκείνη την ημέρα, ξυρίστηκα, λίγες τρίχες που είχαν φυτρώσει τελευταία βέβαια, αλλά αυτό δεν είχε λίγη σημασία, έπρεπε να γίνει, παρφουμαρίστηκα, φόρεσα το καινούριο μου κουστούμι με τη γραβάτα Τσεκλένης που είχα αγοράσει πρόσφατα, ενθυλάκωσα τα αναγκαία για την περίσταση χρήματα και ξεκίνησα, με τη συνοδεία του προαναφερθέντος εξαδέλφου μου για την αρχή μιας καριέρας που επεφύλασσε σε κάθε άνδρα η ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής. Ήταν συνηθισμένο τότε, η αρχή αυτή να γίνεται από το προσφορότερο δημόσιο πορνείο της μικρής μας πόλης. Δημόσιο, όχι ως προς την ιδιοκτησία του, όπως γινόταν στην αρχαία Ελλάδα στις περισσότερες πόλεις, αλλά στη χρήση.

Είναι γνωστό πως τα χρόνια εκείνα, της δεκαετίας του 1960 και λίγο πριν, όλοι σχεδόν οι έφηβοι της περιοχής, συναντούσαν εκεί, σε αυτού του είδους τα καθιδρύματα ή και σε μεμονωμένες, περιφερόμενες από χωρίο σε χωριό, πόρνες, συναντούσαν για πρώτη φορά στη ζωή τους τον έρωτα, τον ανδρισμό τους και μερικοί για πάντα. Τα ήθη της κοινωνίας μας ήταν πολύ αυστηρά, το ίδιο και η αντιμετώπιση του έρωτα από τους μεγάλους. Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά για τους ιστορικούς, τους λαογράφους και τους κοινωνιολόγους και ας έρθουμε αμέσως στη συνέχεια της ιστορίας μας.

Ο εξάδελφος με κοίταξε παραξενεμένος, μόλις με είδε με κουστούμι και γραβάτα, αλλά δεν είπε τίποτα κι εγώ, αναψοκοκκινισμένος από την ένταση δεν έδωσα καμία σημασία στο γεγονός, οπότε ξεκινήσαμε αμέσως για τον προορισμό μας. Το πορνείο, προς το οποίο οδεύαμε, εγώ για πρώτη φορά στη ζωή μου, αυτός για πολλοστή, βρισκόταν στις παρυφές της κοινωνίας και της πόλης, μέσα σ’ ένα μικρό λιοστάσι, με γέρικες, θα έλεγα και εγκαταλειμμένες ελιές. Αυτό φαινόταν από την πλήρη έλλειψη φροντίδας που επικρατούσε στο χωράφι, αλλά και στα δένδρα, που είχαν ψηλώσει τόσο πολύ που νόμιζες πως βρισκόσουνα ανάμεσα σε δένδρα τέρατα. Ένας μικρός οικίσκος, χαμηλός, με δύο μόνο δωμάτια, αν πρόλαβα να δω, προφυλαγμένος καλά από τα αδιάκριτα και επιτιμητικά βλέμματα της κοινωνίας, αποτελούσε το ναό του έρωτα, όπου έτρεχαν οι νέοι της περιοχής για τη λατρεία της Αφροδίτης και του γιου της.

Αν μου ζητήσετε να σας πω με κάθε λεπτομέρεια τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα δεν θα μπορέσω να ικανοποιήσω πλήρως την περιέργειά σας. Δεν είμαι βέβαιο για πολλά πράγματα που έγιναν τότε, από τη στιγμή που βρέθηκα μέσα στο πορνείο, γι’ αυτό λοιπόν θα σας πω μονάχα ό,τι θυμάμαι και τα υπόλοιπα κατά προσέγγιση. Θυμάμαι βέβαια πως γδύθηκα, αυτή την εντολή μου έδωσε η όμορφη κοπέλα που βρισκόταν μαζί μου, στο ίδιο δωμάτιο, την οποία και ακολούθησα αμέσως. Για την ακρίβεια, έβγαλα το παντελόνι μου και το εσώρουχο, όχι όμως τις κάλτσες, το πουκάμισο και τη γραβάτα. Προφανώς δεν το θεώρησα αναγκαίο και η γυναίκα δεν μου είπε τίποτα.

Δεν θυμάμαι, επίσης, τι έγινε αμέσως μετά, με τη σειρά που έγινε δηλαδή το καθετί. Άκουσα κάποια στιγμή μία γλυκιά φωνή να μου λέει, με λίγη τρυφερότητα, θα έλεγα, ίσως γιατί ο εξάδελφος θα την είχε ενημερώσει πως επρόκειτο για απώλεια της παρθενιάς μου, κι εγώ βρέθηκα πάνω στο κρεβάτι, ενώ η έμπειρη γυναίκα με τοποθετούσε με μαεστρία πάνω στο γυμνό κορμί της. Θεέ μου, τι αίσθηση ήταν αυτή, ακόμη το σκέφτομαι, τόσα χρόνια μετά και ερεθίζομαι και πάλι, όπως τότε. Από εκείνο το σημείο και μετά όμως δεν θυμάμαι τίποτα. Αν μου σηκώθηκε, αν μπήκα μέσα της, με ποιο τρόπο, αν εκσπερμάτωσα κανονικά, δεν ξέρω και δεν μπορώ να πω τίποτα ακριβώς και με πλήρη βεβαιότητα. Δεν καταγράφηκε τίποτα απ’ όλα αυτά στη μνήμη μου, αλλά αυτό δεν το είπα ποτέ σε κανέναν για να μην εξευτελιστεί η ανδρική μου υπερηφάνεια. Βέβαια, τώρα που ξανασκέφτομαι τη στιγμή μου έρχεται στο νου ένα ελαφρό σπρώξιμο από την κοπέλα, προφανώς θα είχα πέσει άτσαλα επάνω της και θα την ενοχλούσα, και μετά πως έπεσα κάτω στο έδαφος.

Πλήρωσα σαν κύριος και άρχισα να ντύνομαι σιγά-σιγά, όταν μπήκε μέσα η γριά τσατσά για να καθαρίσει την περιοχή για τον επόμενο πελάτη.

– Καλά, με τις κάλτσες και τη γραβάτα γάμησες; Με ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση μπήκε στην τουαλέτα για να αδειάσει μία λεκάνη με νερό που είχε χρησιμοποιήσει πριν η νεαρή γυναίκα.

Δεν είπα τίποτα. Ντύθηκα βιαστικά πλέον, κατακόκκινος από ντροπή και βγήκα αμέσως έξω. Μου μπήκε αμέσως στο μυαλό η ιδέα πως κάτι δεν είχα κάνει σωστά, κάτι δεν είχε γίνει όπως θα έπρεπε, χωρίς να το καταλάβω. Η σκέψη αυτή, ότι μπορεί να είχα γίνει ρεζίλι δηλαδή, με σκότωνε. Ήμουνα σαν χαμένος. Ένιωθα ότι τα αρχίδια μου είχαν πρηστεί λιγάκι και με πονούσαν, αλλά αυτό το άντεχα, όχι όμως και τον εξευτελισμό.

– Όλα καλά; Με ρώτησε ο εξάδελφος με πραγματικό ενδιαφέρον. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.

– Καλά, μου λέει κι εκείνος με τη σειρά του, με τη γραβάτα και τις κάλτσες γάμησες; Τον κοίταξα ερωτηματικά και λίγο εκνευρισμένος.

– Μα τι πάθατε όλοι με τις κάλτσες και τη γραβάτα; Ξέσπασα στη στιγμή.

– Μου το είπε η τσατσά και γελούσε, μου αποκρίθηκε. Συμβαίνει συχνά με τους πρωτάρηδες. Γι’ αυτό μην σε ανησυχεί.

Πέρασαν χρόνια και χρόνια από τότε, αλλά κουστούμι και γραβάτα δεν ξαναφόρεσα ποτέ στη ζωή μου κι ακόμη εξακολουθώ να μην φορώ. Ίσως μου θυμίζουν αυτή ακριβώς τη στιγμή που θέλω να ξεχάσω, αλλά δεν μπορώ. Στενοχωριέμαι πολύ αλλά τι μπορώ να κάνω.

Είναι γεγονός όμως πως κάποιες φορές, πολύ λίγες ευτυχώς, αναγκάστηκα να φορέσω, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή μου, επειδή το επέβαλλε η θέση που κατείχα στην ιεραρχία της μικρής μας πόλης, κουστούμι, αλλά αμέσως το πέταγα από πάνω μου, όταν τελείωνε η υποχρέωση να το φορώ. Όσο για τον έρωτα, δεν ξέρω αν τον γνώρισα ποτέ πραγματικά. Κάποιες επισκέψεις μου σε μακρινά πορνεία δεν μου δίνουν το δικαίωμα να μιλάω για αυτόν.
(Λόγω καλοκαιριού και ζέστης! Απολαύστε το, όσοι αντέχετε!)

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή