Μέσα από την ποίηση του Βασίλη Λαλιώτη περνάει σχεδόν ολόκληρη η ιστορία του ελληνικού πολιτισμού

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Μερικές σκέψεις για δύο ποιητικές συλλογές του Βασίλη Λαλιώτη
1). Βασίλη Λαλιώτη: Τα Μαύρα του Γκόγια. Ενδυμίων. Αθήνα 2017. Σελ. 88.
2). Σκωρίες. Δοκίμιο. Ενδυμίων. Αθήνα 2019. Σελ. 102.

Δύο πολύ σημαντικά ποιητικά βιβλία του γνωστού ποιητή Βασίλη Λαλιώτη, που μου τα ταχυδρόμησε πρόσφατα ο ίδιος και τα οποία ολοκληρώνουν, ως ένα βαθμό, κατά τη γνώμη μου, την ποίηση που γράφει και δημοσιεύει σε τακτά χρονικά διαστήματα. Μέρες που είναι, ηλιόλουστες και ζεστές, το μαύρο και το σκοτεινό της ποίησής του, σε μήκος κύματος παράλληλο με εκείνο που θέλουν να εκφράσουν οι μαυρόασπροι πίνακες του Γκόγια, τα σκίτσα καλύτερα με κάρβουνο, ηχεί κάπως παράταιρα, πασχίζοντας να διασπάσει με μία κίνηση τη μονοτονία της σκέψης και της ζωής μας, αλλά προπάντων γοητευτικά. Θα μπορούσα να πω ακόμη, ως προς το εκδοτικό εγχείρημα, ότι τα δύο βιβλία μας δίνουν περισσότερο την εικόνα μιας αυτοέκδοσης παρά ενός βιομηχανικά παραγμένου βιβλίου. Οι εκδόσεις άλλωστε «Ενδυμίων» ταιριάζουν απόλυτα, νομίζω, στην ποίηση του Βασίλη Λαλιώτη, αφού στο όνομά τους υποκρύπτεται έντεχνα η σελήνη και το μελιχρό, το σχεδόν σκοτεινό της χρώμα και η νύχτα, ο ύπνος, ο θάνατος, το όνειρο και ο εφιάλτης.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά διαβάζοντας τα ποιήματα του Βασίλη Λαλιώτη, όχι μόνο αυτά που περιλαμβάνονται στις δύο συλλογές, αλλά και άλλα, φέρνω ασυνείδητα στο νου μου ποιητικές και φιλοσοφικές δημιουργίες των Προσωκρατικών φιλοσόφων του έκτου αιώνα πριν από τη γέννηση του Χριστού ή το «De rerum natura» του Λουκρήτιου. Και δεν έχω άδικο, νομίζω, γιατί η ποίησή του γίνεται συνάμα φορέας φιλοσοφικής σκέψης, μυστικισμού ή προφητικού, οραματικού ή παραληρηματικού ποιητικού λόγου, με την έννοια βέβαια που δίνει ο Πλάτων στις λέξεις που αναφέρονται στην ποιητική δημιουργία. Η διαφορά είναι ότι ο σύγχρονος ποιητής έχει πλήρη γνώση της σημασίας των λέξεων και της ροής τους μέσα στον ποιητικό λόγο.

Μέσα από την ποίηση του Βασίλη Λαλιώτη περνάει σχεδόν ολόκληρη η ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής σκέψης και ευαισθησίας από τον Πλάτωνα μέχρι το Μάρκο Βαμβακάρη, από την αρχαία ύβρη μέχρι τη σύγχρονη υπερφίαλη υπεροψία και κενότητα, που αφορά σε μία χώρα και ένα κράτος σεβαστό, όταν μας υπηρετεί, μισητό, όταν μας καταδυναστεύει, με μία γλώσσα πλούσια σε λεξιλόγια και συντάξεις (του συντακτικού εννοώ, όχι του ΙΚΑ), με ένα λόγο, ενίοτε, σκληρό και οργίλο, που χτυπάει ανελέητα όλα τα κακώς κείμενα του τόπου και των ανθρώπων που τον κατοικούν, όσα υποπίπτουν στην αντίληψη του ποιητή φυσικά ή κεντρίζουν το ενδιαφέρον και την ευαισθησία του, με κάποιους μακρινούς απόηχους από τον Παπαδιαμάντη, τον Εμπειρίκο, τον Καβάφη, αλλά και από άλλους σπουδαίους τεχνίτες της ποιητικής δημιουργίας.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, περιλαμβάνεται ο Basilis Laliotis, εσωτερικός χώρος

Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής «Τα Μαύρα του Γκόγια», ο ποιητής δείχνει ότι μπαίνει κατευθείαν στα βαθιά, χωρίς καθυστερήσεις και αναστολές. Αυτό συνηθίζει να κάνει πάντα, άλλωστε, με την ποίησή του, αυτό κάνει και τώρα:

«Από την άλλη αυτή Ελλάδα φέρνω πως ο πόλεμος
δεν τέλειωσε κι η ζυγαριά δεν έχει γείρει ακόμα,
στη χώρα που εξέπεσε των ποιητών της έχουμε
αγέννητα παιδιά για θάνατο στο φως του ανθρώπου» (σελ. 7).

Μία αναδιάταξη της ιστορίας του τόπου, του χρόνου που δεν τελείωσε ακόμη, αλλά συνεχίζει ακάθεκτος «στους χαλεπούς καιρούς» που ζούμε. Μία αναγκαστική όσο και αναγκαία αναδιάταξη της ιστορίας του ανθρώπου μήπως και μπορέσουμε κάποια στιγμή να ζήσουμε πραγματικά τη ζωή που μας δόθηκε πλουσιοπάροχα. Εικόνες σκληρές, λέξεις εξίσου σκληρές που δεν τις αντέχουν πάντα τα ευαίσθητα αυτιά των βολεμένων της ζωής, της κοινωνίας, της οικονομίας και της πολιτικής, εικόνες καθημερινές σε νοσοκομεία, σε σπίτια, σε δρόμους και πλατείες, μέσα σε ένα μαύρο βάθος θανατερό, όπως ακριβώς το μαύρο φόντο και οι ατελείωτες σκηνές φρίκης και απόγνωσης σε σκίτσα και πίνακες του Γκόγια:

«Μαλάκα, φωνάζει στο διάδρομο, και χρωστώντας
δάκρυα από γεννησιμιού της, εσύ ζεις κι εγώ, εγώ
πεθαίνω… γεμίζει ο τόπος οργή προς μετάφρασιν
και δόντια μητέρας σε παιδικά σπλάχνα» (σελ. 14).

Κι ένας διάλογος με άλλους ποιητές, λίγο μεγαλύτερους στην ηλικία από τον ίδιο:

« Ότι η ποίηση δεν κινητοποιεί τις μάζες
Ή δεν αλλάζει καθεστώτα δεν είναι άλλοθι
Για όψιμα χειροφιλήματα στην αγορά
Με το αζημίωτο των χτεσινών εχθρών» (σελ. 15).

Η αγάπη και ο θαυμασμός του Βασίλη Λαλιώτη για την ποίηση του Λόρκα δεν κρύβεται. Έχει μεταφράσει άλλωστε μέρος της και μάλιστα με επιτυχία. Ο μεγάλος λυρικός ποιητής από την Ανδαλουσία με την τραγική κατάληξη της σύντομης ζωής του τον έχει επηρεάσει κάπως. Όπου χρησιμοποιείται παραδοσιακός στίχος, μέτρα, στροφές, ομοιοκαταληξίες ηχηρές είναι εμφανής, η κατάληξη του ποιήματος όμως του Λαλιώτη είναι κάτι άλλο, πιο σύγχρονο και κυρίως αναπάντεχο:

«Όπου του ανθρώπου η ψυχή στεγνώνει
παλαίβει ο ποιητής κι οι δολοφόνοι» (σελ. 55).

Οι πειραματισμοί που επιχειρεί τον οδηγούν και σε ποιήματα που είναι σε πεζό λόγο, πεζόμορφα θα έλεγα καλύτερα. Υπάρχουν κάποια και σε αυτή την ποιητική συλλογή στην οποία κυριαρχεί το μαύρο και οι διάφορες αποχρώσεις του, η απόγνωση που κάποτε μπορεί και μετατρέπεται σε ελπίδα, έστω και μακρινή ή αδιόρατη, ο φόβος, η απογοήτευση, η ειρωνεία, ο πόνος, ψυχικός ή άλλος, και άλλα πολλά από όσα συνοδεύουν καθημερινά τη ζωή του σημερινού ανθρώπου, όλα ανάκατα, αλλά σε πρώτη θέαση. Ένας ολόκληρος κόσμος βουβός ή κραυγαλέος, που κινείται άλλοτε αυτόβουλα και άλλοτε αυτόματα, σαν κουρδισμένος, όπως ο κόσμος του Μπόρχες, της αλληγορίας, της σημερινής Ελλάδας. Ο κόσμος όλος, θα έλεγα, αιχμάλωτος του σκληρού παιχνιδιού των λέξεων που δρουν σαν δίστομα μαχαίρια:

“δεν τολμάει να βγει στα πλήθη ο πουλημένος πολιτικός
ένα νεκρό κουρέλι από γυναίκα στα δελτία των ειδήσεων
η Ελλάδα των αθώων που πληρώνει για ένα ξεροκόμματο
τον εμετό στο σώμα της από μεγάλα λόγια μ’ ένα παιδί
στα σπλάχνα της κι αυτό νεκρό σαν μέλλον» (σελ. 75).

«Σκωρίες, Δοκίμιο» είναι ο τίτλος της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Βασίλη Λαλιώτη που έχω μπροστά μου αυτή τη στιγμή. Ο τίτλος παραπλανητικώς, αφού δεν πρόκειται βέβαια για κείμενο με τα χαρακτηριστικά του δοκιμίου, όπως τα γνωρίζουμε από την εποχή του Μονταίνιου; Δεν ξέρω. Ίσως ο ποιητής να θέλει να μας πει πως ό,τι ακολουθεί έχει την εγκυρότητα, την αντικειμενικότητα, αλλά και την αναγκαία υποκειμενικότητα ενός κλασικού δοκιμίου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ποίηση ουσιαστική, πραγματική, άλλοτε σε στίχους μικρούς σε έκταση που σχηματίζουν μικρές, επίσης, ολιγόστιχες στροφές και άλλοτε σε λόγο πεζόμορφο από τον οποίο όμως δεν χάνεται ποτέ η ποίηση. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής άλλοτε φέρουν αριθμούς στη θέση του τίτλου και άλλοτε, πολύ σπάνια βέβαια, μία λέξη χαρακτηριστική αυτού που θέλει να εκφράσει ο ποιητής, είτε είναι αίσθημα αυτό είτε νόημα ή και τα δυο μαζί. Είναι μία ποίηση φιλοσοφική, κατά βάση εξομολογητική, σαν να μιλάει κάποιος συντετριμμένος στον πνευματικό του, είτε είναι πιστός σε κάτι είτε όχι, με λέξεις, στίχους, στροφές, μεταφορές, ποιήματα στα οποία δεν περισσεύει τίποτα, χωρίς στολίδια περιττά που ακυρώνουν τη λιτότητα που την χαρακτηρίζει. Εδώ η λέξη και το πράγμα ταυτίζονται πλήρως:

«το φως θα σε σπάσει σε λέξεις
δεν έχει
μόνο είναι
το είμαι που είσαι» (σελ. 12).

Μία ποίηση μελέτη θανάτου, θα έλεγα, όπου δεν μπορείς να ξεχωρίζεις πάντα ποιοι είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν στην ποίηση ή τη ζωή, οι νεκροί ή οι ζωντανοί. Και τα οικεία πρόσωπα τι ρόλο παίζουν σε όλη αυτή την ιστορία;

«Οι νεκροί βλέπουν
τη μέρα
κυρτή πίσω από
τα μάτια σου» (σελ. 61)
ή
«πόσους νεκρούς
σηκώνεις
πόσους αφήνεις και
μιλάς» (σελ. 62).

Ποιος είναι ο Πάνω και ποιος ο Κάτω κόσμος; Μήπως ταυτίζονται μεταξύ τους, όπως οι δύο πλευρές ενός νομίσματος; Κι ακόμη, ποιοι οι νεκροί και ποιοι οι ζωντανοί; Μήπως κι εδώ έχουμε τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος; Η απάντηση δίνεται φυσικά μέσα από την ποίηση, μέσα από τις εικόνες, τις μεταφορές, τις κυριολεξίες, μέσα από τις λέξεις δηλαδή που χρησιμοποιεί ο ποιητής. Πίσω από αυτές κρύβεται πάντα η αλήθεια, μία αλήθεια ποιητική, μεταφορική, όσο και πραγματική, θα έλεγα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή, ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την πραγματικότητα που μας περιβάλλει:

«όσο φεγγάρι βλέπεις
είναι από ζωή το άλλο
απουσία ζωής» (σελ. 31).

Η απουσία των σημείων της στίξης σου αφήνει ελεύθερο το πεδίο για τη δική σου επιλογή, ως αναγνώστης. Μία ποίηση σημαντική, ευφάνταστη, κρυπτική και αποκαλυπτική συνάμα, από τις κορυφαίες στιγμές της γενιάς του ποιητή που αξίζει να την διαβάζει κανείς συχνά, και πάλι και πάλι.

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή