Μεταφράζεται ο Παπαδιαμάντης;

by Times Newsroom 1

ΕΑΝ ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ και τη χαρά να είμαι μέλος τής Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, θα πρότεινα στο Διοικητικό Συμβούλιο τής Εταιρείας να αποστείλει τον περασμένο Μάρτιο, μέσω τού προέδρου της, μία επιστολή έντονης διαμαρτυρίας προς την εφημερίδα “Το Βήμα τής Κυριακής” στην οποία να ζητεί την απαγόρευση τής κυκλοφορίας τού βιβλίου τού Γεωργίου Φίνλεϋ (George Finlay) “Ιστορία τής Ελληνικής Επανάστασης”, το οποίο η εφημερίδα προσέφερε στους αναγνώστες της σε τέσσερις τόμους σε ισάριθμες Κυριακές, αρχής γενομένης από την Κυριακή 14 Μαρτίου.

Γιατί; Διότι ενώ στο εξώφυλλο τού βιβλίου τού Σκώτου, φιλέλληνα ιστορικού αναγράφεται ότι η μετάφραση ανήκει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, στις πρώτες εσωτερικές σελίδες διαβάζουμε ότι πρόκειται για απόδοση στη νέα ελληνική τής μετάφρασης τού Παπαδιαμάντη την οποία υπογράφουν οι κυρίες Σοφία Ν. Σφυρόερα και Δάφνη Λιόντου. Στην ουσία δηλαδή η εφημερίδα τού Ομίλου Μαρινάκη εξαπάτησε τους αναγνώστες της. Τους υποσχέθηκε τη μετάφραση ενός σπουδαίου συγγραφέα και αντί γι’ αυτό τους διένειμε ένα ανούσιο, άνευρο, άχρωμο κείμενο το οποίο καμία απολύτως σχέση δεν έχει (από πλευράς ύφους και γλωσσικού ήθους) με τη μεταφραστική δεινότητα τού διακεκριμένου πεζογράφου.

Βέβαια οι υπεύθυνοι τής εφημερίδας έχουν καλυμμένα τα νώτα τους τόσο από νομικής απόψεως ( στην περίπτωση τού Παπαδιαμάντη, δεν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα ), όσο και από ηθικής, αφού στη διαφημιστική καταχώριση που προηγήθηκε τής προσφοράς, δήλωναν ότι πρόκειται για μεταγλώττιση τού Παπαδιαμαντικού κειμένου. Αυτό το γεγονός όμως δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη τής ισοπέδωσης ή, αν θέλετε, τού ευνουχισμού τής μετάφρασης τού συγγραφέα τής “Φόνισσας”. Για έναν απλό λόγο. Διότι η μαγεία τού Παπαδιαμάντη (μαγεία την οποία έχουν εξυμνήσει διαχρονικά όλοι σχεδόν οι κορυφαίοι Έλληνες ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι και κριτικοί) είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη γλώσσα του- την καθαρεύουσα. Τελεία και παύλα! Χωρίς αυτή τη γλώσσα ο Παπαδιαμάντης δεν υπάρχει ούτε ως πεζογράφος ούτε ως μεταφραστής.

Δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η θέση τού Παπαδιαμάντη ή τού Εμμανουήλ Ροΐδη στο πάνθεον τής Νεοελληνικής λογοτεχνίας, αν αυτοί οι συγγραφείς έγραφαν στη δημοτική. Δεν έχουμε κάποιο δείγμα γραφής των. Έχουμε όμως στα χέρια μας τα εξαίρετα κείμενα που μας κληροδότησαν (πολλά από αυτά είναι αριστουργήματα), στα οποία χειρίζονται με απαράμιλλη δεξιοτεχνία το γλωσσικό τους όργανο. Αυτά τα κείμενα οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε με τον δέοντα σεβασμό. Να μην τα νοθεύουμε, να μην τα καταστρέφουμε, να μην τα ανασκολοπίζουμε για ιδιοτελείς σκοπούς.

Το νόστιμο σε αυτή την υπόθεση είναι ότι οι υπεύθυνοι τής εφημερίδας στη σύντομη εισαγωγή τους, ισχυρίζονται ότι προέβησαν στην πράξη τής ενδογλωσσικής μετάφρασης τού Παπαδιαμαντικού κειμένου, “προκειμένου το έργο τού Σκώτου φιλέλληνα να γίνει προσιτό και εύκολα κατανοητό από το ευρύ κοινό και κυρίως από τους νέους”. Μάλιστα.

Τότε γιατί δεν επέλεξαν τις μεταφράσεις τής “Ιστορίας τής Ελληνικής Επαναστάσεως” που φιλοτέχνησαν ο Αλέξανδρος Κοτζιάς (1954), ή η Αλίκη Γεωργούλη (1973) στη δημοτική γλώσσα και προτίμησαν τη μετάφραση τού Παπαδιαμάντη την οποία, άλλωστε, θεωρούν ξεπερασμένη;

Η απάντηση είναι η εξής: Διότι θέλησαν να εκμεταλλευτούν το κύρος, τη λάμψη και το μεγάλο πνευματικό εκτόπισμα τού μείζονος πεζογράφου μας, προφανώς για εμπορικούς λόγους.

Διότι ο Παπαδιαμάντης (παρά τις δυσκολίες τις οποίες, όντως, αντιμετωπίζουν οι νέοι με τη γλώσσα του) είναι ένας συγγραφέας που διαβάζεται συνεχώς και (εδώ είναι το παράδοξο) πουλάει!

Το αποδεικνύουν οι αλλεπάλληλες εκδόσεις των έργων του. Το αποδεικνύουν τα βιβλία που γράφονται γι’ αυτόν και τα συνέδρια που διοργανώνονται προς τιμήν του. Τέλος, το αποδεικνύει η πρόσφατη έκδοση των Αθηναϊκών διηγημάτων του από το Μ.Ι.Ε.Τ. με επιμέλεια τού Σταύρου Ζουμπουλάκη, η οποία έχει κάνει ήδη την πρώτη ανατύπωση.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε εν συντομία ότι η μετάφραση τού Παπαδιαμάντη στο συγκεκριμένο έργο, πέρασε τού λιναριού τα πάθη μέχρι να δει το φως τής δημοσιότητας. Σκεφτείτε μόνο τούτο: ότι ο Παπαδιαμάντης άρχισε να μεταφράζει για βιοποριστικούς λόγους, μετά από πρόταση τού Βλαχογιάννη το βιβλίο τού Φίνλεϋ το 1904 και το ολοκλήρωσε το 1908. Το βιβλίο όμως εκδόθηκε από το ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων, με επιμέλεια τού Άγγελου Μαντά έναν αιώνα αργότερα- το 2008!

Ο λόγος τής απίστευτης αυτής εκδοτικής καθυστέρησης οφείλεται στο γεγονός ότι οι πλέον σημαντικοί ιστορικοί τής εποχής (Παπαρρηγόπουλος. Λάμπρος, Κρέμος, Καρολίδης κ.ά.) επέκριναν με σφοδρότητα τις απόψεις τού Σκώτου ιστορικού, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, ως μισέλληνα, αλλόκοτο, εμπαθή, κυνικό, και φιλότουρκο! Το κλίμα τής αρνητικής υποδοχής τού έργου τού Φίνλεϋ βελτιώθηκε κάπως το 1897, όταν ο Γερμανός βυζαντινολόγος Καρλ Κρουμπάχερ στη μελέτη του “Ιστορία τής Βυζαντινής λογοτεχνίας” εκφράστηκε θετικά για το βιβλίο τού Σκώτου ιστορικού.

Παρά ταύτα όμως όταν το 1921 ο Βλαχογιάννης πρότεινε στην επιτροπή που είχε συσταθεί για τον εορτασμό τής επετείου των εκατό χρόνων από την Ελληνική επανάσταση τού 1821, να εκδώσει την Ιστορία τού Φίνλεϋ στη μετάφραση τού Παπαδιαμάντη, η επιτροπή αρνήθηκε την έκδοση.

Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ορισμένοι ιστορικοί τής Αριστεράς, όπως ο Κορδάτος και ο Τάσος Βουρνάς, εξήραν τον δημοκρατικό χαρακτήρα τής Ιστορίας τού Φίνλεϋ και συνέβαλαν αποφασιστικά να εκδοθεί το βιβλίο στις μεταφράσεις τού Κοτζιά και τής Γεωργούλη που προαναφέραμε. Οι εκδόσεις αυτές έκαναν γνωστό το έργο τού Σκώτου φιλέλληνα σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και αποκατέστησαν την αναμφισβήτητη αξία του.

Αλλά το θέμα αυτού τού σημειώματος δεν είναι ο Φίνλεϋ. Είναι ο Παπαδιαμάντης. Αυτός ο μείζων πεζογράφος που λαμπρύνει τη Νεοελληνική λογοτεχνία, το έξοχο έργο τού οποίου (πεζογραφικό και μεταφραστικό) τέρπει άμα και διδάσκει. Αυτό το έργο έχουμε χρέος εμείς οι άνθρωποι που ζούμε σε αυτήν την προδήλως παρακμιακή εποχή να τιμούμε. Περιττό βέβαια να τονίσω ότι ο Παπαδιαμάντης δεν έχει ανάγκη από αυτές τις τιμές (τις απεχθανόταν και όταν ζούσε). Τις έχουμε ανάγκη όμως εμείς. Ο Παπαδιαμάντης, όπως έχει γράψει σε ένα ωραίο ποίημα ο Νίκος Καρούζος, αυτός “ο Μεγάλος άνθρωπος και ανέσπερος Έλληνας” “και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει”.

_____________________________________

*Ο Νίκος Λάζαρης γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Λυκόβρυση όπου και κατοικεί μόνιμα. Σπούδασε Δημοσιογραφία και Κινηματογράφο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά και ως κειμενογράφος και δημιουργικός διευθυντής (creative director) σε μεγάλες διαφημιστικές εταιρείες. Διετέλεσε επίσης καλλιτεχνικός διευθυντής στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λυκόβρυσης και διευθυντής στο Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης». Έχει δημοσιεύσει εφτά ποιητικές συλλογές και δύο τόμους με κριτικά κείμενα και δοκίμια. Με την ιδιότητα του κριτικού έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά «Γράμματα και Τέχνες», «Πλανόδιον», «Μανδραγόρας» και «Νέα Ευθύνη», ενώ για δέκα χρόνια (2002-2012) κράτησε τη στήλη της λογοτεχνικής κριτικής στο περιοδικό «Νέα Εστία». Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή