Μεταρρυθμιστική στρατηγική για τη Δικαιοσύνη

Ο έλληνας δικαστής, ως δικαστής τριών εννόμων τάξεων (εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς  κυρίως μέσω της ΕΣΔΑ), καλείται να επιτελέσει ένα  δύσκολο καθήκον ως εγγυητής του κράτους δικαίου χωρίς το οποίο δεν συγκροτείται η φιλελεύθερη δημοκρατία, το μεγάλο διεθνές διακύβευμα της εποχής μας

by Times Newsroom
  • Άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου στο Βήμα της Κυριακής

Στις 7 και 8 Νοεμβρίου με πρωτοβουλία του Κύκλου Ιδεών, τέθηκε σε δημόσια συζήτηση το ερώτημα αν η Δικαιοσύνη μπορεί να μεταρρυθμιστεί ως εξουσία και να αφυπνιστεί ως ιδέα, δηλαδή ως διεκδίκηση του σεβασμού και της εφαρμογής των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.   Το συνέδριο επιδίωξε να ανοίξει έναν διάλογο στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, για την ακρίβεια, της μεταπολιτικής, με την ενεργό όμως συμμετοχή όλων των θεσμικών παραγόντων,  προκειμένου ο αναγκαίος εθνικός διάλογος γύρω από το μείζον θεσμικό αλλά και αναπτυξιακό ζήτημα της Δικαιοσύνης, με την έννοια του δικαστικού συστήματος, να οργανωθεί και να διεξαχθεί έστω άτυπα. Αναλάβαμε την πρωτοβουλία αυτή έχοντας πλήρη συνείδηση της πολυπλοκότητας του προβλήματος.

Η απάντηση που δόθηκε στο ερώτημα εάν η ελληνική Δικαιοσύνη ως θεσμικό σύστημα είναι μεταρρυθμίσιμη ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο ταχύτητα αλλά και ποιότητα και αξιοπιστία, ήταν θετική. Οι προβληματικές καταστάσεις όμως, ιδίως όταν είναι χρόνιες, δημιουργούν ένα είδος επικίνδυνου εθισμού που δηλητηριάζει τη συνείδηση και της γενικής κοινής γνώμης αλλά και της ειδικής κοινής γνώμης των παραγόντων της δικαιοσύνης με το μικρόβιο της  ολιγάρκειας, είμαστε όλοι ολιγαρκείς, ενώ θα έπρεπε να είμαστε απαιτητικοί για το πώς θέλουμε να συγκροτείται και να λειτουργεί το ελληνικό δικαστικό σύστημα.

Απαιτείται όμως βούληση όχι μόνο πολιτική, αλλά και βούληση των θεσμικών παραγόντων της δικαιοσύνης, πρωτίστως δικαστικών λειτουργών και δικηγόρων και παραλλήλως  συναίνεση, όχι μόνο πολιτική, αλλά και κοινωνική και θεσμική στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης. Χρειάζονται όμως και πολλά άλλα. Πόροι, σχεδιασμός, διανοητική ευελιξία, πρακτικότητα και κυρίως συνείδηση ευθύνης σε όλα τα επίπεδα. Δεν αρκούν οι αποσπασματικές παρεμβάσεις, οι νομοθετικές αλλαγές, τα οργανωτικά βήματα, κάτι λείπει πάντα και αυτό είναι μία συστηματική και επίμονη προσέγγιση μέσα στο κατάλληλο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, μία στρατηγική.

Από την άλλη μεριά είναι προφανές ότι η ελληνική Δικαιοσύνη μπορεί να καταστεί  λειτουργικότερη πριν ολοκληρωθεί η αναγκαία συνολική μεταρρύθμιση. Υπάρχουν παρεμβάσεις  που απαιτούν νομοθετική και γενικότερα πολιτική βούληση υψηλού επιπέδου, άρα συνιστούν διακύβευμα πολιτικό και κομματικό, αλλά υπάρχουν και πάρα πολλά θέματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο διοίκησης της δικαιοσύνης. Στον όρο αυτό συμπεριλαμβάνω τις ηγεσίες των ανωτάτων δικαστηρίων και εντέλει  τις  ολομέλειες τους,  το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τα συμβούλια διοίκησης των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών, τις δικαστικές ενώσεις, το δικηγορικό σώμα και τους δικαστικούς υπαλλήλους. Νομίζω ότι ένα χαρακτηριστικό που ανεδείχθη από όλες τις συζητήσεις είναι ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για δικαστικό μάνατζμεντ το οποίο αφορά όλους αυτούς τους παράγοντες.

Δίνω ένα παράδειγμα άμεσων λειτουργικών παρεμβάσεων που αφορά τις αίθουσες των ποινικών δικαστηρίων. Γνωρίζω πόσο φιλόδοξο είναι το υφιστάμενο κτιριολογικό πρόγραμμα. Το 1996 ιδρύσαμε τη «Θέμιδα Κατασκευαστική» ακριβώς για να υπάρχει ένας φορέας που θα μπορούσε να προωθήσει το κτιριολογικό πρόγραμμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αλλά μπορούμε να είμαστε άμεσα αποτελεσματικοί με τη μακροχρόνια ή ακόμη και βραχυχρόνια  μίσθωση αιθουσών, εφόσον δεν επαρκούν οι διαθέσιμες, για κάθε μεγάλη δίκη η οποία έχει ιδιαίτερη κοινωνική σημασία ή για κάθε δίκη η οποία παρουσιάζει  πρακτικά προβλήματα λόγω του μεγάλου αριθμού των παραγόντων της. Η σχετική νομοθετική ρύθμιση είναι εξαιρετικά απλή. Για παράδειγμα, στις υφιστάμενες ολυμπιακές υποδομές μπορούν να στεγαστούν όλες οι μεγάλες και πολύπλοκες ποινικές δίκες, ώστε να διεξάγεται κατά τρόπο ομαλό και χωρίς διακοπές η διαδικασία και να εκδίδεται απόφαση υπό συνθήκες ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Βεβαίως και γίνονται πολύ σημαντικά βήματα σε σχέση με την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης, τα ηλεκτρονικά πινάκια. Μιλήσαμε στο συνέδριο για την τεχνητή νοημοσύνη και τους αλγορίθμους. Όλη η ψηφιακή υποδομή μπορεί προφανώς να διαμορφωθεί πολύ πιο γρήγορα από την κτιριακή.

Μπορούμε, σεβόμενοι το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, να παρεισάγουμε θεσμούς του ανακριτικού συστήματος που επιταχύνουν τη δίκη, δηλαδή να αναδείξουμε την αρχή της οικονομίας της δίκης ως θεμελιώδες στοιχείο της δίκαιης δίκης. Η αρχή της οικονομίας της δίκης θα μας βοηθήσει να θέσουμε τέλος στην κυριαρχία του δικονομικού επί του ουσιαστικού δικαίου που αποβαίνει σε βάρος του κράτους δικαίου.

Στο ευαίσθητο και επιρρεπές στον πολιτικό και δικανικό λαϊκισμό πεδίο του Ποινικού Δικαίου αφετηρία της συζήτησης πρέπει να είναι η συγκρότηση μιας «κλίμακας ποινικής απαξίας». Πρέπει επιτέλους να καταρτίσουμε έναν πίνακα εννόμων αγαθών και απειλούμενων ποινών. Εάν το κάνουμε αυτό, θα κατανοήσουμε τις εσωτερικές αντιφάσεις και τον ανορθολογισμό   της ποινικής νομοθεσίας, ιδίως όταν διασπάται η δογματική συνοχή και ο συστηματικός χαρακτήρας του Ποινικού Κώδικα

Στο πεδίο της διοικητικής δίκης υπάρχουν ακόμα εκκρεμότητες σε σχέση με τον χαρακτηρισμό διαφορών ως ιδιωτικών ή διοικητικών, ως ακυρωτικών ή ουσίας και αυτές δεν πρέπει να «περιφέρονται» νομολογιακά,  πρέπει να ρυθμιστούν νομοθετικά από έναν νέο ενιαίο  Κώδικα  Διοικητικής Δικονομίας.

Όλα προφανώς καταλήγουν στα πρόσωπα, στους δικαστικούς λειτουργούς καταρχάς, στην εκπαίδευσή τους, το αίσθημα ανεξαρτησίας που έχουν, το οποίο μπορεί να είναι μικρότερο από τη συνταγματική περιγραφή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, εξωτερικής και εσωτερικής. Οφείλουμε να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθηση και την αξιοπρέπεια, αλλά όχι την αίσθηση ανεξέλεγκτου των δικαστικών λειτουργών, που νομίζω ότι κανείς σοβαρός και ευσυνείδητος λειτουργός δεν έχει.

Η υιοθέτηση όμως ενός μεταρρυθμιστικού διαβήματος από το δικηγορικό σώμα είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την πραγματική εφαρμογή του. Η κατανομή και η  διαστρωμάτωση της δικηγορικής ύλης αποτυπώνει τη διάρθρωση της οικονομίας, τη λειτουργία της παραοικονομίας, τις ανισότητες, τις αντιφάσεις της κοινωνίας. Πολλά από αυτά  δεν φθάνουν στον δικαστή, γιατί αποστειρώνονται από τον δικηγόρο, που πρέπει να πειστεί  ότι μπορεί να διατηρηθεί και να αυξηθεί η ύλη του αν προχωρήσουμε σε πιο σύγχρονες μορφές, κυρίως ψηφιακές, λειτουργίας της δικαιοσύνης και σε εναλλακτικές μορφές απονομής της δικαιοσύνης, όπως η διαμεσολάβηση και η διαιτησία όχι ως προνόμιο των λίγων αλλά ως ευχέρεια όλων.

Ετέθη στη συζήτηση και το ζήτημα της ανάγκης να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα στο κεφάλαιο περί Δικαιοσύνης. Ευτυχώς ούτε το 2008, ούτε το 2019 θίχτηκαν οι μεταβολές που επέφερε η εκτεταμένη  αναθεώρηση του 2001, με εξαίρεση τη ρύθμιση για τους στρατιωτικούς δικαστές. Υπάρχουν τεράστια αναξιοποίητα αποθέματα στο Σύνταγμα, συνεπώς στον τομέα της Δικαιοσύνης δεν θέλουμε αναθεώρηση του Συντάγματος, θέλουμε ανασκαφή του Συντάγματος. Υπάρχει πλούσιο ανεξερεύνητο κανονιστικό περιεχόμενο στο ισχύον Σύνταγμα και κυρίως στα άρθρα 88 παρ. 1 και 94.

Το σύντομο αυτό άρθρο αδικεί τον πλούτο των συζητήσεων. Τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του συνεδρίου θα δοθούν σύντομα στη δημοσιότητα με τη μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου.

Αυτά που συζητήθηκαν είναι ζητήματα κράτους δικαίου. Στην πραγματικότητα είναι ζητήματα ποιότητας της κρατικής εξουσίας και της κοινωνικής συμβίωσης. Ο έλληνας δικαστής, ως δικαστής τριών εννόμων τάξεων (εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς  κυρίως μέσω της ΕΣΔΑ), καλείται να επιτελέσει ένα  δύσκολο καθήκον ως εγγυητής του κράτους δικαίου χωρίς το οποίο δεν συγκροτείται η φιλελεύθερη δημοκρατία, το μεγάλο διεθνές διακύβευμα της εποχής μας.

Η κοινωνία όμως δεν είναι κοινωνία δικαίου, κυριαρχείται ακόμη και τώρα από στοιχεία αρχαϊκά, είναι  το πεδίο ενός bellum omnium contra omnes. Συνεπώς το κράτος δικαίου οφείλει να πείθει την κοινωνία για την ανυπέρβλητη αξία του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού μέσα από την αξιόπιστη και πειστική λειτουργία της Δικαιοσύνης.

* Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, είναι πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή