Μνήμες του «χθες»: Ο κόπανος της κυρα-Παναγιώτας

«Κάθε πράγμα που αφήσανε πίσω τους κληρονομιά οι παλαιοί, κουβαλάει μαζί του ένα κομμάτι της ζωής τους»

by Times Newsroom
  • Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

«Παππού, τι είναι αυτό το ξύλο; Γιατί δεν το καίμε στο τζάκι»; Ρωτάγανε, σαν ήτανε μικρότερα, τα εγγόνια μου, ο Βαγγέλης και ο Γιάννης, δείχνοντάς μου ένα ξύλο πελεκημένο, φαρδύ πάνω και λεπτό κάτω όσο να μπορεί να το πιάνει το χέρι, που στέκεται ανάμεσα σε κάτι γλάστρες και γλαστράκια που στολίζουνε την πυλωτή του σπιτιού μας.

«Αυτό το ξύλο, παιδιά μου, είναι ο κόπανος της προγιαγιάς σας, της Παναγιώτας, και της τον έφτιαξε με τα χέρια του ο προπάππος σας, ο Παναγιώτης».
«Και τι έκανε με τον κόπανο αυτό η γιαγιά η Παναγιώτα»;

Κι άρχιζα, τότε, να λέω την ιστορία του γερο-κόπανου. Γιατί κάθε πράγμα που αφήσανε πίσω τους κληρονομιά οι παλαιοί, κουβαλάει μαζί του ένα κομμάτι της ζωής τους κι όταν το ρωτήσεις αρχίζει να σου λέει τις ιστορίες που έζησε, άκουσε και είδε:

-Σαν παντρεύτηκε η γιαγιά σας η Παναγιώτα, παιδιά μου, με τον παππού σας τον Παναγιώτη, εκεί στο χωριό της, στο Κουρουνιού της Καρύταινας Αρκαδίας, στα 1953, κατεβήκανε ύστερα στη Σπάρτη, κυνηγώντας το άπιαστο όνειρο μιας καλύτερης ζωής, και απαγκιάσανε σ’ ένα φτωχόσπιτο που αγοράσανε με την προίκα της στο Νέο Κόσμο, εδώ που μένουμε εμείς σήμερα. Ο παππούς σας ο Παναγιώτης, παιδιά μου, έτρεχε απ’ το πρωί ως το βράδυ στο μεροδούλι (όπου έβρισκε) και η γιαγιά σας η Παναγιώτα όλη μέρα στις δουλειές του σπιτιού και στη φροντίδα των παιδιών. Μια από τις πιο βαριές δουλειές που είχε να κάνει η γιαγιά σας, όπως και όλες οι γυναίκες εκείνης της εποχής, ήτανε το πλύσιμο των ρούχων και ιδιαίτερα των χοντρόρουχων που δε χωράγανε ούτε στη σκάφη, ούτε στο καζάνι, ούτε και υπήρχε μέρος να απλωθούνε.

Έτσι, λοιπόν, η γιαγιά σας η Παναγιώτα, έκανε αυτό που ήξερε καλά να κάνει από το χωριό της κι αυτό που κάνανε όλες οι νεοκοσμίτισσες νοικοκυρές, μιας και είχανε κοντά στη γειτονιά τους το ποτάμι της Μαγουλίτσας:

Ζαλωνούντανε σε μπόγους τα χοντρόρουχα (στρώσες, σκεπάσματα, σαγιάσματα κ.α.), κατηφορίζανε στο ποτάμι, από κάτω ακριβώς από το Γυμνάσιο Αρρένων, κι αρχίζανε το πλύσιμο: Βουτάγανε τα ρούχα στην ακροποταμιά, τα γυρίζανε από δω, τα γυρίζανε από κει, για να μουσκέψουνε καλά, τα τραβάγανε έξω, τα βάζανε πάνω στις άσπρες-κάτασπρες βοτσαλόπετρες  στην όχθη της Μαγουλίτσας και αρχίζανε με τους κόπανους να τα κοπανάνε δυνατά, ενώ τα διπλώνανε λίγο-λίγο, για να κοπανιστεί όλο το ρούχο και να βγάλει, μαζί με το νερό, και τα λερώματά του.

Κι εκεί να δείτε, παιδιά μου, τι γινότανε: Αναμπρατσωμένες, στιβαρές γυναίκες, με σηκωμένες μισογόνατα τις φούστες, ξυπόλητες, να ανεβοκατεβάζουνε με δύναμη τους κόπανους πάνω στα ρούχα σαν να βαράγανε κατακέφαλα τη δύσκολη και μίζερη ζωή τους και ν’ αντηχάει όλος ο τόπος από τα «γκάπα-γκούπα» λες και γινότανε πόλεμος. Μετά το κοπάνημα, ξαναρίχνανε τα ρούχα στο νερό, τα ξεπλένανε, τα ξαναβγάζανε, τα κοπανάγανε ξανά, και πάλι … και πάλι… μέχρι τα ρούχα να καθαρίσουνε καλά. Στο τέλος, απλώνανε τα ρούχα πάνω στις λυγιές, στα δέντρα, στις πέτρες ή όπου αλλού βρίσκανε, για να στραγγίξουνε και να στεγνώσουνε από τον ήλιο και τον αέρα. Τότε ήτανε που καθούντανε κι αυτές πάνω στις ποταμόπετρες και συζητάγανε και λέγανε τα νέα, ξομολογιότανε η μία στην άλλη τα μυστικά της, λέγανε και αστεία και γελάγανε δυνατά και ξάστερα και πιάνανε και τα τραγούδια και ρίχνανε και πέτρες πλακουτσερές στο νερό και νόμιζε κανένας πως είχανε βγει οι νεράιδες του ποταμιού, οι Ξωθιές, για να μαγέψουνε τους ανθρώπους, αφού λουστήκανε πρώτα για να ’ναι πανέμορφες και αιθέριες έτσι όπως κάνανε από τους αιώνες της παράδοσης. Όσες γυναίκες είχανε μικρόπαιδα τα παίρνανε μαζί τους στο πλύσιμο στη Μαγουλίτσα και ήτανε τόση κι άλλη τόση η χαρά τους των παιδιώνε, να πλατσουρίζουνε στα νερά, να πετάνε πέτρες στο ποτάμι και να χαίρουνται το «καραμπαμπλουμ» που κάνανε, να μαθαίνουνε (με δασκάλα τη Μάνα-Φύση) τα πουλάκια, τα ζούδια, τα ψαράκια του νερού, τα βατράχια και τις «καλογρίτσες», τα δέντρα μαζί και κάθε χορτάρι και λούλουδο που φύτρωνε στις όχθες της Μαγουλίτσας και να μαζεύουνε ολοστρόγγυλες, κατάλευκες, πλακουδές ποταμόπετρες, για να παίξουνε στη γειτονιά τον «κουτσονήλιο», τις «αμάδες» και το «κρυφοκούτι». Μερικές νοικοκυράδες, αφού τελειώνανε το πλύσιμο και το κοπάνημα κι απλώνανε τα ρούχα να στεγνώσουν, φεύγανε για το σπίτι, γιατί είχανε κι εκεί πολλές δουλειές να κάνουνε ή γιατί αυτή ήτανε η εντολή του άντρα-αφέντη. Όλες όμως, σαν απόγερνε ο ήλιος, ξεσηκώνανε από τα κλαριά τα στεγνά ρούχα και πάλι ζαλιά τραβάγανε για το σπιτικό τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ: https://www.apela.gr/

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή