Μουσείο-κιβωτός της νεότερης Ελλάδας

by Times Newsroom 1

ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

  • Του Ιωάννη Κ. Μαζαράκη-Αινιάνος*

ΣΤΙΣ 22 ΙΟΥΝΙΟΥ 1962 διαβάζουμε σε δημοσίευση της εφημερίδας Η Καθημερινή: “Ετελέσθησαν χθες τα εγκαίνια, εις την παλαιάν Βουλήν, του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Πρόκειται περί ενός νέου αποκτήματος της πρωτευούσης και περί εκπληρώσεως εν΄ς καθήκοντος προς τους νεωτέρους Έλληνας αγωνιστάς και την νεωτέραν ιστορίαν του τόπου. Τα εκθέματα του Μουσείου οφείλονται εις τον ζήλον, την αγάπην, την υπομονήν και τας θυσίας της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και των δωρητών της. Ήδη το κράτος μετά πολλήν και αδικιολόγητον καθυστέρησιν, παρέσχεν εις τας συλλογάς μίαν αξιοπρεπή στέγην και το γεγονός δια τας Αθήνας και την ελλάδα γενικώτερον είναι από τα λίαν ευχάιστα”.

Η ιστορία της εγκαταστάσεως του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής είναι, πράγματι, μια διήγηση χαρακτηριστική του δυναμισμού αλλά και των δυσκολιών της κάθε εποχής.

Η Παλαιά Βουλή την ημέρα των εγκαινίων του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (21.6.1962). Μεταξύ των παρισταμένων, ο βασιλιάς Παύλος, η βασίλισσα Φρειδερίκη, ο στρατηγός Δ. Μπότσαρης και ο έφορος του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ιωάννης Μελετόπουλος (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

Πενήντα χρόνια από την Επανάσταση του 1821 και τη δημιουργία ελληνικού κράτους, έγιναν εορτασμοί πανελλήνιοι. Σε αυτή την ιστορική έξαρση, κατά την οποία διαμορφώνεται η εθνική ταυτότητα του νεότερου ελληνισμού, συστηνεται το 1882 η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος από επιφανείς προσωπικότητες, όπως ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Νικόλαος Πολίτης, ο Αντώνης Μηλιαράκης, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Δημήτριος Καμπούρογλους, ο Μπάμπης Άννινος και άλλοι. Σκοπός της η ίδρυση ενός Μουσείου Νεότερου Ελληνισμού.

Πρώτη της προσπάθεια ήταν να γίνει μια έκθεση με ιερά κειμήλια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Για το λόγο αυτό αυτό απηύθυνε έκκληση στο Πανελλήνιο. Η ανταπόκριση υπήρξε άμεση, αφού πολύ σύντομα προσκομίστηκαν από τις οικογένειες των αγωνιστών σημαίες, όπλα, ενδυμασίες και άλλα ιερά κειμήλια που κατείχαν.

Έτσι, στις 25 Μαρτίου του 1884 με τη συνεργασία του φιλολογικού συλλόγου “Παρνασσός”, οργανώθηκε η “Έκθεσις Μνημείων του Ιερού Αγώνος” σε αίθουσα του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, η οποία παραχωρήθηκε ειδικά γι’ αυτό το σκοπό, με τη μεσολάβηση του Χαρίλαου Τρικούπη. Η έκθεση σημείωσε μεγάλη επιτυχια και η συρροή του κόσμου υπήρξε πρωτοφανής. Με τη λήξη της έγιναν σκέψεις για μια πιο μόνιμη παρουσία. Ματά από νέα έκκληση, τα κειμήλια προσφέρθηκαν από τους κατόχους τους στην Εταιρεία. Έτσι δημιουργήθηκε το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στη συνέχεια η Εταιρεία αποδύθηκε σε έναν αγώνα για την αναζήτηση και την περισυλλογή κειμηλίων. Το 1885, μάλιστα, διατέθηκε το εύδρομο του Πολεμικού Ναυτικού “Ναύαρχος Μιαούλης” για περίπλου στα νησιά του Αιγαίου, τη Θεσσαλονίκη και το Αγιον Όρος, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, τις ακτές Μακεδονίας και Θράκης, τη Λέσβο, τη Χίο, τα Ψαρά, τη Σμύρνη, την Έφεσο, τη Σάμο, τα Δωδεκάνησα, την κύπρο, καθώς και τις ακτές της Συρίας έως την Αλεξάνδρεια. Σε κάθε σταθμό περισυλλέγονταν κειμήλια, ενώ συγχρόνως Έλληνες των περιοχών αυτών αναλάμβαναν να συγκεντρώσουν και να αποστείλουν στο μουσείο ό,τι ήταν δυνατόν να βρεθεί.

Το 1896, με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων, το Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος εγκαινιάστηκε σε αίθουσες του Πολυτεχνείου.

Το 1930, ιερά κειμήλια του Γρηγορίου Ε΄προσφέρθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος μετέβη εκεί κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην Τουρκία. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, τα κατέθεσε στο Μουσείο για να εκτεθούν. Τότε διαπιστώθηκε το πρόβλημα του περιορισμένου χώρου και ετέθη το θέμα της μόνιμης στέγασης.

Το 1932, με επικείμενη τη μτεγκατάσταση βουλής και γερουσίας στο κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων, ο Βενιζέλος έκρινε σκόπιμο να παραχωρηθεί το κτίριο της Παλαιάς Βουλής για την οριστική στέγαση του μουσείου. Μετά τη μεταφορά τους το 1935, η παραχώρηση επαναλήφθηκε και από την κυβέρνηση Τσαλδάρη. Τα επόμενα έτη έγιναν διάφορες ενέργειες για την κατάλληλη διαρρύθμιση των χώρων του κτιρίου, ώστε να στεγάσει το Μουσείο. Με την έναρξη όμως του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τα κειμήλια αποθηκεύθηκαν σε ασφαλή χώρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπου παρέμειναν όλο το διάστημα του πολέμου και της Κατοχής. Στο μεταξύ, προσωρινά εγκαταστάθηκε το υπουργείο Δικαιοσύνης. Παράλληλα εκδόθηε νόμος ο οποίος προέβλεπε τη διαμόρφωση του κτιρίου για την εγκατάσταση του μουσείου.

Μετά την Απελευθέρωση, όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης μεταφέρθηκε σε ίδιον οίκημα, υπήρξαν σκέψεις κατεδάφισης του Παλαιού Βουλευτηρίου λόγω της κακής κατάστασής του, και ανέγερσης νέου κτιρίου για να στεγαστούν υπηρεσίες. Στην προοπτική αυτή αντέδρασε έντονα το ΔΣ της Εταιρείας και ο κίνδυνος αποσοβήθηκε. Συστάθηκε τότε μια επιτροπή υπό την προεδρία του Αναστάσιου Ορλάνδου, προέδρου της Ακαδημίας, με μέλη τους πρυτάνεις του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου, αρχιτέκτονες-πολεοδόμους, διευθυντές των υπουργείων Οικονομικών και Δημοσίων Έργων και τον γενικό γραμματέα της Εταιρείας με σκοπό να αναστηλωθεί το κτίριο της Παλαιάς Βουλής εξωτερικά, σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτον  Φρανσουά Μπουλανζέ, και να διαμορφωθεί ως μουσείο εσωτερικά.

Το πρόγραμμα αυτό εκτελέστηκε κανονικά σε διάστημα οκτώ περίπου ετών. Το 1954 η μεταφορά του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην πρόσοψη της Παλαιάς Βουλής σηματοδότησε τον νέο χαρακτήρα του κτιρίου. Το 1960 έγινε η μεταφορά των κειμηλίων και άρχισε η διαμόρφωση της μόνιμης έκθεσης  στις αίθουσες. Παράλληλα, η μεγάλη αίθουσα της Βουλής, η οποία είχε καταστραφεί, διαμορφώθηκε από την Εταιρεία σε χώρο διαλέξεων και παρουσιάσεων. Τέλος, τον Ιούνιο του 1962 έγιναν πανηγυρικά τα εγκαίνια  του Εθνικού  Ιστορικού Μουσείου στην οριστική έκτοτε έδρα του.

Σήμερα το μουσείο λειτουργεί ανελλιπώς, υποδεόμενο καθημερινά μεγάλο αριθμό επισκεπτών και μαθητών. Διατηρεί, εκτός από τη μόνιμη έκθεσή του, Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων, Βιβλιοθήκη, Φωτογραφικό Αρχείο, Λαογραφικό τμήμα και Εργαστήριο Συντήρησης Έργων Τέχνης. Διαθέτει δε παραρτηματα στην Ύδρα, την Ιστορική Οικία Λάζαρου Κουντουριώτη, όπου λειτουργεί από το 1999, καθώς και την Οικία Παναγιώτη Τέτση από το 2016. Ήδη, με την προοπτική του εορτασμού των 200 χρόνων από την έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, το 2021 προετοιμάζεται και σχεδιάζει σειρά εκθέσεων, δημοσιευμάτων και πολύπλευρων εκδηλώσεων.

Πρώτη δημοσίευση: ΕΛΛΑΔΑ. 20ός αιώνας 1960-1970. Β΄τόμος. Η Καθημερινή.

___________________________________

Ιωάννης Κ. Μαζαράκης-Αινιάν ήταν ο άνθρωπος που το όνομά του έχει συνδεθεί άρρηκτα με το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, όπως αναφέρει στον επίσημο λογαριασμό του στο Facebook το ίδιο το Μουσείο. Η ανάρτηση:

«Από τη θέση του γενικού γραμματέα κυρίως, υπήρξε η ψυχή της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος για πάνω από 40 χρόνια. Ευπατρίδης, ευγενής, ακατάβλητος, συχνά αντισυμβατικός, γεμάτος γνώση, ζωντάνια και χιούμορ, στάθηκε για όλους εμάς στο μουσείο, δάσκαλος, εμπνευστής και στήριγμα. Του χρωστάμε πολλά. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.

Ο Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923, ήταν γιος του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν, ο οποίος πρωτοστάτησε στον Μακεδονικό Αγώνα και διακρίθηκε ως «Καπετάν Ακρίτας». Κατά την Κατοχή εργάστηκε στο δίκτυο πληροφοριών θαλάσσης του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής και κατατάχτηκε εθελοντής στην ΙΙΙ ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία (Ρίμινι). Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1947.

Διετέλεσε νομάρχης Καστοριάς από το 1962 και παραιτήθηκε τον Απρίλιο 1967. Το 1977-1979, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την είσοδο της Ελλάδος στην ΕΟΚ, διηύθυνε το ελληνικό γραφείο Τύπου στις Βρυξέλλες. Γενικός γραμματέας της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο) από το 1979, υπήρξε πολυγραφότατος στον τομέα της νεότερης ελληνικής ιστορίας». Πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου 20121.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή