Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ουτοπίες;

Τι θέση έχουν οι ουτοπίες στον σημερινό κόσμο; Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου στις 9 Νοεμβρίου 1989 σήμανε, εκτός από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το τέλος της ουτοπίας;

by Times Newsroom 1

Η έκδοση Le Monde des Debats” είχε αναθέσει τη διερεύνηση αυτού του ζητήματος στους συνεργάτες της, που κατέληξαν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Στο επίκεντρο των προβληματισμών βρίσκεται η σχέση μεταξύ ουτοπίας και δημοκρατικού πολιτεύματος, όμως η επισήμανση που φαίνεται να συνοψίζει το πνεύμα της εποχής μας είναι ότι η πίστη στη συνεχή πρόοδο και τη σταθερή άνοδο της ανθρωπότητας, καθώς και η προσδοκία ότι ο αυριανός κόσμος θα είναι καλύτερος, έχει πάψει να υφίσταται.

Τέσσερις προκλήσεις για το μέλλον

Η ουτοπία, σύμφωνα με τη σκέψη του σερ Thomas More, ταυτίζεται με την τέλεια κοινωνία, η οποία όμως δεν βρίσκεται πουθενά στη γη. Κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα η έννοια αποτέλεσε μέτρο ελέγχου των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η Γαλλική Επανάσταση και η εκβιομηχάνιση δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι η ουτοπική κοινωνία μπορούσε να είναι τελικά εφικτή – ενδεχομένως στον Νέο Κόσμο, δηλαδή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στοιχεία ουτοπικής σκέψης ενείχαν, από την άλλη πλευρά, ο μαρξισμός και ο σοσιαλισμός. Αν κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα ο φασισμός και οι δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι προκάλεσαν κάποια ανάσχεση της ουτοπικής σκέψης, η οικονομική ανάπτυξη και η καταναλωτική ευφορία της μεταπολεμικής περιόδου, η τεχνολογική πρόοδος (ακόμη και η κατάκτηση της Σελήνης) επανέφεραν την ουτοπία στο προσκήνιο. Σήμερα όμως τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά.

  • Το στοίχημα της δημοκρατίας

Πώς να συμβιβάσει κανείς την ουτοπία με τη δημοκρατία, αναρωτιέται στις σελίδες του Le Monde des Debats” ο φιλόσοφος Miguel Abensour. Θα πίστευε κανείς, επισημαίνει, ότι “υπάρχει μια θεμελιώδης, αξεπέραστη αντινομία μεταξύ ουτοπίας και δημοκρατίας. Όποιος επιθυμεί την ουτοπία γυρίζει την πλάτη στη δημοκρατία. Όποιος επιλέγει τη δημοκρατία αφήνει πίσω του την ουτοπία”. Ο αρθρογράφος εκτιμά ότι είναι η τελευταία πρόταση που εκφράζει το πνεύμα των ημερών μας: “Ποιος ασχολείται σήμερα με την ουτοπία, εκτός από κάποιους φωτισμένους, πλην όμως οπισθοδρομικούς, διανοουμένους;”. Η κατάσταση αυτή είναι το αποτέλεσμα της πρόσφατης ιστορικής εξέλιξης: “Ύστερα από την επιστροφή της ουτοπίας στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν προσωπικότητες τόσο διαφορετικές όσο ο Fourier, ο Reich, ο Marcuse και ο Breton επανήλθαν στο προσκήνιο, ανακαλύψαμε και πάλι την πολιτική και βεβαίως τη δημοκρατία, που πολύ γρήγορα ταυτίστηκε με το κράτος δικαίου”.

Πρόκειται ασφαλώς για “μια ανακάλυψη που χαροποιεί”. Συνεπάγεται όμως αναγκαστικά, αναρωτιέται ο Abensour, την εγκατάλειψη της ουτοπίας; Δεν θα ήταν προτιμότερο να αποφύγουμε το δίλημμα “ουτοπία ή δημοκρατία” και να δούμε τι θα μπορούσε να προσφέρει ο συνδυασμός τους; Ασφαλώς η τάση αυτή (“ο εκδημοκρατισμός της ουτοπίας”, που θα οδηγήσει σε μια “ουτοπική δημοκρατία”) δεν είναι η κρατούσα. Η πεποίθηση της εποχής μας είναι ότι “η ουτοπία είναι εξ ορισμού ολοκληρωτική, άρα αντιδημοκρατική”: ουσιαστικά η ουτοπία θεωρείται το “λίκνο του ολοκληρωτισμού”. Από την άποψη αυτή, η σύνδεση ουτοπίας και δημοκρατίας εμφανίζεται παράδοξη, “σαν να ήθελε κανείς να παντρέψει το νερό με τη φωτιά”.

Εντούτοις, για τον Abensour ο γάμος δημοκρατίας και ουτοπίας δεν είναι ούτε αδύνατος ούτε ανεπιθύμητος, ενώ η ολοκληρωτική φύση της ουτοπίας είναι αμφισβητήσιμη.“Ιστορικά θα μπορούσαμε να δείξουμε ότι η επικράτηση του ολοκληρωτισμού των μπολσεβίκων οικοδομήθηκε μέσα από την τιθάσευση και την εξολόθρευση των ποικίλων ουτοπικών τάσεων που ζωντάνεψαν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία: αντί να είναι πηγή ολοκληρωτισμού, η ουτοπία (στην πολιτική, τα έθιμα ή τις εκπαιδευτικές πρακτικές) συνιστά πόλο αντίστασης στην επικράτησή του. Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, η ουτοπία βρισκεται με το μέρος μιας επαναστατικής κοινοτιστικής παράδοσης με φιλελεύθερη έμπνευση και όχι με το μέρος του μπολσεβικισμού”.

Ο αρθρογράφος αποβλέπει ουσιαστικά στο να εμφυσήσει στην πολιτική που τελεί υπό αμφισβήτηση, αν όχι, σύμφωνα με ορισμένους, “υπό εξαφάνιση”, το “φαντασμαγορικό πνεύμα της ουτοπίας”.

  • Το τέλος της ουτοπίας

Αν ο ρόλος της ουτοπίας αμφισβητείται στην πολιτική, οι όροι φαίνεται να έχουν αντιστραφεί και στον τομέα των επιστημών. “Το μέλλον είναι ό,τι σημαντικότερο και πιο γόνιμο” έγραφε ο H.G. Wells στους “New York Times” το 1902 με αφορμή την Παγκόσμια Έκθεση που φιλοξενούσε τότε η μητρόπολη τη Ανατολικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών. “Η πίστη στον νόμο της προόδου είναι η αληθινή πίστη της εποχής μας. Είναι μια πεποίθηση την οποία λίγοι αρνούνται να ασπασθούν”, έγραφε λίγο νωρίτερα στο λήμμα για την πρόοδο ο συντάκτης του λεξικού Larousse. Εντούτοις, το μέλλον δεν φαίνεται πια ρόδινο.

Πέρασε πλέον ο καιρός”, γράφει στον Le Monde des Debats” ο καθηγητής της Ιστορίας Joselyn de Noblet, που οι τεχνολογικές αναζητήσεις ήταν συνώνυμες με την ευφορία του αύριο. Σήμερα κάθε μελλοντολογική πρόγνωση, όταν αποτολμάται, προκαλεί άγχος και το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το μέλλον εμφανίζεται ως ένας συνδυασμός από ελπίδες και εφιάλτες, ένα σύμπλεγμα που θεωρούμε ότι θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να ξεδιαλύνουμε”.

Το τέλος της ευφορίας ταυτίζεται συνήθως με την πετρελαϊκή κρίση του 1973, η οποία συμβολίζει και το τέλος της θριαμβευτικής τριακονταετίας που ακολούθησε ανέλπιστα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. “Παρακολουθούμε σήμερα”, γράφει ο De Noblet, τη ριζοσπαστική αποσύνδεση της ανάπτυξης των τεχνολογικών επιστημών, που δημιούργησαν τις ‘νέες τεχνολογίες’, από την έννοια της προόδου της κοινωνίας”. Η εξήγηση του φαινομένου αυτού δεν είναι απλή: “Ίσως η εξέλιξη και η συνθετότητα των τεχνολογικών συστημάτων να μην προσαρμόζονται πλέον στην έννοια του μοντέρνου όπως την εννοούσαμε ώς τώρα και να μας κάνουν να βλέπουμε το μέλλον όχι ως συνέχεια του παρόντος αλλά ως ρήξη με το παρόν”, πράγμα που προκαλεί φυσικά ανασφάλεια.

Η τεχνολογική ανάπτυξη του παρελθόντος πήρε τη μορφή της επινόησης εργαλείων, οργάνων και μηχανών που κατέστησαν δυνατή την εκμετάλλευση της φύσης και την παραγωγή προϊόντων. Ομολογουμένως, “σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί κανείς να οραματίζεται το μέλλον χωρίς φόβο”. Η εξέλιξη από τη δεκαετία του 1960 της μοριακής βιολογίας και της γενετικής, που μας δημιουργεί τη δυνατότητα επέμβασης πάνω στην ίδια τη ζωή, κλόνισε τα θεμέλια του τεχνολογικού συστήματος, ενώ η ατομική ενέργεια άνοιξε τον δρόμο για την κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής. Αντίστοιχα, η πρόοδος των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων υπήρξε ιλιγγιώδης, από τους δορυφόρους και τις υπέρυθρες ακτίνες ώς τις ανησυχητικές εικονικές πραγματικότητες.

Οι πολλαπλές δυνατότητες”, καταλήγει ο De Noblet, που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, και τις οποίες δεν χρειάζεται εδώ να απαριθμήσουμε, είναι αποσταθεροποιητικές, αν μη τι άλλο, γιατί δεν ανταποκρίνονται σε ένα συγκεκριμένο όραμα”. Το χάσμα ανάμεσα στο φυσικό και στο τεχνητό τείνει να γεφυρωθεί. “Αυτοί που πιστεύουν”, επισημαίνει ο αρθρογράφος, “ότι η ίδια η τεχνολογία πρέπει να δώσει λύση στα προβλήματα που δημιουργεί αποτελούν μειονότητα, ίσως όμως έφθασε ο καιρός να αναρωτηθεί κανείς αν η επόμενη χιλιετηρίδα θα είναι εκείνη όπου διανοούμενοι και ειδικοί θα οραματίζονται τρόπους για να αποφύγει κανείς τις ουτοπίες και να οικοδομήσει τελειότερες και πιο ελεύθερες κοινωνίες”.

Τα πυρά του μέσου ανθρώπου συγκεντρώνει επίσης η ουτοπικής εμπνεύσεως αρχιτεκτονική. “Φαινομενικά”, γράφει χαρακτηριστικά η Ziva Sternhell της Ακαδημίας Τεχνών της Bezalel της Ιερουσαλήμ, “είναι πολύ εύκολο να στιγματίσει κανείς τις αδυναμίες και τα ελαττώματα του μοντερνισμού και με αυτόν τον τρόπο να καταγγείλει την ουτοπία ως παγίδα. Από αυτήν την άποψη, για τη μεταμοντέρνα κριτική η αρχιτεκτονική συνιστά προνομιακό στόχο: η απέραντη μονοτονία των εργατικών προαστίων έχει καταστεί σύμβολο μιας καταναγκαστικής ισότητας. Τα αστικά κέντρα, όπου κυριαρχεί το γυαλί και το μπετόν, αντιμετωπίζονται ως έκφραση τού πού μπορεί να φθάσει μια τεχνοκρατική εξουσία που, στο όνομα μιας ουτοπίας στην οποία κανείς δεν πιστεύει πλέον, εισβάλλει ακόμη και στην ιδιωτική ζωή των ατόμων”.

  • Η ουτοπία του φεμινισμού

Η υποχώρηση της ουτοπίας σημειώνεται επίσης και στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως “η απελευθέρωση των γυναικών είχε συνδεθεί με τις κοινωνίες του μέλλοντος”, όπως γράφει η Genevieve Fraisse, που είναι ερευνήτρια στο CNRS.

Ορισμένοι”, γράφει η Fraisse, θα εκπλαγούν αν τους πουν ότι τα γυναικεία κινήματα ήταν ή είναι φορείς μιας ουτοπίας. Ο φεμινισμός θεωρείται η απόλυτη μορφή του πολέμου των φύλων, μια αναμέτρηση για την εξουσία όπου οι γυναίκες επιτίθενται στους άνδρες”. Εντούτοις, η βαθύτερη προσδοκία του φεμινιστικού κινήματος είναι το να σταματήσει ο πόλεμος μεταξύ των φύλων. Είναι όμως αυτό δυνατόν; “Η σεξουαλικότητα, όπως και οι ερωτικές σχέσεις”, επισημαίνει η αρθρογράφος, “συνίσταται σε ένα παιχνίδι που προσομοιάζει σε μονομαχία. Εντούτοις η ισότητα και η ελευθερία δεν μπορούν να έχουν την έννοια της σύγκρουσης. Όπως πάντα η ουτοπία ενέχει ένα στοιχείο ψευδαίσθησης. Η ουτοπία του φεμινισμού είναι ότι μας αφήνει να φανταζόμαστε πως μπορεί να επέλθει ειρήνη μεταξύ των φύλων, μια ισότιμη μοιρασιά του κόσμου, μια ελεύθερη ανταλλαγή εξουσίας”. Σε τελική ανάλυση, πώς μπορεί κανείς να συμβιβάσει την ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που επιβάλλει το δίκαιο, “με την ανυπέρβλητη διαφορά μεταξύ των δυο φύλων”;

Συμπερασματικά, μπορεί κανείς να πει ότι στην παρούσα πολιτική, κοινωνική και οικονομική συγκυρία η θέση της ουτοπίας αμφισβητείται. Τι συνέπειες έχει αυτό; Για αιώνες η ουτοπία κινούσε τις δυτικές κοινωνίες. Ο Le Monde des Debats” παραθέτει σχετικά ένα απόσπασμα από το έργο “Ιστορία και Ουτοπία” του E.M. Cioran: Όπως ένα έθνος, για να ξεχωρίσει από τα άλλα, για να ταπεινώσει και να τα συντρίψει ή απλώς για να αποκτήσει μια μοναδική φυσιογνωμία, έχει ανάγκη από μια ιδέα που το οδηγεί και του θέτει στόχους δυσανάλογους προς τις πραγματικές δυνατότητές του, έτσι και μια κοινωνία δεν εξελίσσεται και δεν αποκτά καθαρή μορφή παρά μόνο αν της υποβάλλουν ιδεώδη που να ξεπερνούν τα μέτρα της. Η ουτοπία εκπληρώνει στη ζωή των κοινοτήτων τον ρόλο που διαδραματίζει η έννοια της αποστολής στη ζωή των λαών. Οι ιδεολογίες συνιστούν υποπροϊόν αλλά και χυδαία έκφραση των μεσσιανικών και ουτοπικών οραμάτων”. Με τέτοια δεδομένα αναρωτιέται κανείς τι συνέπειες μπορεί να έχει το τέλος της ουτοπίας.

__________________________

Πηγή: Le Monde | Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 1995

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή