Νεοφιλελευθερισμός και σοσιαλδημοκρατία τον 21ο αιώνα

Οι σοσιαλδημοκράτες, μπορούν να ανακτήσουν το μεταρρυθμιστικό τους προφίλ εάν επιλέξουν ως άξονες πολιτικής την κοινωνική οικονομία, τη συμμετοχική δημοκρατία και την πράσινη ανάπτυξη

by ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ
  • Γράφει ο Βασίλης Τακτικός

Ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία είναι δύο κύριες πολιτικές δυνάμεις που εναλλάσσονται στην εξουσία στις αρχές του 21ου αιώνα, συνεχίζοντας με το ίδιο σκηνικό, όπως όλο το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Μοναδική διαφοροποίηση είναι η παρουσία των Πράσινων καθώς έχει μπει στην πολιτική ατζέντα το περιβάλλον και η κλιματική αλλαγή. Οι συμμαχικές κυβερνήσεις μεταξύ τους στις κυριότερες χώρες της Ευρώπης είναι επίσης μια συνήθης πρακτική που αμβλύνει τις ιδεολογικές διαφορές.

Μια γρήγορη ματιά στις εξελίξεις όμως μας δείχνει ότι ο πολιτικός εκσυγχρονισμός δεν ακολουθεί τον θεαματικό τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της παραγωγικότητας που εξασφαλίζει η ρομποτική και ψηφιακή τεχνολογία.

Στην πολιτική συζητάμε ακόμη με όρους που διαμορφώθηκαν πριν από 50 και 100 χρόνια, την περίοδο της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και όχι με τους όρους και τις ανάγκες της σύγχρονης ψηφιακής εποχής.

Η πολιτική ως επάγγελμα έχει εκτοπίσει τον εθελοντισμό στην πολιτική και τα μαζικά κινήματα και κατ’ αυτό τον τρόπο και τα ριζοσπαστικά της στοιχεία.

Οι νέες τεχνολογικές συνθήκες, ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους και των επιχειρήσεων, η εργασία στο σπίτι, στο πλαίσιο του καπιταλισμού της αγοράς ενώ αναπτύσσουν διαρκώς την παραγωγικότητα, ταυτόχρονα, αναπότρεπτα συρρικνώνουν τη μισθωτή εργασία.

Αυτό σημαίνει ότι δεν καλύπτονται όλες οι σημερινές κοινωνικές ανάγκες που αφορούν το κοινωνικό κράτος και η ανάγκη για την πλήρη απασχόληση στην αγορά εργασίας.

Ζούμε σε μία περίοδο που η αγορά μετά την πανδημία προσέφυγε στο κράτος – για να διασωθούν οι τράπεζες και οι μεγάλες βιομηχανίες από τη χρεοκοπία. Οι δυνάμεις της αγοράς που γεννούν το πρόβλημα δεν μπορούν να δώσουν λύση.

Το πρόβλημα επίσης είναι φανερό ότι δεν αντιμετωπίζεται μόνο με δημοσιονομικά μέτρα και φόρους. Οι δύο πλευρές του πολιτικού συστήματος κινούνται στο ίδιο πεδίο: φοροαπαλλαγές ζητούν κάθε φορά οι νεοφιλελεύθεροι με το επιχείρημα να γίνουν επενδύσεις και μέσω αυτών να προκύψει η ανάπτυξη, και νέους φόρους για τους πολύ πλούσιους προτείνουν οι σοσιαλδημοκράτες για τη μείωση των ανισοτήτων.

Όμως και στις δύο εκδοχές, παρά τα τεχνολογικά μέσα, η οικονομία βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία, ούτε σημαντική ανάπτυξη έχουμε ούτε καλύτερο κοινωνικό κράτος από τη δεκαετία του ’80 προκύπτει από αυτή την πολιτική στις χώρες της Δύσης.

Προφανώς, το κράτος δεν δύναται να επεκτείνει απεριόριστα τις δημόσιες δαπάνες για να καλύψει το κοινωνικό κράτος και την απασχόληση με επιδοτήσεις. Το αποτέλεσμα, το οποίο έχουμε, είναι ότι ο θρίαμβος του νεοφιλελευθερισμού έφερε τη μεγάλη ύφεση το 2008, που συνεχίζεται. Από την άλλη πλευρά η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία συμβιβάστηκε με αυτό το μοντέλο, χωρίς να έχει να προτείνει κάποια εναλλακτική σε σχέση με το επιχειρηματικό παραγωγικό μοντέλο. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, παρά τα μέτρα, πληρώνουν ελάχιστους φόρους για τα κέρδη τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μεγιστάνας πρώην πρόεδρος της Αμερικής Ντόναλντ Τράμπ που δεν πλήρωνε καθόλου φόρους.

Ουσιαστικά και οι δύο πλευρές του συστήματος στηρίχτηκαν εναλλάξ στην οικονομία της αγοράς και στο κράτος. Επέλεξαν το καπιταλιστικό παραδειγματικό μοντέλο, το οποίο δίνει προτεραιότητα στην ιδιωτικοποίηση και την αγορά. Δημόσιες υποδομές ιδιωτικοποιήθηκαν όχι μόνο από τους νεοφιλελεύθερους αλλά και από τους σοσιαλδημοκράτες.

Ωστόσο, είναι καιρός για κάποια μαθήματα από την ιστορία του 20ού αιώνα. Ζούμε σε μία περίοδο που η αγορά προσκύνησε το κράτος για να διασωθούν οι τράπεζες από τη χρεοκοπία. Το ιδεολόγημα της αυτορρύθμισης που υποστηρίζουν οι φιλελεύθεροι απέτυχε οικτρά. Αν δεν πληρώθηκε το κόστος των καταστρεπτικών συνεπειών είναι γιατί το κράτος κηδεμονεύεται, σε τελική ανάλυση, από την οικονομική ολιγαρχία. Είναι προφανές ότι το κόστος διάσωσης θα το πληρώσουν οι φορολογούμενοι.

Μας λένε ότι οι τράπεζες είναι πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν. Προτιμούν να πτωχεύσουν εκατομμύρια νοικοκυριά. Το κράτος έτσι αποδείχτηκε ότι είναι ένας μεροληπτικός διαιτητής.

Το κράτος αντιμετωπίζει το πρόβλημα για να καλύψει τις ανάγκες κοινωνικής πρόνοιας και να κάνει επενδύσεις εκεί που δεν ενδιαφέρεται να κάνει επενδύσεις η αγορά.

Επενδύσεις ζωτικής σημασίας αυτές οι επενδύσεις για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών και για την αντιμετώπιση της ανεργίας.

Αν λογαριάσουμε αυτά τα δεδομένα και για τις δύο πλευρές του καπιταλιστικού συστήματος, σε πρακτικό επίπεδο εφαρμογής των πολιτικών, οι αποκλίσεις είναι μικρές.

Μόλις μερικά εκατοστά πάνω οι σοσιαλδημοκράτες ενισχύουν το κράτος και μερικά εκατοστά κάτω οι νεοφιλελεύθεροι απομειώνουν το κράτος. Κοινός παρονομαστής είναι ένας ιστορικός συμβιβασμός, έστω ανομολόγητος μεταξύ κράτους και αγοράς, όπως έχει επαναληφθεί στο παρελθόν με την πολιτική του new deal. Όπου ο κρατικός καπιταλισμός συμπληρώνει τα κενά και τις αρρυθμίες της αγοράς.

Εκείνο που διαφοροποιεί αισθητά τις δυο μεγάλες κομματικές παρατάξεις που τις αποκαλούμε Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά είναι η παράδοση. Η παράδοση των μεταρρυθμίσεων και των καινοτομιών που επιδρά στην πολιτική κουλτούρα Και βαραίνει στις πολιτικές αποφάσεις. Η σοσιαλδημοκρατία έχει πλούσια παράδοση μεταρρυθμίσεων όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο αλλά στο επίπεδο των δημοκρατικών ελευθεριών και ατομικών δικαιωμάτων.

Έχει παράδοση σε σχέση με το κοινωνικό κράτος και, κατά μία έννοια, αποδείχθηκε ιστορικά περισσότερο φιλελεύθερη από τους φιλελεύθερους στην εξέλιξη της αστικής Δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων.

Σε ό,τι αφορά το παρόν και το μέλλον όμως η σοσιαλδημοκρατία, καθόσον συμβιβάστηκε με το νεοφιλευθερισμό, δεν έχει κάτι καινοτόμο να προτείνει στην οικονομία. Επαναλαμβάνει συνταγές του παρελθόντος για το κοινωνικό κράτος στα πλαίσια του Κεϊνσιανισμού και του κρατικού παρεμβατισμού. Περιορίζεται στον κορπορατιβισμό και τη συντεχνιακή οργάνωση της κοινωνίας στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δεν προτείνει ένα εναλλακτικό παραδειγματικό μοντέλο. Αναιμική είναι επίσης η σχέση της με την κοινωνική οικονομία.

Έχοντας υπόψη και τους πιο σύγχρονους θεωρητικούς που αποδέχονται την σοσιαλδημοκρατική αντίληψη δεν προκύπτει κάποια εναλλακτική. Διαβάζοντας το βιβλίο του Thomas Piketty “Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα”, ενώ διαπιστώνουμε την μεγάλη ακρίβεια στοιχείων για την πορεία των ανισοτήτων τους δύο τελευταίους αιώνες και συμβολή της σοσιαλδημοκρατίας στη μειωσή τους τα πρώτα 30 χρόνια μετά τον πόλεμο, παρατηρούμε στη συνέχεια ότι τα τελευταία 40 χρόνια οι ανισότητες μεγεθύνονται.

Ο συγγραφέας μάς προτείνει τη μείωση των ανισοτήτων με την επέκταση της φορολογίας των πλουσίων και των φορολογικών παραδείσων – μια παλιά δοκιμασμένη συνταγή. Στην πράξη αυτή η συνταγή λειτουργεί υπό περιορισμούς καθώς οι μεγάλες εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να επανεπενδύουν τα κέρδη τους χωρίς φόρους και να αυξάνουν τα χαρτοφυλάκιά τους, κάνοντας τα κέρδη τους μετοχές, σε αξίες ακινήτων και υποδομών.

Διαβάζοντας, επίσης, στο βιβλίο της Σέρι ΜπέρμανΤο πρωτείο της πολιτικής” βλέπουμε πως αναδεικνύεται η υπεροχή της σοσιαλδημοκρατίας στις μεταρρυθμίσεις και ιδιαίτερα στις δημοκρατικές φιλελεύθερες κατακτήσεις. Όμως κι αυτό το σπουδαίο βιβλίο, η συγγραφέας πέρα από τη φορολογία δεν έχει να προτείνει τίποτε άλλο για τη μείωση των ανισοτήτων.

Σήμερα, οι ανάγκες για μεταρρυθμίσεις στην οικονομία αλλά και στη δημοκρατία απαιτούν περισσότερο συμμετοχικές διαδικασίες. Νέες αποτελεσματικές συμμετοχικές διαδικασίες με φόντο την ψηφιακή εποχή. Το ψηφιακό κράτος είναι που αλλάζει τα δεδομένα στην αποδοτικότητα της κρατικής μηχανής, καθιστώντας το αποτελεσματικό στην οικονομία των δημόσιων υποδομών και εκεί που η γραφειοκρατία μέχρι τώρα του ήταν εμπόδιο. Εξάλλου, τα παλιά εμπόδια των αποστάσεων έχουν ξεπεραστεί.

Η συμμετοχική δημοκρατία γίνεται εφικτή μέσω της ηλεκτρονικής Δημοκρατίας των ηλεκτρονικών ψηφοφοριών.

Η ψηφιακή εποχή μ’ αυτή τη διαδικασία αλλάζει και την κοινωνική οργάνωση αλλά και αυτή την οργάνωση τον κομμάτων.

Η άλλη σύγχρονη δυναμική είναι η κοινωνική οικονομία που αναδύεται στις προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης και Αμερικής αλλά παραμένει στο περιθώριο της πολιτικής.

Η Κοινωνική Οικονομία είναι το παραδειγματικό μοντέλο που συνδέεται με την ανάπτυξη και τη διεύρυνση της ζήτησης εργασίας, με την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, με την αξιοποίηση ανενεργών υλικών και ανθρώπινων πόρων.

Ο συνδυασμός επίσης της κοινωνικής οικονομίας με την πράσινη ανάπτυξη και τα βιολογικά προϊόντα και την οικονομία της κοινωνικής μέριμνας, είναι ο ποιοτικός στόχος αναβάθμισης της οικονομίας και διεύρυνσης της απασχόλησης με συλλογικές παραγωγικές πρωτοβουλίες.

Οι σοσιαλδημοκράτες, μπορούν να ανακτήσουν το μεταρρυθμιστικό τους προφίλ εάν επιλέξουν ως άξονες πολιτικής την κοινωνική οικονομία, τη συμμετοχική δημοκρατία και την πράσινη ανάπτυξη. Το τρίπτυχο που συνθέτει ένα νέο περιεχόμενο και ένα νέο παραδειγματικό μοντέλο, για το όραμα της σοσιαλδημοκρατίας τον 21ο αιώνα.

The following two tabs change content below.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ

Ο Βασίλης Τακτικός είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Παράλληλα, είναι συντονιστής του Πανελλήνιου Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Οικονομίας και εργάζεται ως εμπειρογνώμων σύμβουλος σε σχετικά προγράμματα Τοπικής Ανάπτυξης. Αναφορικά με την Τοπική Αυτοδιοίκηση προωθεί το μοντέλο των «Κοινωνικών Αναπτυξιακών Συμπράξεων» σε συνεργασία με τις Οργανώσεις Κοινωνίας Πολιτών με έμφαση στους τομείς της κοινωνικά υποστηριζόμενης Γεωργίας και κοινωνικών αγροκτημάτων – την αυτονομημένη ενέργεια, τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς υγείας, τον βιοτουρισμό – αγροτουρισμό, την πράσινη ανάπτυξη και το περιβάλλον. Διευθύνει την επιστημονική ομάδα Μελετών για την Κοινωνική Οικονομία. Έχει γράψει τα βιβλία: «Θεσμοί και εφαρμογές Κοινωνικής Οικονομίας», «Κοινωνική Οικονομία και Αυτοδιαχείριση. Τοπικές αναπτυξιακές συμπράξεις».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή