Νίκος Καζαντζάκης: Κόρδοβα, αλαργινή κι ολομόναχη…

by Times Newsroom 1

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Κόρδοβα, αλαργινή κι ολομόναχη…

 

ΓΥΜΝΕΣ, ξανθές, ακατοίκητες οι λοφοσειρές μετά από το Τολέδο. Χάρη αττική κι αραβίτικη ερημιά. Κάποτε ένα μεσαιωνικό καστέλι λάμπει στην κορφή του αψηλότερου λόφου, με τα μισογκρεμισμένα μουράγια, με τις ανοιχτές χάρβαλες καστρόπορτες, με τον πεινασμένο κισσό -τον τελευταίο εχτρό που ανεβαίνει. Μια εκκλησούλα με το άσπρο λιγνό καμπαναριό, μπροστά από το χωριό,, φαντάζει μακριάθε σαν πάπια με όρθιο λαιμό, , που κατηφορίζει στη βουνοπλαγιά και πίσω τα χαμηλά άσπρα σπιτάκια την ακολουθούν. Κι έτσι, ως τρέχει το τρένο, όλο τούτο το κοπάδι ζωντανεύει και τρέχει με αντίθετη φόρα.

Κ΄ποτε, πέτρες άσπρες λάμπουν μέσα στο κοκκινόχωμα, σαν ανθισμένα ασπράγκαθα. Πουθενά ίσκιος· ολούθε ωμό κάθετο φως. Σε μιαν κορφή άξαφνα είδα τον πρώτον ανεμόμυλο. Όρθιος με το σκουτάρι μπροστά της φτερωτής, έτσι μέσα στον ήλιο, αλήθεια φάνταζε σα μεσαιωνικός πολεμιστής με γκρίζα περικεφαλαία, κατάφραχτος, που ορμούσε. Και νιώθεις πόσο σωστά, με πόση καστιλιάνικη λογική, ο Δον Κιχώτης πήρε τους ανεμόμυλους για γίγαντες. Σε λίγο, στο γύρισμα του λόφου, άλλοι φάνηκαν, γραμμή, ο ένας πίσω από τον άλλο, στρατός. Ένα ανάβαθο ρυακάκι ακούστηκε ξάφνου σ’ ένα σταθμό να κακαρίζει από πέτρα σε πέτρα, σα γέλιο του Σάντσου.

Ανδαλουσία

Δίπλα μου στο τρένο ένας στρατιωτάκος κοντός, μαυριδερός, έφαγε, ήπιε, ακούμπησε στο παραθύρι, κοίταζε τους ανεμόμυλους κι άρχισε να τραγουδάει. Ένα τραγούδι παθητικό, όλο θάνατο κι έρωτα, με μονότροπη, σπαραχτικιά μελωδία. Η φωνή τινάζουνταν ψιλή, γιομάτη επίκληση, σα φωνή μουεζίνη στους σπαθάτους μιναρέδες. Παλιό μαυριτανικό τραγούδι, πριν να σκορπίσουν από την Ανταλουσία οι Αραβίτες κι οι Οβραίοι, και τώρα πάλι ζωντάνευε στα χριστιανικά χείλια του μλαχρινού στρατιώτη…

“Όνειρο νειρόμουν ψες τη νύχτα, – ονειράκι της ψυχής μου. – Την αγαπώ νειρόμουν πως κρατούσα στην αγκάλη. – Ξάφνου κερά χλομή αντικρίζψ, – πιο παγωμένη κι απ’ το χιόνι: – ‘Αγαπημένη μου, και πούθε μπήκες; – Και πούθε μπήκες, εδώ, ζωή μου,; – Οι πόρτες σφαλιγμένες τα παραθύρια, τα διχτάτα.’ – ‘Δεν είμμαι η αγάπη, ως αγαπητικέ, – εγώ ‘μαι ο Θάνατος απ’ το Θεό σταλμένος.’ – ‘Αχ, Θάνατε σκληρέ, – άσε με να ζήσω μια μέρα ακόμα!’ – ‘Μια μέρα δεν μπορώ, ια ώρα μονάχα σου αφήνω!’ – Γρήγορα γρήγορα ντύθηκε, – γρήγορα κατέβηκε στο δρόμο. – ‘Άνοιξε την πόρτα, περιστέρα μου, – άνοιξε την πόρτα, κοπελιά μου!’ – ‘Πώς να σου ανοίξω που η μάνα μου – δεν κοιμήθηκεν ακόμα!’ – ‘Αν απόψε δε μ’ ανοίξεις, – ποτέ πια δε θα μ’ ανοίξεις. – Ο Θάνατος με κυνηγάει. – Αχ, ας πέθαινα κοντά σου!’ – ‘Θα σου ανοίξω ευτύς το παραθύρι, – θα σου ρίξω σκοινάκι από μετάξι, – κι αν δεν φτάνει θα σου ρίξω, – αγαπημένε, τα μαλλιά μου!’ – Το ψηλό σκοινάκι κόπηκε, – κι ο Θάνατος εφάνη: – ‘Πάμε, αγαπητικέ, κι η μια ώρα – πέρασε που σου’χα χαρισμένη’ “.

Με την παθητικιά πικραμένη τούτη μελωδία μπήκαμε  στους ανταλουσιάνικους μυρισμένους κάμπους. Το τοπίο άρχισε να μερώνει, περβόλια φάνηκαν, χωριά έλαμψαν. Φούντωσε η ζέστη, το βαγόνι μύρισε από φαγιά και φρούτα κι από ανθρώπινον ιδρώτα. Τα πλατύγυρα σομπρέρος πλήθυναν· τα μάτια έγιναν πιο λιγουρεμένα, οι μύτες πιο καμπουρωτές κι οι ζώνες ολοκόκκινες. Σ’ ένα χωριό, φυτεμένο σε γκρίζα χώματα, μια γυναίκα πρόβαλε στο μαύρο χαμώγι της μ’ ένα μποξά πορφυρό στους ώμους. Όλο το σταχτί τοπίο σφαργίστηκε με τη σφραγίδα αυτή, σα βασιλικιά βούλα από καρμίνι. Τούτο το θάμα χαίρεσαι στην Ισπανία όπως και στην Ανατολή: Πνίγεσαι,κι άξαφνα ΄να χρώμα, μια ξαφνικιά μυρωδιά γιασεμιού, ένα τραγούδι – κι η καρδιά σου πηδάει κι όλα ξεχνιούνται.

Χωριάτες μπαίνουν ολοένα στο τρένο. Χείλια αδρά, ξουρισμένα ηλιοψημένα κεφάλια. Γιομώνει το βαγόνι φλούδες από πεπόνια, καρπούζια, μπανάες. Λύνουν και δένουν κουβέντες, γυναίκες με τις μαύρες μαντίλιες τους γελούν οι γέροι αμίλητοι, σκελεθρωμένοι, σα βασανισμένοι Απόστολοι που γύρισαν από τα πέρατα του κόσμου, ακουμπούν το πηγούνι στο ραβδί τους και κοιτάζουν χάμω. Κανένας δε διαβάζει, μήτε εφημερίδα. Στ’ ανταλουσιάνικα τούτα μάτια ξεκρίνεις ζωή, φινέτσα, ψυχόρμητο πολιτισμό, καμιά πνευματική περιέργεια ή ανησυχία.

Οι πρώτες χουρμαδιές φάνηκαν. Λιγνά, υπερήφανα ξόμπλια απάνω στον καταγάλανο ουρανό. Τα φρούτα πλήθυναν, τα περβόλια μύρισαν, έλαμψαν οι πικροδάφνες. Οι ώρες γίνουνται πιο αργές, ατέλειωτες απ’ τη λαχτάρα. Πότε να φτάσουμε στην Κόρδοβα! Σκυμμένος στο παραθύρι, ανυπόμονος, σιγομουρμουρίζω τους στίχους του φλογερού νέου ποιητή Λόρκα:

“Κόρδοβα. – Αλαργινή κι ολομόναχη. – Φοραδοπούλα μαύρη, μεγάλο φεγγάρι – κι ελιές στο διασάκι μου. -Αν και ξέρω τους δρόμους, – όμως ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα. – Μέσα στον κάμπο, μέσα στον άνεμο, – φοραδοπούλα μαύρη, μεγάλο φεγγάρι! – Ο Χάρος με αγναντεύει – απ’ τους πύργους της Κόρδοβας. – Αχ, τι ατέλειωτος δρόμος! – Αχ, δυνατή μου φοραδοπούλα! – Αχ, κι ο Χάρος μ’ απαντέχει, – πριχού να φτάσω στην Κόρδοβα! – Κόρδοβα! Αλαργινή κι ολομόναχη!”

Όλος ο γλυκός, μαλακός, γιομάτος ανθρώπινη θερμότητα αραβίτικος πολιτισμός της Ισπανίας ανεβαίνει στο νου μου. Η Ανταλουσία ήταν ένας κήπος με περίτεχνα καναλισμένα νερά, όπου καλλιεργούσαν το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο, το μπαμπάκι. Οι Αραβίτες αγαπούσαν τη γης, τα δέντρα, τα λουλούδια. Αυτοί πρώτοι έφεραν στην Ευρώπη την καμέλια, το γιασεμί, τη βερικοκιά, τη ροδακινιά, την πορτοκαλιά, τους χουρμάδες. Ήταν ακόμα ονομαστοί τεχνίτες στο σίδερο και στα δέρματα. Κανένας λαός δεν έφκιανε τόσο λυγερά κι ασύντριφτα ξίφη, τόσο λεπτές κι αδιαπέραστες πανοπλίες. Και συνάμα ήταν μεγάλοι μαστόροι στα μεταξωτά, στα φαρφουριά, στα γλυκά και στ’ αρώματα.

Το πνέμα, μέσα στους κήπους τούτους, μέρωνε κι αυτό και στολίζουνταν. Φώλιαζε και κελαηδούσε χαρούμενο στην “Αθήνα της Δύσης”, στην Κόρδοβα. Η Βιβλιοθηκη της Κόρδοβας είχε 400.000 τόμους, κι ειδικοί σοφοί μετάφραζαν αραβικά την ελληνική σοφία. Ποιος δε γνωρίζει το μεγάλο Καδή της Κόρδοβας, τον Αβερρόη; Νομομαθής, φιλόσοφος, γιατρός, σχολιαστής του Αριστοτέλη, αστρονόμος, αγωνίστηκε το μεγάλον αγώνα να φιλιώσει τη θεολογία με την επιστήμη. Κι αν τούτη η φράση του μονάχα μας είχεν απομείνει, θα’ξιζε να μείνει αθάνατος: “Η ηθική που βασίζεται στην ελπίδα της αμοιβής και στο φόβο της τιμωρίας είναι ανάξια του ανθρώπου και του Θεού· είναι ανήθικη!” Υπερηφάνεια κι αξιοπρέπεια αραβίτικη, ευγένεια της ράτσας, αφιλοκέρδεια της αδάμαστης ψυχής,  που δεν κάνει το καλό για να πλερωθεί μήτε αποφεύγει το κακό γιατί φοβάται! Πότε θα μπορέσει ο άνθρωπος να θεμελιώσει απάνω σε μια τέτοιαν αφιλοκέρδεια την αρετή του και την πίστη; Ίσως ποτέ, γιατί ποτε δε θα μπορέσει ο άνθρωπος ν’ απαλλαχτεί από την ελπίδα και το φόβο.

Εδώ, στις αραβίτικες βασιλικές Αυλές, οι ποιητές είχαν ανώτατη θέση· δεν ήταν, όπως στους Βυζαντινούς και στους Φράγκους, παράσιτοι και τζουτζέδες. Ήταν οι στενοί φίλοι του βασιλιά, παρηγορητές του και συμπότες, στρατιώτες μυστικοί που καταχτούσαν τις πιο αθάνατες επαρχίες. Ο χαλίφης Μουτασέν έλεγε στον ποιητή του Ισάα-ελ-Μωσιλύ: “Όντας σε ακούω, ισάα, να τραγουδάς, μου φαίνεται πως τα σύνορα του βασιλείου μου πλαταίνουν.” Αγαπούσαν ό,τι καλό είχε ο κόσμος τούτος, τα λουλούδια, τις γυναίκες, το κρασί. Ο ποιητής Μοσλίμ χαιρετάει την κούπα τη γιομάτη κρασί: “Είναι η βασιλοπούλα, ο πατέρας της ήταν μάγος, έγινε μουσουλμάνα γιατί λαχτάρισε το φιλί μας. Τη ζητήσαμε σε γάμο, και τώρα, να, μας τη φέρνει ο προξενητής με σοβαρό κι επίσημο περπάτημα.”

Κι όπως το συνηθίζουν οι μεγάλες ανατολίτικες ψυχές, έσμιγαν κι εδώ οι Άραβες τις αντίθεσες, που τόσο δύσκολα χωρούν στις δυτκές ψυχές: τη γλύκα της ζωής, το ασάλευτο φαγοπότι, τ’ οκνό χάδι, με την άγρια πολεμικιά μανία. “Ρίξου στην καρδιά της μάχης, τους τραγουδούσε ο ποιητής Ελ-Αντβανί, όταν και τα πιο ατρόμητα παλικάρια κωλώνουν και δεν τολμούν! Κι όταν τύχει έενα δύσκολο έργο, εσύ να παίρνεις απάνω σου όλη την ευθύνη!”

Τ’ ανταλουσιάνικα περβόλια στάθηκαν οι χαρούμενες Θηβαϊδες στους Αραβίτες μυστικούς. Απ’ εδώ ξεκίνησαν για το μεγάλο τους ταξίδι στο Θεό, περνώντας ένα-ένα και τους πέντε σταθμούς: πρώτα-πρώτα το “σταθμό της Απάρνησης”· αρνιούνται, δε θέλουν πια τις ηδονές της γης. Φτάνουν στο  “σταθμό της Λατρείας”, λατρεύουν με αφιλοκέρδεια και ταπεινότητα τον αλλάχ, χωρίς να του ζητούν καμιά αμοιβή. Έπειτα αρχίζει το ταξίδι προς τον ουρανό, δεν είναι πια βυθισμένοι στη θεωρία, ζουν, περπατούν, ενεργούν. Φτάνουν στον τέταρτο “σταθμό της Εκμηδένισης”· θυσιάζουν πια εξωτερική κι εσωτερική ζωή στον Αλλάχ, κι έτσι φτάνουν στην κορφή της ανάβασης, στη “ζωή μετά την εκμηδένιση”. Ο άνθρωπος έφτασε πια στη Φάανα, στην ένωση με το Θεό, έγινε Κοντμπ, δηλαδή αξόνι του κόσμου, άστρο πολικό.

Έτσι εφτά αιώνες οι Άραβες πότιζαν τη γης, ξόμπλιαζαν τις πέτρες, στόλιζαν την ψυχή τους. Σύννεφα ανοιξιάτικα οι μοχτοι τους, και σκόρπισαν. Ήρθαν οι εμφύλιοι σπαραγμοί, ήρθαν οι χριστιανοί. Τα κανάλια που πότιζαν τη γης έφραξαν, οι κήποι μαράθηκαν, τα σιντριβάνια στέρεψαν. Η τέχνη, το τραγούδι, η γυναίκα, θεωρηθηκαν θανάσιμες αμαρτίες. Το μισοφέγγαρο βασίλεψε, η Κόρδοβα σκοτείνιασε, κι η λάμψη της δε ζει παρά στη θύμιση και στη φαντασία. Στο τρικυμισμένο ακρογιάλι του καιρού έσβησε σαν αφρός. “Έβαλε, καθώς λέει ο ποιητής Φαρίντ-Εδίν-Ατάρ, το μαντύα του τίποτα κι ήπιε από το ποτήρι της Εξαφάνισης. Σκέπασε το στήθος της με τη Λιγοθυμιά και τυλίχτηκς το μπουρνούζι της Ανυπαρξίας.

Τι απόμεινε απ’ όλο τούτο το φωτερό παιχνίδισμα απάνω στους ανταλουσιάνικους κάμπους; Ένα θάμα. Το τζαμί της Κόρδοβας, η Μεθκίτα, το δροσερό σπίτι του Μουχαμέτη με τις 850 κολόνες.

Ήταν πια δειλινό όταν έφτασα στην Κόρδοβα. Ο αγέρας είχε δροσίσει λίγο, τα στήθια ανάσαναν, τα περβολιάκια μέσα στα σπίτια μύρισαν. Στην πλατιά λεωφόρο του Γκραν Καπετάν όλη η Κόρδοβα έκανε αργά το βραδινό περίπατό της. Πώς να ξεχάσω ποτέ την ώρα αυτή; Αλαφριά μέθη σάλευε το νου· ο αγέρας μύριζε χλιός, πηχτός, σα να’χα μπει σε κλειστό ανατολίτικο περβόλι. Στράφηκα κι είδα: όλες οι γυναίκες είχαν καρφώσει στα μαλλιά τους ένα μπουκέτο γιασεμί.

Οι μαύρες διάφανες μαντίλες ανέβαιναν αλαφριά απάνω από τις αψηλές χτένες, και τα μάτια μέσα στο σούρουπο έλαμπαν βελουδωτά, πλημμυρισμένα ίσκιο. Οι βεντάλιες σάλευαν ήσυχα-ήσυχα πάνω στα στήθη -σα να νανούριζαν, να’θελαν ν’ αποκοιμήσουν τ’ ανύπνωτα δίδυμα… Οι άντρες φορούσαν τα περίφημα σομπρέρο, πλατύγυρα, αψηλά, κολλαριασμένα, και ξαφνικά θαρρείς πως όλη τούτη η πλατεία είναι θέατρο και παίζεται μια σοβαρή παντομίμα με ισπανική υπόθεση.

Μια κουτσή αλλήθωρη περνάει μ’ ένα δίσκο φραγκόσυκα καθαρισμένα και τα πουλάει σα να τρατέρνει. Στα σγουρά αράπικα μαλλιάτης έχει καρφώσει ένα θαμαστό κίτρινο ρόδο. Σε μια γωνιά ένα κοριτσάκι, ώς έξι χρονών, κοιτάζει με λαχτάρα ένα πανέρι γιασεμί που πουλούσε μια γριούλα. Στάθηκα, της αγόρασα ένα ματσάκι και το απίθωσα στα μαλλιά της. Δε θα ξεχάσω όχι τη χαρά παρά την αρπαχτικιά χειρονομία, πώς το άδραξε, πώς το πέρασε στα μαλλιά και χάθηκε στα σκοτεινά σοκάκια. Από ένα χαμηλό μπαλκόνι μια γυναίκα χλομότατη, με κατακόκκινα βαμμένα χείλια, με τεράστια μάτια, πρόβαλε. Κρατούσε μια βεντάλια μαύρη, έσκυψε με ορμή, λύγισε όλη, ακούμπησε το στήθος της στα σιδερένια κάγκελα κι ερευνούσε αρπαχτικά στο δρόμο τους άντρες.

Ο Μουχαμέης έλεγε: “Τρία πράματα μου αρέσουν: τα λουλούδια, οι γυναίκε κι απάνω απ’ όλα η προσευχή.” Μα όταν είναι καλοκαιριάτικο δειλινό κι είναι τα μαλλιά των γυναικών στολισμένα με γιασεμιά, τότε και τα τρία -λουλούδια, γυναίκες και προσευχή- είναι ένα.

Από ένα κατάξερο λόφο κοιτάζω καταβορρά τις χαμηλές βουνοπλαγιές. Προσπαθώ μέσα σττο γαλάζιο σούρουπο να βρω το ευτυχισμένο ύψωμα όπου ο φουμιστός σουλτάνος Αβδ-ελ-Ραχμάν έχτισε για το χατίρι μιας γυναίκας που αγαπούσε ένα μαγικό παλάτι: τη Μεδίνα-Αζ-Ζουχρά. Στο χωματένιον αυτόν παράδεισο ζούσαν 6300 γυναίκες, 3750 παιδόπουλα, 12000 φρουροί και μουνούχοι ντυμένοι στο μετάξι. Οι οροφές ήταν από κυπαρισσόξυλο, χρυσάφι και σεντέφι, οι τοίχοι από διάφανα μάρμαρα και χρυσά μωσαϊκά. Οι κήποι ήταν απέραντοι -κάθε χώρισμα είχε από 14000 ομοιόμορφα δέντρα, ροδιές, πορτοκαλιές, μηλιές, κι ανάμεσα στα δέντρα σεριάνιζαν  οι πολεμιστές, οι ποιητές, οι γυναίκες. Ο ποιητής Αμρ-μπεν-Αμπούλ-Χαμπάτ τραγουδούσε: “Εδώ, μέσα στους κήπους τούτους, σου πρέπει, βασιλιά, να κάθεσαι και να καλωσορίζεις τη Νίκη, να καλωσορίζεις και τους νικημένβους, και να στέκει δεξιά σου η απόφαση, στεφανωμένη μ’ ευτυχία.”

Τώρα κοιτάζω τις βουνοσειρές και μάχουμαι να βρω πού να ήταν χτισμένο το παλάτι. Μα όλα βούλιαξαν, περβόλια, γυναίκες και σοφοί. Ίσως να σώζεται ακόμα κανένα βραχιόλι κάτω στη γης, κανένα προύντζινο λεγένι με ρητά ου Κορανιού ή κανένα σαγόνι αλαφροκόκαλο με μικρά κάτασπρα δοντάκια: “Είμαστε λυγμοί καμωμένοι από σάρκα, και κανένας δε μας ακούει.”  Κι ΄μως είναι σωστό να φωνάζουμε , να μην υποταζόμαστε, και σαν τον Δον Κιχώτη κι εμεις πεθαίνοντας ν’ αρνιούμαστε το θάνατο. Και μου αρέσει απόψε να βάλω στ’ αχόρταγα ευγενικά χείλια του Αβδ-ελ-Ραχμάν τους πικρότατους στίχους του Ομάρ Καγιάμ: “Αχ, αγαπημένη, άραγε θα μπορέσουμε εσύ κι εγώ – να συνωμοτήσουμε ενάντια στη Μοίρα; – και ν’ αρπάξουμε το θλιβερό σχέδιο του κόσμου; – Δε θα το ξεσκίζαμε κομμάτια-κομμάτια, – και δε θα το σχεδιάζαμε πιο σύμφωνα με την ευγένεια της καρδίας.”

Εδώ στην Κόρδοβα, ο ύπνος είναι βαρύς, πηχτός από ονείρατα στοιχειωμένα. Άνοιξαν οι καταπαχτές του νου, βρουκολάκιασαν και χύθηκαν απάνω μου παμπάλαιες πεθυμιές, και το πρωί που ξύπνησα δε θυμόμουν τίποτα· μονάχα το στόμα μου ήταν πικρότατο. Ο πρώτος λογισμός μου πήγε στη δροσερή μυστική Μεθκίτα, που με περίμενε. Λούστηκα, δροσέρεψα, πήρα τα στενά δρομάκια κι η καρδιά μου χτυπούσε. Δε ρωτούσα κανένα, πήγαινα σίγουρα, σα να γύριζα στο πατρικό μου το σπ΄τι. Άξαφνα, αψηλά μουράγια σηκώθηκαν μπροστά μου, μια πλατιά μισανοιγμένη πόρτα έλαμψε στον πυρωμένον ήλιο, και πίσω της κυπαρισσόκορμες πορτοκαλιές με τα μαυροπράσινα φύλλα.

Πώς να στορηθεί η συγκίνηση, ήσυχη, γλυκότατη, που σε κυριεύει ευτύς ως δρασκελίσεις το κατώφλι, περάσεις τις πορτοκαλιές και βυθιστείς μέσα στο δροσερό μεσόφωτο, όπου φωσφορικές λαμπυρίζουν οι κολόνες! Τέτοια χαρά θα νιώθει κι ο γαλάζιος βάβουλας, όταν μπαίνει, με το κεφάλι μπροστά, μεσημέρι, μέσα στο μεγάλο ρόδο.

Πρώτα-πρώτα αναγάλλιαση σωματική. Έξω ήταν η αβάσταχτη ζέστη, δεν μπορούσες ν’ ανασάνεις, τα μάτια σου τυφλώνουνταν από το αστραφτερό αντιλάμπισμα που έριχναν τ’ ασβεστωμένα σπίτια. Μα ως δρασκελίσεις το κατώφλι, το βλέφαρο αναπαύεται, δροσίζουνται τα μελίγγια, κι όλο το σώμα θαρρείς βυθίζεται σε δροσάτο ήσυχο πέλαγο. Και μαζί με το σώμα αναγαλλιάζει κι η ψυχή. Νιώθεις πως μπαίνεις όχι στο κάστρο του φοβερού Ιεχωβά, μήτε στο φτωχικό χαμώγι του σταυρωμένου Ιησού· παρά στη δροσερή, ευωδάτη τέντα του μελαχρινού Προφήτη, με τις ψάθες της, με το λαγήνι το νερό και με το γέλιο της αθώρητης μικρής γυναίκας πίσω από τα διχτάτα.

Τι γήινη χαρά, τι ισορρόπηση ανθρώπου και Θεού, πώς περπατάει πάνω στη γης, σαν πραγματικότητα καθημερινή, η φαντασία! Δεν έρχεται εδώ ο Θεός μέσα σε αστραπές και βροντές, και τα βουνά δεν καπνίζουν· μήτε κατεβαίνει φτωχός σα ζητιάνος και δε σταυρώνεται μέσα στα γιουχαητά και τα αίματα. Έρχεται εδώ ο Θεός σαν ένα προύντζινο τάσι κρύο νερό, σαν ένα πουλί, σαν το αγαπημένο μπουλ-μπουλ, το ανατολίτικο αηδόνι. Και γι’ αυτό πρέπει να’μαστε πάνα έτοιμοι. Τι θα πει έτοιμοι; Καθαρή καρδιά και καθαρό νιόλουστο κορμί. “Ο Θεός, λέει ο Προφήτης, δε βλέπει με καλό μάτι όσους παρουσιάζουνται μπροστά του ξεχτένιστοι.” Γι’ αυτό και κρατούσε πάντα ο Μουχαμέτης χτένι, ψαλίδι, αρωματικό λάδι για τα μαλλιά κι ένα καθρεφτάκι.

Όμοια κι η μαρμαρένια τούτη τέντα, που άπλωσε ο Προφήτης για να δεχτεί το Θεό, ξεχειλίζει από τρυφερή αγάπη, της ζωής. Μήτε τρόμος, μήτε θλίψη· χαρά σε κυριεύει, αλαφριά μέθη, προχωράς ανάμεσα στις χαμηλές, χαριτωμένες κολόνες, σε κάθε βήμα νιώθεις την καρδιά σου λεύτερη να διαλέξει, να πάρει όποιο δρόμο θέλει, όλοι καλοί, ο Θεός παντού, μπήκες στο σπίτι σου δεν μπορείς πια να χαθείς.

Η συγκίνηση που σε κυριεύει είναι εντελώς μουσική. Ευτύς εξαρχής σου δίνεται το μοτίβο, η απλότατη μελωδία: ανάμεσα σε κάθε δυο κολόνς ένα αραβικό τόξο, κι από πάνω του ένα άλλο, πιο σφιμένο· το μοτίβο αυτό έρχεται και ξανάρχεται ακατάπαυτα, σαν αντίλαλος. Μαθηματική ακρίβεια στην έκσταση, αυστηρό γεωμετρικό διάγραμμα στη φαντασία. Άλγεβρα και Χαλιμά. Χαίρεσαι βλέποντας το ανθρώπινο μυαλό, χωρίς να χάνει την αλαφράδα και τη χάρη, να κυβερνάει την ύλη.

Από τα χρωματιστά παράθυρα μπαίνει το φως κι ο γέρας, το τζάμι, σε κάθε μετακίνηση του ματιού, παίρνει και νό χρώμα -σκούρο βυσσινί, πράσινο, γαλάζιο, πορτοκαλί. Όλος ο αχνόφωτος ναός είναι ένα πλούσιο πολύχρωμο όραμα, ισόρρυθμα κομμενο από τιςς μαρμαρένιες κολόνες. Κι οι κολόνες τούτες δεν είναι αψηλές, όπως στις γοτθικές εκκλησιές. Δε χάνεται ασήμαντο ανάμεσά τους το ανάστημα του ανθρώπου. Είναι σαν αδερφάδες μας, λίγο αψηλότερές μας, και μας χαμογελούν μέσα στον ίσκιο. είναι από πράσινο, κίτρινο, άσπρο μάρμαρο κι από πολύτιμο πορφυρίτη. Άλλες βυζαντινές, άλλες αραβίτικες, άλλες αρχαίες. Ώς εκεί που φτάνει ττο μπόι τού ανθρώπου έχουν τριφτεί και γυαλίζουν, γιατί, τόσους αιώνες, αναρίθμητα κορμιά πιστών ακούμπησαν απάνω τους.

Ποτέ δεν είδα πιο χαρούμενο, πιο ενανθρωπισμένο ναό.

Είναι ένας ύμνος νικητήριος κι εγκάρδιος στο Θεό. Ο άνθρωπος, ο στρατιώτης, γυρίζει από τον πόλεμο και φέρνει στο στρατηγό του, το Θεό, τα καλά μαντάτα· κι η τέντα απάνω στη γης απλώθηκε για να δεχτεί το θεό και τον άνθρωπο, στη στιγμή της μκαλής αγγελίας.

Στον Παρθενώνα, το μυαλό σου χαίρεται για τη στέρεη λογική του ανθρώπου· στις γοτθικές εκκλησιές, μέσα στα πέτρινα δάση, τα πανύψηλα και σκοτεινά, σε κυριεύει τρόμος· νιώθεις κάπου στο βάθος, πίσω από τις κολόνες, ενεδρευει σα λιόντας πεινασμένος, ο αΑόρατος. Εδώ, στο τζαμί τούτο, αντιλαλάει η χαρά του ανθρώπου, περνάς από αψίδα σε αψίδα σα νικητής, σε κάθε σου βήμα αλλάζει ο γίσκιος και το φως, μετατοπίζουνται οι κολόνες, σαλεύουν όλες οι μαρμαρένιες αδερφάδες μας σα να χορεύουν. Χαρά, αγάπη της γης, ευγνωμοσύνη στον Αλλάχ που έπλασε τόσο θαυμαστά προσαρμοσμένα στο σώμα μας και στην ψυχή μας όλα τ’ αγαθά της γης -τα φρούτα, τα πουλιά, τη γυναίκα και τον πόλεμο…

Κάθουμαι στη ρίζα μιας κολόνας, μπροστά από το ιερό Μιχράμπ, το μουσουλμανικό Άγιο Βήμα. Εδώ σώζουνται ακόμα ακέραια τα θαμαστά σκαλίσματα απάνω στην πέτρα και στο ξύλο. Άφραστη είναι η αρμονία· ανάμεσα στα σκαλίσματα περιπλεμένα λάμπουν τα ρητά του Κορανιού από χρυσωμένο κρουστάλλι. Εδώ ήταν ξαπλωμένο το γιγάντιο Κοράνι που το’χε γράψει με το χέρι του ο Οσμάν· ντυμένο με σμαράγδια και ρουμπίνια, και τόσο βαρύ, που δεν μπορούσαν να το κουνήσουν δυο άνθρωποι. Χάθηκε· ένα μονάχα σώζεται: Γύρα τρογύρα, σε φαρδύ κύκλο, είναι φαγωμένες οι πέτρες, γιατί εδώ, οι πιστοί μουσουλμάνοι σούρνουνταν κατάχαμα εφτά φορές κι έχουν λιώσει τις πλάκες.

Διάφανα μάρμαρα, κρουστάλλια χρωματιστά, σεντέφι, πολύτιμα ξύλα, μεταξωτά χαλιά το χειμώνα, ψάθεες δροσερές το καλοκαίρι… Εφτά χιλιάδες καντήλια, οχτακόσιες ασημένεις καντήλες που καίγαν αρωματικό λάδι· τρεις από αυτές ήταν τεράστιες: έκαιγε η καθεμιά σαράντα κιλά λάδι κάθε νύχτα. Οι καμπάνες του Άγιου Ιακώβου της Κομποστέλλας σουρώθηκαν εδώ σκλάβες, τις αναποδογύρισαν, τις κρέμασαν με ασημένιες αλυσίδες, τις γιόμωσαν και τις έκαμαν καντήλες, ν’ ανάβουν βουβές πια και να φωτίζουν ένα άλλο πρόσωπο του Θεού.

Σηκώθηκα από τη ρίζα της κολόνας. Όλος τούτος ο ανατολίτικος πλούτος μεθάει την καρδιά μου. Όλη τούτη η χαρούμενη επαφή  με το Θεό μου αρέσει σαν ξωτικό παραμύθι -ανοίγεις, ανοίγεις πόρτες κόκκινες, πράσινες, τριανταφυλλιές, και πας και πας και δεν έχει η μαγική πορεία τελειωμό…

Άξαφνα, εκεί που πήγαινα βυθισμένος σε ανείπωτη απαντοχή, σηκώνω τα μάτια: μέσα σε τούτη την αναγάλλιαση, που η ψυχή, τη βλέπεις με τα μάτια σου, κίνησε να βρει το θεό, ανάμεσα σε δυο κολόνες είδα να κρέμεται τεράστιος, όλο αίματα, ο σταυρωμένος Χρισός. Τον ξέκρινα μέσα στον ίσκιο να σπαράζει, έτρεχαν οι πέντε του πληγές, η Παναγία στα πόδια του λιποθύμησε, κι ο Ιωάννης άνοιγε σπασμωδικά το στόμα του και μούγκριζε.

Δεν μπορούσα να τον βλέπω. Η γης είναι ανθισμένο μονπάτι που μας πηγαίνει στο μνήμα…

  • Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη “Ταξιδεύοντας- Ισπανία”

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή