Νίκος Κρανιδιώτης: Λυκόφως | Διήγημα

Από το ημερολόγιο ενός δασκάλου της επαρχίας

by Times Newsroom 1

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ

Λυκόφως

ΕΙΝΑΙ κάμποση ώρα που κρατώ το μολύβι και δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω.

Δεν ήμουνα ποτέ σκεπτικιστής, μα, τώρα που μπαίνω στα χρόνια, αισθάνομαι πως μέρα με τη μέρα γίνομαι πιότερο δύσπιστος, κι απομακρύνομαι ολοένα περισσότερο από τον κόσμο. Φοβούμαι πως κατά βάθος είμαι ένας εγωιστής, ένας άρρωστος. Ο πατέρας μου μού κληροδότησε αρκετή ματαιοδοξία, κι η μάνα μου ένα μεγάλο κεφάλαιο νευρασθένειας. Ίσως, όταν περάσουνε ακόμη λίγα χρόνια, δεν θα’χω τίποτε για να κατηγορήσω τον πατέρα μου, αφού ίσαμε τότε θα του έχω πια μοιάσει σ’ όλους τους τρόπους και τις εκδηλώσεις της ζωής. Βέβαια εγώ δεν θα τα καταφέρω ν’ αφήσω τη γυναίκα μου και ν’ ακολουθήσω μιαν άγνωστή μου μπαλαρίνα, αφού δεν είμαι ακόμα παντρεμένος, κι αφού δεν μου παρουσιάστηκε ποτέ η ευκαιρία να το κάνω. Άλλωστε, τώρα τελευταία, δεν έχω επιτυχίες στις γυναίκες, κι έτσι δεν πρέπει καν να συλλογίζομαι μια τέτοια ιστορία. Οπωσδήποτε όμως έχω μέσα μου πολύ ζωηρό το αίσθημα αυτό της καταστροφής και της φυγής, που είχε κι ο μακαρίτης ο πατέρας μου, και νομίζω πως δεν θα δίσταζα ποτέ να θυσιάσω την αξιοπρέπεια και την περιουσία μου για μια περιπέτεια που θ’ άλλαζε κάπως τη ζωή μου. Βέβαια το ζήτημα παραμένει εντελώς θεωρητικό, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχω καμιά περιουσία και φοβούμαι πως δεν έχω ούτε και αξιοπρέπεια.

Ένας δάσκαλος, ένας αποτυχημένος λόγιος, σε μια μακρινή στενόκαρδη επαρχία, μ’ ένα μιστό που δεν επιτρέπει καμιά απερισκεψία και καμιά απολύτως περιπέτεια… Τώρα τελευταία όλη η ζωή μου καταναλίσκεται ανάμεσα στο σχολείο, την ταβέρνα και το χαρτοπαίγνιο…

Αυτά βέβαια είναι πράγματα που δεν διαφεύγουν την προσοχή των ηθικών και των νοικοκυραίων. Ώς τώρα ξέρω πως έγιναν τουλάχιστον τρεις αναφορές στο Υπουργείο εναντίον μου. Μα κι αυτό φαίνεται πως τελευταία βαρέθηκε πια να με μεταθέτει, κι εδώ και λίγα χρόνια μ’ εγκατέλειψε στην τύχη μου.

Σήμερα μπαίνω κιόλας στα σαραντατρία. Οι φίλοι μου με πιστεύουν για πολύ μεγαλύτερο, μ’ αυτό δεν έχει καμιά σημασία, γιατί κατάλαβα πια κι ο ίδιος την παρακμή. Τα μαλλιά μου έχουνε κιόλας αραιώσει υπερβολικά, κι αφήνουνε στο κούτελό μου ένα πλατύ μέτωπο με δυο μεγάλους κόλπους που εισχωρούνε βαθιά πάνω απ’ τους γκρίζους κροτάφους μου. Μια μεγάλη ρυτίδα χωρίζει στη μέση τ’ ακανόνιστα φρύδια μου και δίνει στην αδρή φυσιογνωμία μου μια έκφραση σκυθρωπή και λυπημένη. Μόνο τα μάτια μου διατηρούν ακόμη την παλιά τους ζωηρότητα, μα δύσκολα μπορεί κανείς να τα προσέξει μέσ’ απ’ τις ακανόνιστες πτυχές του πελιδνού προσώπου μου.

Ξέρω πως δεν πρόκειται να δοκιμάσω καλύτερες μέρες, ούτε κι έχω τη δύναμη ν’ αρχίσω πια μια νέα ζωή. Οι ρευματισμοί μου μ’ ενοχλούνε τελευταία υπερβολικά, κι η παλιά μου αρθρίτιδα με τις υγρασίες τού χειμώνα ξαναγύρισε οδυνηρότερη από πρώτα.

Κι όμως! Αυτή την άνοιξη νιώθω πως κάτι άλλαξε εντός μου, πως κάποιο μεγάλο μυστικό κρύβει για μένα ακόμα η ζωή! Βλέπω το πράσινο χνούδι των αγρών κι η καρδιά μου σκιρτά σαν τα μικρά ζαρκάδια τού βουνού. Αγοράζω κάθε μέρα μαργαρίτες και κυκλάμινα και στολίζω μ’ αυτά την κάμαρά μου. Τώρα τελευταία μάλιστα βάλθηκα να καρτερώ τα χελιδόνια, και δεν το κρύβω πως με στενοχωρεί πολύ, που ακόμα δεν φάνηκαν…

Αυτό βέβαια δεν μ’ εμποδίζει να ξενυχτώ και να πίνω. Ίσως κιόλας κατά βάθος να’μαι ένα χαμένο κορμί, που προσπαθεί, προβάλλοντας μια ψεύτικη ευαισθησία, να σώσει την ξεπεσμένη του αξιοπρέπεια. Πάντως τον τελευταίο καιρό δεν έχω κέφι για δουλειά, κι έχω παρατήσει όλα τα γραψίμια μου. Απορώ μάλιστα πώς μου’ρθε απόψε η ιδέα να καθήσω να γράψω τη ζωή μου, μια ζωή που στο κάτω-κάτω είναι εντελώς ταπεινή κι ασήμαντη, και δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό που να τη δικαιολογεί και να τη φωτίζει.

Σίγουρα, πως πίσω απ’ τη μετριοφροσύνη μου αυτή κρύβεται μια ματαιοδοξία αχαλίνωτη. Κατά βάθος όμως είμαι βέβαιος πως η τεμπελιά μου είναι μεγαλύτερη απ’ τη ματαιοδοξία μου, κι έτσι το ημερολόγιο αυτό (ας το πούμε ημερολόγιο) της ζωής μου δεν πρόκειται ασφαλώς να διαρκέσει πολύ. Άλλωστε είναι κάμποσος καιρός, (από δώδεκα χρόνια τώρα που τύπωσα τους τελευταίους στίχους μου), που έπαυσα πια να πιστεύω στο συγγραφικό μου δαιμόνιο, μ’ όλο που η αδελφή μου η Αντωνίνα εξακολουθεί ακόμα να νομίζει πως μια μέρα “θα καταχτήσω με το έργο μου τη φήμη!”

Τι κρίμα που η αδελφή μου η Αντωνίνα μένει τόσο μακριά, και δεν μπορεί να καταλάβει την πραγματικότητα!

Κι όμως! Κατά βάθος αυτό με κολακεύει και μ’ ευχαριστεί. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι που μιλούν τον τελευταίο καιρό μ’ εχτίμηση για μένα, ώστε κατάντησα να περιμένω μ’ αγωνία τα γράμματά της, όχι γιατί βέβαια ανησυχώ για την υγεία της, παρά μονάχα για να εντρυφήσω με αυταρέσκεια στους στερεότυπους επαίνους της: “Ναι, Δημήτρη! Είμαι τόσο βέβαιη που θα καταχτήσεις μια μέρα τη φήμη…” Άλλωστε, αν δεν μ’ ευχαριστούσε αυτό, δεν θα τη γέμιζα διαρκώς με ψέματα: πως τάχα πρόκειται να εκδώσω αυτές τις μέρες δυο βιβλία μου, πως όλα τα καλά περιοδικά εκλιπαρούν τη συνεργασία μου, πως τάχα έχω προτάσεις από σοβαρές εφημερίδες για τη στήλη του χρονογραφήματος, κι ένα σωρό καυχησιολογίες, που θα κοκκίνιζα αν τύχαινε να τις διάβαζε άλλος απ’ την αδελφή μου.

Βλέπετε, η Αντωνίνα Βαλτή είναι τόσο μακριά εκεί στην Ολλανδία, που δεν υπάρχει ελπίδα να μάθει ποτέ την αλήθεια…

Απόψε είμαι πολύ κουρασμένος! Αισθάνομαι λίγο αδιάθετος· το αίμα σφύζει στα μηλίγγια μου, και μου πυρώνει ελαφρά τα μάγουλα. Θα’πρεπε ίσως να παρατήσω το γράψιμο και να φωνάξω τη Μαρίκα –την υπηρέτρια– να μου βάλει βεντούζες. Είναι κάμποση ώρα τώρα που την ακούω να μπαινοβγαίνει στην τραπεζαρία και να κουδουνίζει τα πηρουνομάχαιρα. Ίσως κιόλας να της κάνει εντύπωση, γιατί από τρία χρόνια που εργάζομαι σ’ αυτό το μέρος, απόψε είναι το πρώτο βράδυ που μένω σπίτι ύστερα από το φαϊ.

Ένα τριζόνι έχει σκαλώσει ψηλά στην καπνοδόχο και θορυβεί. Έχω την εντύπωση πως μ’ εκνευρίζει. Μου είναι αδύνατο να εξακολουθήσω να γράφω. Άλλωστε άρχισα πάλι να κρυώνω.

Ακούω το γραίγο που θορυβεί στον ανεμοδείχτη. Το σκοτάδι έξω στον κήπο είναι πηχτό. Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο δεν μπορώ πια να διακρίνω τίποτα. Ούτε το φράχτη, ούτε τις μηλιές, ούτε τ’ αντικρινό μας σπίτι… Περίεργο! Κι ούτε ένα φως, ένα φωσάκι… Τόσο πολύ νωρίς λοιπόν κοιμάται εδώ ο άλλος κόσμος; Άραγε να’χει κοιμηθεί κι η Αγνή Κοζάκου; Εννιά η ώρα· και το παράθυρό της είναι σκοτεινό.

Ο Θεός ας ευλογεί τον ύπνο της. Θα’θελα να’βλεπα πολύ αυτή την ώρα τα καστανά της μάτια που ησυχάζουν κάτω από τις βελούδινες βλεφαρίδες της…

Η Μαρίκα εξακολουθεί να θορυβεί στο διάδρομο. Πηγαινοέρχεται και κουβεντιάζει με το Μούργο.

Τι να συλλογίζεται τάχα αυτή η γυναίκα; Τι να συλλογίζεται;

– “Μαρίκα! Άναψε λίγη φωτιά”.

Μ’ έχουνε πιάσει πάλι τα νεύρα μου. Και κρυώνω, κρυώνω σα να’ναι Γενάρης!

Μου είναι αδύνατο να εξακολουθήσω το γράψιμο.

Η Μαρίκα μπαίνει μ’ ένα καλάθι φρύγανα, και ξοπίσω της ο Μούργος χοροπηδά ολοένα και της σηκώνει ψηλά το φουστάνι.

Την παρακολουθώ σκυμμένη μπροστά στο τζάκι που προσπαθεί ν’ ανάψει τη φωτιά. Τα μάγουλά της είναι φουσκωμένα και κόκκινα σα γινομένη ντομάτα. Τα μαλλιά της είναι κολλημένα στους κροτάφους κι η αδρή καμπύλη του κορμιού της μετακινείται κάθε τόσο σαν αδούλευτο κούτσουρο.

– “Δε θα βγείτε απόψε, κύριε;”

Αισθάνομαι τα πράσινα μάτια της που με κοιτάζουν με αυθάδεια. Ύστερα την ακούω πάλι που ξεφυσά στα ροκανίδια. Το βλέμμα μου πέφτει στα γυμνα πόδια της.

– “Δόσε μου ένα ποτήρι μαρασκινό, και πήγαινε να κοιμηθείς!”

Δοκιμάζω μια βαθιά ικαοποίηση που φέρθηκα έτσι σ’ αυτή τη γυναίκα. Την ακούω που απομακρύνεται, και μετρώ κάθε βήμα της σαν ένα καινούργιο μου θρίαμβο.

Είμαι πάλι μόνος! Στο τζάκι σπιθοβολούν τα ξύλα και γεμίζουν το σπίτι με κόκκινες ανταύγειες.

Το τριζόνι έχει σωπάσει. Τι να’χει γίνει το καημένο;

Συλλογίζομαι τις αυριανές ασχολίες μου, το μάθημα των Λατινικών της Τετάρτης, την Ιστορία της Τρίτης: Νέρβας, Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος, Μάρκος Αυρήλιος, Κόμμοδος…

Ωραίο κι αυτό…

Είναι τόση ώρα που δεν μπορώ να γράψω τίποτα. Φέρνω στο νου μου τα χοντρά πόδια της Μαρίκας και κάνω τις πιο τολμηρές υποθέσεις. Είμαι έτοιμος να τη φωνάξω κιόλας, μα καταλαβαίνω πως αν το κάνω θα ξεπέσω πολύ απέναντι στον εαυτό μου. Προτιμότερο να φύγω.

Δέκα η ώρα.

Ο Ανδρέας Μανούσος θα περιμένει με το δήμαρχο στη Λέσχη. Μια παρτίδα μπριτζ, ένα μικρό ποκεράκι…

Όχι λοιπόν, Δημήτρη Μηνά! Δεν θα βγεις απόψε! Όχι! Άλλωστε δεν έχεις δεκάρα στην τσέπη σου. Σου τα πήραν όλα το απόγεμα”.

Δοκιμάζω το αίσθημα του ανθρώπου που νίκησε τον εαυτό του. Ανακαλύπτω στην ψυχή μου ένα σοβαρό υπόλοιπο αξιοπρέπειας και προσπαθώ να το διατηρήσω. Το στήθος μου φουσκώνει από περηφάνια. Έχω δάθεση να σηκωθώ, να περπατήσω μέχρι την πλατεία και να γυρίσω πάλι πίσω με ύφος συγκρατημένο και γαλήνιο. – “Να, που ο Δημήτρης Μηνάς βγήκε, κι όμως δεν κάθησε στο χαρτοπαίγνιο…” Κι είμαι τόσο βέβαιος για τον εαυτό μου… Εξακολουθώ όμως να μένω καθηλωμένος στο γραφείο μου. Καλύτερα, λέω, να περιοριστώ στο θεωρητικό μέρος της δοκιμασίας αυτής. Άλλωστε είμαι και κρυολογημένος. Δεν θα’πρεπε, δεν θα’πρεπε οπωσδήποτε να βγω…

Η σκέψη αυτή έχει γεμίσει το μυαλό μου εφιάλτες. Συλλογίζομαι πάλι όλα τα υπέρ και τα κατά, και δεν μπορώ ν’ αποφύγω το συμπέρασμα, ότι δεν είμαι τόσο ήρωας όσο νόμιζα πως ήμουνα στην αρχή. Αρχίζω δηλαδή πάλι να πιστεύω πως αν είχα χρήματα δεν θα καθόμουνα ούτε λεπτό στο σπίτι, κι ας ήμουν δυο φορές κρυολογημένος, απ’ όσο είμαι σήμερα.

Ανοησίες! Δεν θα’πρεπε να’μαστε τόσο αυστηροί με τον εαυτό μας. Ο άσωτος υιός γύρισε βέβαια στον πατέρα του όταν πια κόντευε να πεθάνει από την πείνα. Οπωσδήποτε όμως μετανόησε και γύρισε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει και μαζί μας.

Όχι, Δημήτρη Μηνά! Μη στενοχωριέσαι! Μπορεί βέβαια να μην είσαι ήρωας. Είσαι όμως ασφαλώς ο άσωτος υιός. Ο άσωτος υιός που μετανόησε…”

Κατά βάθος μού είναι πολύ ευχάριστη αυτή η σκέψη. Την επαναλαμβάνω διαρκώς στην ψυχή μου και δοκιμάζω τη γοητεία της. “Ο άσωτος υιός. Ο άσωτος υιός…” Τι κρίμα να είμαι τόσο μόνος και να μη μπορώ να εμπιστευθώ και κάπου αλλού το μυστικό μου…

Έντεκα η ώρα! Η νύχτα προχωρεί.

Το μαρασκινό έχει σωθεί από το μπουκάλι, κι η φωτιά έχει μεταβληθεί σε στάχτη μες στο τζάκι.

Θα έπρεπε να κοιμηθώ. Μα δεν έχω ακόμα διάθεση για ύπνο. Άλλωστε με πονά τόσο πολύ τ’ αριστερό μου πόδι, που θα μου είναι αδύνατο να κλείσω μάτι όλη τη νύχτα.

Έξω ακούεται ο γραίγος που θορυβεί στα φυλλώματα. Το τριζόνι σκάλωσε πάλι ψηλά στην καπνοδόχο και σφυρίζει.

Κοιτάζω τα ράφια με τα βιβλία μου, και προσπαθώ να σκοτώσω την ώρα. Ένα πηχτό στρώμα κίτρινης σκόνης αναπαύεται στα χωρίσματα και τα δερμάτινα καλύμματά τους. Αυτό το θέαμα με κάνει να λυπούμαι.

– “Πόσο είμαι μόνος, Θεέ μου! Πόσο είμαι μόνος!”

Αισθάνομαι το αίμα που ανεβαίνει στα μηλίγγια μου. Οι ωμοπλάτες μου κοντεύουν να εξαρθρωθούν από τον πόνο. Τρίβω τα χέρια μου να ζεσταθώ. Του κάκου! Το κρύο έχει εισχωρήσει στην ψυχή μου…

Σηκώνω το παντελόνι μου και βλέπω τις πρησμένες αρθρώσεις των ποδιών μου.

Θεέ μου! Γιατί! Γιατί…”

Ένα άστρο γλύστρησε μια στιγμή στο στερέωμα και σβήστηκε μονομιάς μέσα στο χάοςς.

Στήνω τ’ αυτί μου κι αφουγκράζομαι τη νύχτα. Ακούω το Μούργο που σκαλίζει στον κήπο τα ξερόφυλλα. Έχω την εντύπωση πως κάποιος με παρακολουθεί πίσω απ’ το τζάμι. Σηκώνω τα μάτια και βλέπω τη Μαρίκα.

Φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει στον κήπο, κι ο Μούργος τινάζεται διαρκώς και τη γαβγίζει.

– “Μαρίκα!” τη φωνάζω.

Την παρακολουθώ μια στιγμή πίσω απ’ το τζάμι κι ακούω τα βήματά της που πλησιάζουν στο διάδρομο.

Μια γλυκιά ταραχή γεμίζει πέρα ώς πέρα την ψυχή μου! Τίποτε άλλο δε σκέπτομαι.

– Μαρίκα!…

_________________________________________

  • Νίκος Κρανιδιώτης, Διηγήματα. Σειρά Ελληνικής Λογοτεχνίας Κύπρου. Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Λευκωσία 1994
Νίκος Κρανιδιώτης (1911 – 1997).

Ο Νίκος Κρανιδιώτης γεννήθηκε στην Κερύνεια της Κύπρου, γιος του Ιωάννη Κρανιδιώτη. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1928-1932) και στο Κέντρο Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Μετά το τέλος των σπουδών του εργάστηκε στην Κύπρο ως καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης (1937-1956). Διετέλεσε γυμνασιάρχης του Γυμνασίου της Κερύνειας (1937-1941), γενικός γραμματέας της Εθναρχίας Κύπρου (1952), γραμματέας της Β΄ και Γ΄ Παγκύπριας Εθνοσυνέλευσης (1954 και 1955). Για τη δράση του διώχτηκε από τις αγγλικές αρχές και κλείστηκε στις φυλακές Ομορφίτας και Κοκκινοτριμιθιάς (1956-1957). Μετά την αποφυλάκισή του έφυγε στην Αθήνα μετά από πρόσκληση του Μακάριου και εκλέχτηκε σύμβουλος της Εθναρχίας Κύπρου, θέση από την οποία πήρε μέρος σε πολλές διεθνείς αποστολές (Η.Π.Α., Γαλλία, Αίγυπτος, Μεγάλη Βρετανία και αλλού), ενώ διετέλεσε επίσης πρέσβης στην Αθήνα (1957-1979) μετά τη σύσταση της μεταβατικής κυβέρνησης Κύπρου και διαπιστευμένος στην Ιταλία, τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Ηγετικό μέλος της κυπριακής αντιπροσωπείας στη 13η και 14η γενική διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι (1964, 1966), κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας συγκρούστηκε με το καθεστώς των συνταγματαρχών και κατήγγειλε την αντικυπριακή πολιτική του και από το 1968 ως το 1979, οπότε αποσύρθηκε από τη διπλωματία, διετέλεσε πρύτανης του διπλωματικού σώματος στην Αθήνα. Παντρεύτηκε την Χρυσούλα Βύζακα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Ιδρυτής (1934) και διευθυντής (1948-1956) του περιοδικού “Κυπριακά Γράμματα” και του δημοσιογραφικού οργάνου της Εθναρχίας Κύπρου Ελληνική Κύπρος (από το 1949) συνεργάστηκε με κυπριακά και αθηναϊκά έντυπα όπως τα “Ελευθερία”, “Πρωινή”, “Πρωία”, “Αγωνιστής”, “Πνευματική Κύπρος”, “Το Βήμα”, “Ελληνική Δημιουργία”, “Νέα Δομή” και τις εγκυκλοπαίδειες του Πυρσού και του Ηλίου. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει ποίηση, πεζογραφία και φιλολογικές και πολιτικές μελέτες και δοκίμια. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1951 με την ποιητική συλλογή “Σπουδές”. Τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1974 για την Επιστροφή), το Μεγαλόσταυρο του τάγματος Γεωργίου Α΄, το Μεγαλόσταυρο Λεοπόλδου Β΄, το Χρυσό μετάλλιο του Πάπα Παύλου Στ΄, τον Χρυσό Σταυρό του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον Ταξιάρχη του τάγματος του Ιππέως της Μαδάρας, το παράσημο του Σταυρού Α΄ τάξεως του αποστόλου Μάρκου Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας. Διετέλεσε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (από το 1977), επίτιμος πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, Εταίρος της του Κέντρου Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Ομοσπονδίας Ελλήνων Επιστημόνων της Γερμανίας και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Κρανιδιώτη βλ. Κουδουνάρης Αριστείδης Λ., “Κρανιδιώτης Νίκος του Ιωάννου”, Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920. Λευκωσία, 1995 (έκδοση γ΄), Χρυσάνθης Κύπρος, “Κρανιδιώτης Νίκος”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και χ.σ., “Κρανιδιώτης Νίκος”, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή