Νίκος Λαγκαδινός: Ξόβεργες οι λέξεις, παγίδα η συγγραφή // Βιβλιοκριτική

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Νίκου Λαγκαδινού: Εμβατήριο οπισθοπορείας. Εκδόσεις «Δυτικός Άνεμος». Αθήνα 2019. Σελ. 254.

Με το που ανοίγεις αυτό το βιβλίο το πρόβλημα παρουσιάζεται αυτόματα μπροστά σου και αμέσως αναρωτιέσαι, τι είναι αυτά τα κείμενα που το συναπαρτίζουν, είναι δοκίμια με έντονα προσωπικό ύφος και συναίσθημα βαθιά υποκειμενικό, είναι χρονογραφήματα της στιγμής, ριγμένα με αγάπη στο διαδίκτυο, είναι διηγήματα που πρέπει να διαβάσεις απνευστί ή όλα αυτά μαζί, όπως συμβαίνει και με ανάλογα κείμενα άλλων συγγραφέων του εικοστού αιώνα; Ή μήπως αποτελούν εντέλει τμήματα των απομνημονευμάτων του συγγραφέα που, όντας πια σε ώριμη ηλικία, αποφασίζει να διερευνήσει αναλυτικά τον κόσμο του και να κοινοποιήσει ταυτόχρονα τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας στο κοινό του, με τη διακριτικότητα και την ευαισθησία που τον χαρακτηρίζει σε όλες του τις ενέργειες;

Τι να πω εγώ, βέβαια, γι’ αυτό, αφού το κάνει ο ίδιος προσωπικά με τον καλύτερο τρόπο, άλλοτε ως γλαφυρός αφηγητής βιωμένων καταστάσεων, γεγονότων και συναισθημάτων, άλλοτε ως ευαίσθητος κριτής και παρατηρητής των πάντων, όσα τεκταίνονται γύρω του, με τη συμμετοχή του ή και χωρίς αυτήν, ξετυλίγει με επιτυχία το κουβάρι των συναισθημάτων, των ιδεών, των σκέψεων, των γεγονότων, των ακουσμάτων, των διαβασμάτων του, με άκρα ευαισθησία για όσα τον συγκινούν πραγματικά ή με έντονα κριτική διάθεση για όσα τον ενοχλούν.

Τα θέματα που θίγονται, κρίνονται ή αναλύονται από τον συγγραφέα, άλλα ακροθιγώς και άλλα με κάθε λεπτομέρεια, είναι πολλά: το διαδίκτυο, η τρέχουσα πολιτική κατάσταση της χώρας, η ιδεολογική αποφόρτισή της, όπως και των κατοίκων της, ο γενέθλιος τόπος και ό,τι εκφράζει αυτός για τον συγγραφέα, οι αναμνήσεις του από αυτόν, η επιστροφή του, κατά διαστήματα, προφανώς για να μην αποκόπτεται από αυτόν, η ιστορία του τόπου και των κατοίκων του, οι πληγές του παρελθόντος που κακοφορμίζουν συνεχώς κι έτσι δεν μπορούν, δεν εννοούν, να κλείσουν, και γι’ αυτό μας απελπίζουν σαν λαό, προσωπικές ή δημόσιες ιστορίες και συναισθήματα, επιμένω σε αυτό, η νοσταλγία για την παιδική ηλικία και τη ζωή στο χωριό της Πηνείας από όπου κατάγεται, και τον κόσμο που χάθηκε ανεπιστρεπτί με το ανεξέλεγκτο πέρασμα του χρόνου, καθώς και άλλα, σύγχρονα ή παλιά, αδιάφορο, πάντοτε όμως ενδιαφέροντα. Σαν να παρακολουθούμε την εξέλιξη του ίδιου ακριβώς κειμένου, που μας δίνεται σε κομμάτια, σαν μία αυτοβιογραφία γεμάτη με επεισόδια, που δίνεται σταδιακά, ως αυτοτελή, όπως ακριβώς εκείνα των τηλεοπτικών σειρών. Η ιδιότητα του δημοσιογράφου, το κύριο επάγγελμά του, βοηθάει τα μέγιστα σε αυτό.

Η γραφίδα του Νίκου Λαγκαδινού μας περιγράφει, κατά κύριο λόγο, μία ζωή γεμάτη φτώχεια και δυστυχία, απογοήτευση και ενίοτε απελπισία, τις ιστορίες αυτής της ζωής εξιστορεί άλλωστε, ακόμη και τότε που μας αφηγείται επεισόδια από ανεκπλήρωτες έρωτες, σε πρώτο πρόσωπο πάντα ή σε διαλογική μορφή και η γραφή μας παρουσιάζεται ως το μόνο βάλσαμο, το μόνο αποδοτικό φάρμακο για την επιτυχημένη αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Αλλά πρέπει πάντα να προσέχεις τα υλικά που χρησιμοποιείς: «το παν είναι να γράφεις με το αίμα σου, γιατί αύριο θα γεράσεις και το αίμα σου θα στερέψει ή θα χωνευτεί μες στα σχήματα των σάπιων αναμνήσεων και τότε θα αισθανθείς νικημένος, αφού θα σκέφτεσαι πως ο καιρός δεν φτιάχνεται όπως το θέλεις» (σελ. 39-40).

Αφηγήσεις και περιγραφές γλαφυρές, και ταυτόχρονα λιτές, ζωηρές, που ρέουν αβίαστα και φυσικά, είτε πρόκειται για γεγονότα είτε για συναισθήματα, ιδέες ή σκέψεις, και ο συναισθηματικός κόσμος του αφηγητή εμφανίζεται ακέραιος και ζωντανός μπροστά στα έκπληκτα, κάποιες φορές, μάτια μας, μία ολόκληρη εποχή είναι παρούσα κάθε στιγμή, η σημερινή αλλά και εκείνη της δεκαετίας του 1960. Έτσι, η ιστορία γίνεται αναγκαστικά ο αθέατος, και κάποτε ο ορατός, συμπρωταγωνιστής των κειμένων. Το ίδιο και η πολιτική, αφού αυτά τα δύο πάνε πάντοτε μαζί στο έργο του Λαγκαδινού. Τα περισσότερα από τα κείμενα αναφέρονται σε στιγμιότυπα, ζωηρότατες εικόνες της καθημερινής ζωής του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, διαβάζονται απνευστί και μας θυμίζουν κάπως τις καλύτερες στιγμές του δοκιμιογράφου και επιφυλλιδογράφου Άγγελου Τερζάκη.

Αρκετά από τα κείμενα του βιβλίου (ας τα αποκαλέσω έτσι προς το παρόν) από αλλού αρχίζουν και αλλού τελειώνουν, από τον έρωτα στην πολιτική και το στοχασμό για παράδειγμα για να καταλήξουν και πάλι στον έρωτα. Η προσεκτική μελέτη της ζωής και της καθημερινότητας των ανθρώπων επιτυγχάνεται, πολλές φορές, με τη συζήτηση τόσο για σημαντικά όσο και για ασήμαντα θέματα. Και το κείμενο-διήγημα ολοκληρώνεται αρκετές φορές με αυτό τον τρόπο, με το διάλογο δηλαδή. Έτσι προχωράει κάποιες φορές η αφήγηση, σαν ένα μικρό θεατρικό δρώμενο δηλαδή.

Η θεατρική παιδεία του Λαγκαδινού και η εμπειρία του ως δημοσιογράφου πολιτισμικών θεμάτων βοηθάει τα μέγιστα εδώ. Στην περίπτωση αυτή η αφήγηση γίνεται περισσότερο στατική, φαινομενικά τουλάχιστον, όσο χρειάζεται για να πάρουν τις ανάσες τους οι ήρωες του έργου αλλά και ο αναγνώστης, προχωράει όμως τελικά αργά, σταθερά αλλά προχωράει. Το κείμενο γίνεται τότε αντιπαράθεση ιδεών, σκέψεων, απόψεων, επιχειρημάτων, συναισθημάτων και αποκτάει φιλοσοφικό βάθος που κάποτε θυμίζει τον Ντοστογιέφσκι, ενώ ο ρεαλισμός των λόγων και των αντιπαραθέσεων τις καλύτερες στιγμές συγγραφέων όπως ο Μπαλζάκ ή ο Φλομπέρ και εμπλουτίζεται με ισχυρές δόσεις εσωτερικού μονολόγου και φιλοσοφικού στοχασμού, όπως τον διαμόρφωσαν σπουδαίοι δημιουργοί του ελληνικού εικοστού αιώνα, που μετατρέπεται για λίγο σε διάλογο χωρίς τον αποδέκτη του, που μπορεί να είναι όμως ο επαρκής αναγνώστης.

Πολιτική, ιστορία, φιλοσοφία, στοχασμός, θέατρο, Σαίξπηρ, Τσέχωφ, Μπέκετ, ο έρωτας, η καθημερινότητα, το διαδίκτυο, διάλογοι αντιθετικοί, πραγματικά βέλη τις περισσότερες φορές, που εκτοξεύονται όχι για να καταβάλλουν τον αντίπαλο, αλλά για να τον κερδίσουν. Τυχαίνει κάποτε να είναι αυτός ο αντίπαλος ένα πρόσωπο αγαπημένο, του παρελθόντος, κατά κύριο λόγο, που του λείπει πολύ του αφηγητή και το αποζητάει με λαχτάρα και αγωνία, σε μια προσπάθεια απεγνωσμένη για την αναβίωση μιας σχέσης πεθαμένης από καιρό. Μία μακρινή υπόμνηση του κόσμου του Θεοτοκά.

Ο Νίκος Λαγκαδινός έχει τελικά ισχυρούς και σπουδαίους προγόνους, γι’ αυτό και η εξεταστική του ματιά ρίχνει άπλετο φως στην πρόσφατη ιστορία του τόπου μας, την τελευταία πεντηκονταετία δηλαδή μετά τον καταστροφικό εμφύλιο και μετά, την εποχή του διαδικτύου. Γι’ αυτό και η διαλογική συζήτηση των ηρώων του γίνεται κάποτε από μακριά, μέσω του διαδικτύου, χωρίς αυτό να αφαιρεί τίποτε από τη θεατρικότητα των αφηγηματικών κειμένων του. Όπως και στον Μπέκετ, άλλωστε, οι συζητητές αδυνατούν, πολλές φορές, να συναντήσουν με τα λόγια τους τον άλλο.

Στο βιβλίο αυτό του Νίκου Λαγκαδινού, το «Εμβατήριο Οπισθοπορείας», εμφανίζεται συνεχώς ο ίδιος άνθρωπος, που αναζητάει πάντοτε την ίδια γυναίκα, που την έχασε χρόνια πριν, που έχει άλλο όνομα κάθε φορά, από διήγηση σε διήγηση, που δεν κατάφεραν ποτέ να ολοκληρώσουν μαζί τη σχέση που είχαν στο παρελθόν, που βρίσκονται πλέον μακριά ο ένας από τον άλλο, κι αυτός, ο άνδρας, ναυαγισμένος μέσα σε μία άλλη, αδιάφορη γι’ αυτόν σχέση, μπλεγμένος σε μία καθημερινότητα που δεν τον γεμίζει, που τον κάνει να υποφέρει και να ζει απελπισμένος από τη ζωή του και μακριά από τις πραγματικές του επιθυμίες και τα πρόσωπα που αγαπά. Ή νομίζει πως αγαπά. Μία νοσταλγία για το ανέφικτο τον χαρακτηρίζει, ένα πάθος, που σβήνει γρήγορα, για ό,τι του λείπει και το θέλει, μία ελπίδα πως μπορεί να ξυπνήσει κάποια στιγμή και να βρει τα πράγματα έτσι ακριβώς, όπως τα επιθυμεί ή τα ονειρεύεται. Φρούδες οι ελπίδες; Κι έτσι καλά είναι! Το ξέρει, βέβαια, αυτός. Τα αδιέξοδα της ζωής είναι συνεχώς παρόντα και κυριαρχικά. Αδύνατον να τα υπερνικήσει κανείς.

Και ο συγγραφέας; «Ξέρω, ξέρω… Αεροζυγιάζομαι εδώ στο ρετιρέ μου και στήνω ξόβεργες για να πιάσω στιγμές λατρεμένες, χαμόγελα και εικόνες και παλεύω να ξεφύγω, να γλιστρήσω σε άλλο επίπεδο, σε άλλο κόσμο…» (σελ. 249). Οι ξόβεργες, λοιπόν, είναι για τον κόσμο, για τους ανθρώπους, για τη ζωή, την Τέχνη, για τις επιθυμίες, τις επιτυχίες ή, συχνότερα, τις αποτυχίες, για τον ίδιο του τον εαυτό εντέλει. Και, βέβαια, ξόβεργες είναι οι λέξεις με τις οποίες πασχίζει συχνά, και κάποτε το κατορθώνει, να παγιδεύσει τον εσωτερικό και εξωτερικό του κόσμο, για να πιάσει το άπιαστο, το μακρινό, το φευγαλέο και να προσεγγίσει, στο μέτρο του δυνατού, το απρόσιτο. Να είσαι καλά, Νίκο!

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή