Νοσταλγία του Βυζαντίου

by Times Newsroom 1
Share this

Η Άλωση της Πόλης από τον Θεόφιλο

Του Παναγιώτη Κ. Κανελλόπουλου*

Ο Θεός ήταν πάντα παρών στο Βυζάντιο. Η απόσταση από τον Θεό είναι η ίδια σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους λαούς, πιστούς και απίστους. Όπως όμως υπάρχουν μοναχικές ψυχές, που αισθάνονται τον Θεό πολύ κοντά τους («Ω, Εσύ ο γείτονας μου, Θεέ μου»), έτσι υπήρξαν και ολόκληροι λαοί, που όχι μόνο στις εξαιρετικές ώρες της μεγάλης δοκιμασίας αλλά και καθημερινά στην μακρά ιστορική πορεία τους αισθάνθηκαν την ανάγκη να θέλουν τον Θεό αδιάκοπα στο πλευρό τους. Αυτοί οι λαοί μοιάζουν με τους μοναχικούς ανθρώπους. Είναι κι αυτοί μοναχικοί λαοί.

Ένας τέτοιος λαός ήσαν οι Βυζαντινοί στην υπερχιλιάχρονη ζωή της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τους, και περισσότερο από τον έβδομο αιώνα ως το 1453. Κι όσο περισσότερο γινόταν η αυτοκρατορία «ελληνική», τόσο μεγάλωνε η μοναχική ιστορική πορεία του λαού αυτού, του οποίου ο ζωτικός χώρος γινόταν όλο και πιο στενός, για να τον βαρύνει περισσότερο η μοναξιά του. Κατά του Βυζαντίου ξεσπούσαν πάντα και από όλες τις μεριές τα κύματα των ξένων λαών. Ασία και Ευρώπη αγωνίσθηκαν χίλια ολόκληρα χρόνια να αφανίσουν τους Βυζαντινούς. Κανένας άλλος λαός στην παγκόσμια ιστορία δεν πολεμήθηκε επί τόσο μακρόν και με τόση μανία από δύο ηπείρους, σαν να μην ανήκε ούτε στη μία ούτε στην άλλη.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μέγας Κωνσταντίνος

Ο Μέγας Κωνσταντίνος επέλεξε ως έδρα του ρωμαϊκού αυτοκρατορικού κράτους την πόλη που πήρε το όνομα του. Η θέση της, γράφει ο ιστορικός Ζώσιμος, την έκανε πρωτεύουσα και των δύο τμημάτων της Οικουμένης, της Ευρώπης και της Ασίας. Αλλά η ιστορία δεν την ήθελε μόνο πρωτεύουσα. Ο Θεός της ανέθεσε την αποστολή ν’ αντέξει και να αποκρούσει την επιδρομή των δύο ηπείρων. Όταν στις αρχές του 13ου αιώνα η μία από τις δύο ηπείρους, η Ευρώπη, έγινε κυρία της πόλης, οι κατακτητές αποδείχθηκαν ανίκανοι να εκτιμήσουν τους θησαυρούς του πνεύματος, που τα ακούραστα χέρια και τα άγρυπνα μάτια εικοσιεπτά γενεών δημιούργησαν και συντήρησαν.

Η Ευρώπη δεν κατόρθωσε να κρατήσει την Κωνσταντινούπολη ούτε 60 χρόνια. Ο μοναχικός λαός των Βυζαντινών, του οποίου πρωτεύουσα στο μεσοδιάστημα αυτό έγινε η Νίκαια – κι εκεί άρχισε ο λαός αυτός να ονομάζει τον εαυτό του Έλληνες -, κατόρθωσε να απομονώσει την «Ευρώπη» στο σπουδαίο ιστορικό σταυροδρόμι, στο όποιο δεν είχε κανένα νόμιμο δικαίωμα, και το 1261 αιφνιδιαστικά μέσα από μία μυστική υπόγεια διώρυγα να ανακαταλάβει την πρωτεύουσα του για να την κρατήσει και δοξάσει για δύο ακόμη αιώνες, ως το 1453, που έπεσε στα χέρια της Ασίας.

Η ιστορική μοναξιά τοϋ Βυζαντίου βάρυνε κυρίως το ελληνικό και το ελληνόφωνο στοιχείο, που αποτελούσε τον κορμό της ανατολικής αυτοκρατορίας. Ο Φρειδερίκος Barbarossa έγραφε στον Μανουήλ Α’ Κομνηνό, ότι δεν του αναγνώριζε τον τίτλο του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Για τον Barbarossa δεν ήταν παρά ένας «Έλληνας βασιλιάς». Νόμιζε ότι τον υποβάθμιζε έτσι, με το να τον αποκαλεί Rex και όχι ImperatorΟ Όθων ο Γ’ ήταν αντίθετα υπερήφανος για το «ελληνικό αίμα» στις φλέβες του από την μητέρα του, την βυζαντινή πριγκήπισσα Θεοφανώ, μια από τις πιο σπουδαίες αυτοκρατόρισσες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους, και προτιμούσε να χρησιμοποιεί την «μητρική του γλώσσα», τα ελληνικά.

Ο Όθων ο Γ’ ήταν βέβαια ένας διάττων αστέρας. Πέθανε το 1002 σε ηλικία 19 ετών! Η γενική στάση των Ευρωπαίων απέναντι στους Βυζαντινούς, τους Έλληνες, πριν από την Ιταλική Αναγέννηση ήταν αρνητική. Οι σπάνιες εξαιρέσεις – και η σημαντικότερη μετά τον Όθωνα Γ’ ήταν τοϋ μεγαλύτερου των Hohenstaufen Φρειδερίκου Β’ – επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Οι Βυζαντινοί, οι «Graeci» για την Παπική Ρώμη, οι «Grieu» ή «hommes de Grece» (sic), όπως τους ονομάζει τον 13ο αιώνα ο Geoffroi de Villehardoin στο Χρονικό του «Η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως», ήταν αποκλεισμένοι από την οικογένεια των Ευρωπαϊκών λαών. Και έχει βέβαια συχνά παρατηρηθεί, ότι και οι Βυζαντινοί περιφρονούσαν τους άλλους λαούς και τους ονόμαζαν βαρβάρους. Η παρατήρηση αυτή είναι όμως ως ένα σημείο ορθή.

Οι μορφωμένοι στο Βυζάντιο είχαν πάρει τον όρο «βάρβαροι» από τους Έλληνες της αρχαιότητας. Η ‘Αννα Κομνηνή, υπερήφανη για τα κατορθώματα τοϋ πατέρα της, του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ και με επίγνωση της αρχαιομάθειας και του εξευγενισμένου ύφους της, χρησιμοποιεί την λέξη «βάρβαροι» μ’ ένα τόνο υπεροψίας. Κατά βάθος όμως και ευρύτερα οι Βυζαντινοί ήσαν ανεκτικοί απέναντι στους ξένους λαούς κάθε φυλής. Ένα τεκμήριο αυτής της στάσης τους αποτελεί το μεγάλο έπος του Διγενή Ακρίτα, του οποίου ο ήρωας είναι γυιός ενός Εμίρη, δηλαδή ενός μουσουλμάνου πατέρα και μιας Ελληνίδας μητέρας.

Το έπος αυτό του 11ου ή των αρχών του 12ου αιώνα είναι μια καλή μαρτυρία για την ανοχή των Βυζαντινών απέναντι στους αλλόθρησκους. (Ο νεοέλληνας ποιητής ‘Αγγελος Σικελιανός μεταχειρίζεται τον ήρωα του στην τραγωδία του «Ο θάνατος του Διγενή» με το ίδιο πνεύμα). Οι Βυζαντινοί ήσαν ιδιαίτερα ανεκτικοί απέναντι στην πίστη των μη χριστιανών. Συζητούσαν με τους μωαμεθανούς για το πρόβλημα του Θεού. Ένα τέτοιο διάλογο, εδώ μ’ ένα σοφό, καλοκάγαθο μωαμεθανό στην ‘Αγκυρα, κάνει θέμα ενός έργου του ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος, ο πατέρας των δύο τελευταίων αυτοκρατόρων, ο «βασιλιάς φιλόσοφος», όπως τον αποκαλεί το 1391 ο προσωπικός φίλος του πατέρα του, ο σοφός Δημήτριος Κυδώνης.

Η χριστιανική Δύση, στην οποία οι Βυζαντινοί από τον 13ο αιώνα μεταβίβασαν διακριτικά το γνήσιο πνεύμα της αρχαιότητας, δεχόταν την δογματική συζήτηση για το Τριαδικό πρόβλημα μόνο με την προϋπόθεση ότι θα αναγνωρίζονταν τα πρωτεία του Πάπα και στην Ανατολή. «Μοναχικοί» αυτοκράτορες, όπως ο πρώτος των Παλαιολόγων Μιχαήλ Η’ και οι δύο τελευταίοι Παλαιολόγοι, βρέθηκαν αναγκασμένοι να υποκύψουν σ’ αυτή την αξίωση. Πολλοί σοφοί φίλοι τους – μεταξύ αυτών και ο Δημήτριος Κυδώνης – τους βοήθησαν να δείξουν κατανόηση για την αξίωση της Ρώμης, που είχε και μια συγκεκριμένη ιστορική θεμελίωση, και έγιναν έτσι η γέφυρα μεταξύ Βυζαντίου και Δύσης, μια γέφυρα ωστόσο που αποδείχθηκε επωφελής για την Δύση αλλά καθόλου και για το Βυζάντιο, το οποίο, παρά την κάποια μικρή δυτική βοήθεια, έμεινε ως το τέλος «μοναχικό».

Στην ιστορική «μοναξιά» τους ζητούσαν οι Βυζαντινοί όλο και περισσότερο καταφυγή στον Θεό. Και ο Θεός, ο Υίός του Θεού και του ανθρώπου, είχε μείνει μόνος, χωρίς βοήθεια, «περίλυπος μέχρι θανάτου», όπως και το Βυζάντιο έμεινε μόνο σ’ όλη σχεδόν την πορεία του στην ιστορία και όπως και ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο Θ’, στις 29 Μαΐου τοϋ 1453, εγκαταλελειμένος και «περίλυπος μέχρι θανάτου», στάθηκε στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Ο Θεός όμως δεν είναι μόνον – και αυτό το ήξεραν οι Βυζαντινοί – ο μοναχικός Ιησούς του Όρους των ελαιών ή ο φίλος και σωτήρας του Λαζάρου ή ο Εσταυρωμένος ή ο συνοδοιπόρος προς Εμμαούς. Ο Θεός είναι ο υπέρτατος κριτής. Οι Βυζαντινοί το ήξεραν: όχι μόνον ο Θεός αλλά και «κάθε ‘Αγγελος είναι φοβερός». Πολλές βυζαντινές τοιχογραφίες και ψηφιδωτά παριστάνουν τον Θεό, τους Αρχαγγέλους και τον μικρό Ιησού – πριν η τέχνη των Παλαιολόγειων χρόνων απαλύνει και δώσει νεανικότερο τόνο στις μορφές τους – αυστηρούς, πρόξενους σχεδόν φόβου, ωσάν τώρα κιόλας επί της γης να ηχούν οι σάλπιγγες της Νέας Κρίσης.

Έτσι χρειάζονταν οι Βυζαντινοί, περισσότερο ίσως από ο,τι άλλοι χριστιανικοί λαοί, την βοήθεια και την συμπαράσταση του «δικού τους» Θεού, των Αποστόλων, των μαρτύρων, των αγίων, των αναχωρητών, των οποίων οι μορφές – ιδιαίτερα αυτές οι τυπικά ιερατικές με την μακρυά γενειάδα – αποπνέουν μια μυστική καλωσύνη, ανάμικτη με μια το ίδιο μυστική θλίψη, και μοιάζουν να υπόσχονται στον άνθρωπο μια παρηγορητική μεσιτεία προς τον Υπέρτατο Κριτή.

Αλλά την μεγαλύτερη ελπίδα για μια αποτελεσματική βοήθεια στηρίζουν οι Βυζαντινοί στην Μητέρα του Θεού. Εκείνη δεν είναι που το 626 έσωσε την Κωνσταντινούπολη, όταν βρισκόταν μακρυά της ο Μέγας Ηράκλειος, ο νικηφόρος πολεμιστής; Έσωσε την Κωνσταντινούπολη «διατρέχοντας μόνη της τα τείχη της»! Οι Βυζαντινοί την υμνολόγησαν με τις πιο ευσεβείς και πιο τρυφερές στροφές των «Χαιρετισμών» της.

Έχει λεχθεί περισσότερες από μια φορές, ότι στα θρησκευτικά αισθήματα των Βυζαντινών ενυπάρχει ενα σοβαρό ποσοστό δεισιδαιμονιών. Δεν γνωρίζω, αν οι δεισιδαιμονίες των Βυζαντινών ήταν περισσότερες από εκείνες των χριστιανικών λαών της Δύσης ή στο παρελθόν της αυτοκρατορικής Ρώμης. Δεν γνωρίζω μάλιστα καθόλου, αν η ελπίδα,που ξεπηδάει από την θρησκευτική πίστη μπορεί να ονομασθεί «δεισιδαιμονία».

Η πίστη στην θαυματουργή δύναμη των εικόνων ή των ιερών λειψάνων ή του πέπλου της Παρθένου Μαρίας είναι κάτι βασικά διαφορετικό από τις «προγνώσεις» και τις «θαυματουργίες», που προφήτευαν στους Ρωμαίους τα μέλλοντα να συμβούν. Και οι Βυζαντινοί δεν ήσαν απαλλαγμένοι από τέτοιες δεισιδαιμονίες. Πάμπολλα βιβλία «προφητειών» κυκλοφορούσαν παντού στην αυτοκρατορία. Αλλά το κύριο χαρακτηριστικό στους Βυζαντινούς ήταν λιγότερο η πίστη στο «υπερφυσικό» και περισσότερο η πίστη στο «σωτηριώδες».

Ταλαιπωρημένοι, φοβισμένοι άνθρωποι, που τους απειλούσαν σήμερα ο «μαύρος θάνατος» και αύριοι οι επιδρομές των εχθρών ή και τα δύο συγχρόνως, βάσιζαν τις ελπίδες τους στο «χριστιανικό θαύμα». Ελάτρευαν και ασπάζονταν τις εικόνες ή άγγιζαν τα λείψανα των αγίων με την πίστη, ότι με τον τρόπο αυτόν ξέφευγαν από ενα μεγάλο κακό ή γλύτωναν από ένα μεγάλο κίνδυνο. «Όπου υπάρχει κίνδυνος, εκεί βλαστάνει η προσδοκία για ο,τι μπορεί να σώσει από αυτόν». Η πίστη σώζει συχνά, ενώ η δεισιδαιμονία παραπλανά πάντα. Η πίστη δεν είναι ευπιστία, η πίστη είναι βαρύ φορτίο. Απαιτεί θυσίες και μια σχετική απόσταση άπό τον κόσμο.

Οι Βυζαντινοί είχαν μια βαθειά θρησκευτικότητα. ‘Ανηκαν – ακόμη κι όταν αγωνίζονταν για την γήινη ύπαρξη τους – λιγότερο στον «κόσμο» και περισσότερο στην «αιώνια ζωή». Ο Sir Steven Runciman έχει γράψει: «Για να κατανοήσουμε την Βυζαντινή Ιστορία είναι ουσιαστικό να θυμόμαστε την υποβάθμιση της επίγειας ζωής από τους Βυζαντινούς». Οι Βυζαντινοί είχαν λίγο ή πολύ αποδεσμευθεί από τον «κόσμο». Όλοι ήσαν λιγότερο ή περισσότερο μοναχοί. Υπηρετούσαν – πιο πολύ για να σώσουν την ψυχή τους παρά την ζωή τους – τον Θεό. Ακόμη και οι πιο κοσμικοί, οι κάτοχοι γήινων αξιωμάτων και αγαθών, είχαν κι αυτοί ορισμένες καλογερικές ιδιότητες.

Οι σοφοί, αυτοί που διέσωσαν και διαφύλαξαν τα κείμενα και το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων χωρίς μ’ αυτό να ανταλλάξουν την χριστιανική πίστη τους, ήσαν – από τον 9ο αιώνα, την εποχή του Πατριάρχη Φωτίου, που και ο Βολταίρος ονόμασε Μέγα, και του Αρέθα, του γεννημένου στην Πάτρα και πιο γνωστού ως επισκόπου Καισαρείας – εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι ή αντάλλαξαν κάποια ώρα τα κοσμικά αξιώματα, όπως ο Μιχαήλ Ψελλός και πολλοί άλλοι, με το μοναχικό σχήμα. Αυτοκράτορες, όπως ο Μιχαήλ Ζ’ Δούκας, ο Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης, ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος, ο πρώτος φίλος και προστάτης των μονών του Μυστρά, και ο Ιωάννης Στ’ Καντακουζηνός αντάλλαξαν κι αυτοί το στέμμα με το μαύρο κάλυμμα του μοναχού.

Δεν άφησαν βέβαια πάντα τον θρόνο τους εκούσια, ωστόσο κατέφυγαν στις μονές τους με αληθινή ταπείνωση – και η ταπείνωση είναι πιθανότατα η πιο ελεύθερη ανθρώπινη στάση. Ο πρώτος από αυτούς, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ Δούκας, αναδείχθηκε μάλιστα, αφού είχε ζήσει στο μοναστηριακό κελί του αρκετά, μητροπολίτης Εφέσου. Και δεν θεώρησε τον μητροπολιτικό θρόνο κατώτερο του αυτοκρατορικού! Ο τελευταίος, ο Ιωάννης Στ’, έγραψε το μεγάλο ιστορικό του έργο ως μοναχός, ένα έργο στο οποίο παρακολουθεί με υπερηφάνεια τα βήματα του γυιού του Μανουήλ, που παρά την εκθρόνιση του πατέρα του (1355) έμεινε ως τον θάνατο του (1380) Δεσπότης του Μυστρά, αντιπρόσωπος δηλαδή του αυτοκράτορα στην Πελοπόννησο.

Μνημόνευσα τους τέσσερεις αυτούς αυτοκράτορες και για ένα άλλο λόγο. Η πτώση τους – των δύο τελευταίων μετά από εμφύλια σύγκρουση – υπήρξε ανώδυνη. Και ο πιστός φίλος και πρώτος σύμβουλος του Ανδρόνικου Β’, ο σοφός Θεόδωρος Μετοχίτης, έμεινε βέβαια μετά την εκθρόνιση του αυτοκράτορα (1328) για λίγο εξόριστος στην Θράκη, γύρισε όμως πάλι έπειτα στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποσύρθηκε στην αγαπημένη του Μονή της Χώρας (Kachrije Djami), την οποία με δαπάνη του ανακαίνισε και στα ποιήματα του περιέγραψε πολύ ωραία. Δεν ήταν λοιπόν πάντα τα πάθη, το μίσος, η εκδίκηση που κυριάρχησαν στο Βυζάντιο. Συχνά, και ίσως πολύ συχνότερα, επικράτησε η ανοχή και η ανθρωπιά (humanitas). Χαρακτηριστικά είναι και άλλα γεγονότα, από τα οποία πρέπει να μνημονευθούν τουλάχιστον δύο.

Το 944 ο υπερήφανος και προικισμένος αυτοκράτορας Ρωμανός Β’ Λεκαπηνός, που είχε με κομψό τρόπο παραμερίσει τον γαμπρό του και νόμιμο κάτοχο του θρόνου Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο και στην πραγματικότητα ασκούσε το σύνολο των αυτοκρατορικών εξουσιών, εκθρονίσθηκε από τους γυιούς του, που τους είχε ονομάσει μάλιστα συναυτοκράτορες. Δέσμιος μεταφέρθηκε και κλείσθηκε σε μία μονή στα Πριγκηπόνησα. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Κωνσταντίνος ο Ζ’ συνέλαβε τους αχάριστους γυιούς του Ρωμανού και με κουρεμένα κεφάλια τους έστειλε στον πατέρα τους για να του ζητήσουν συγγνώμη για την ανόσια πράξη τους, να εκζητήσουν την ευλογία του και να καταλήξουν ύστερα κι αυτοί σε κάποιο μοναστήρι.

Όταν οι Σταυροφόροι εκπόρθησαν την Κωνσταντινούπολη, ο Θεόδωρος Α’ Λάσκαρις μετέφερε την έδρα της αυτοκρατορίας στην Νίκαια (1204). Ο πεθερός του Αλέξιος Γ’ ‘Αγγελος, αυτοκράτορας από το 1195 ως το 1203, είχε περιπέσει σε βαρειά άνομήματα και βρήκε καταφύγιο στον Τούρκο Σουλτάνο στο Ικόνιο. Όταν ο Θεόδωρος νίκησε τον Σουλτάνο, ο Αλέξιος έπεσε στα χέρια του, αλλ’ ούτε θανατώθηκε ούτε του εξόρυξαν τους οφθαλμούς. Ο Θεόδωρος τον έστειλε σε μοναστήρι. Ποιος μπορεί να γνωρίζει, αν ο Θεός συγχώρησε τον Αλέξιο, ο Θεόδωρος πάντως στο όνομα του Πανάγαθου Θεού τον συγχώρησε.

Υπάρχει, είναι αλήθεια, και η αντίθετη πλευρά. Η παγκόσμια ιστορία δεν είναι ειδυλλιακή, είναι τραγική. Και του Βυζαντίου η ιστορία έχει γραφεί με το αίμα αθώων, με βασανιστήρια, με ασίγαστα πάθη, με μίσος και απάτη, οπωσδήποτε όμως σε μικρότερο βαθμό απ’ ο,τι η ιστορία τοϋ «πολιτισμένου» αιώνα μας! Όποιος περιορίζεται στο να βλέπει την σκοτεινή πλευρά ή κατά πρώτο λόγο αυτή την πλευρά στο Βυζάντιο, αδικεί το Βυζάντιο. Δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε τις σκοτεινές πλευρές, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα να υπερεκτιμούμε την σημασία και την έκταση τους.

Τα σκοτεινά κεφάλαια της βυζαντινής ιστορίας συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τον φανατισμό δογματικών αντιπαραθέσεων. Ο φανατισμός αυτός δεν είναι χειρότερος από τον φανατισμό, που γεννούν οι «ιδεολογίες» της δικής μας εποχής. Κι ακόμη, μπορεί ο φανατισμός των Βυζαντινών, όταν κι όπου εμφανίζεται, να εξηγηθεί ως ενα βαθμό. Με το βλέμμα στραμμένο στην αιώνια ζωή, στο αμετάκλητο επέκεινα, κατέληγαν οι Βυζαντινοί – όχι όλοι και ούτε πάντα – σ’ ένα φανατισμό, που τον γεννούσε ο φόβος μήπως χάσουν τον «ορθό» δρόμο προς την «αιώνια ζωή» εκείνοι που δεν συμφωνούσαν με την δική τους κατεύθυνση και την δική τους επιλογή του «ορθού» δρόμου.

Η έννοια της γήινης ευτυχίας αναδείχθηκε από τον 18ο αιώνα και εξής σε ύπατο ιδανικό. Ο δρόμος, που οδηγεί σ’ αυτό, δεν έχει ποτέ προσδιορισθεί αναντίρρητα. Ο δρόμος όμως προς την «αιώνια ζωή» μπορεί, αν δεν είναι ο σωστός, να οδηγήσει σε αμετάκλητη απώλεια του στόχου. Εκείνοι λοιπόν, που διακατέχονται από την ιδέα της μόνης δυνατής σωτηρίας και λύτρωσης – και αυτό είναι εύκολα ψυχολογικά κατανοητό- πέφτουν εύκολα στον πειρασμό του τυφλού φανατισμού. Γι’ αυτούς το δίλημμα είναι ένα και απόλυτο: ή τώρα και έτσι ή ποτέ.

Οι φανατικοί είναι πάντα αδύνατα πνεύματα. Και φανατικοί δεν ήσαν στο Βυζάντιο όλοι όσοι ακολουθούσαν την πρόσκληση του Θεού. Ήταν πολλά και τα ισχυρά πνεύματα, που δεν έκριναν τον γείτονα τους και υπάκουαν στον λόγο του Ιησού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». Αλλά και ο φανατισμός, που απολυτοποιούσε στα αδύνατα πνεύματα την ιδέα της «ορθοδοξίας», του «ορθού» δρόμου προς την «αιώνια ζωή», δεν οδήγησε στο Βυζάντιο σε φρικτά γεγονότα, όπως αυτά που χαρακτηρίζουν τον αιώνα μας, τον αιώνα των επιστημών και των εξαιρετικών τεχνολογικών επιτευγμάτων!

Όταν ο Edward Gibbon καταδίκαζε τον σκοταδισμό, τις δογματικές αλληλομαχίες και τον θρησκευτικό φανατισμό των Βυζαντινών, δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι ο αιώνας του Διαφωτισμού θα αποδέσμευε πολύ πιο φοβερές και σκοτεινές δυνάμεις. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1794, όταν η «τρομοκρατία» στην Γαλλία είχε φθάσει στο κορύφωμα της. Εξήμισυ χρόνια είχαν περάσει από τα μεσάνυκτα της 27ης Ιουνίου 1787, όταν, έχοντας βάλει «την τελευταία αράδα στην τελευταία σελίδα» του μεγάλου ιστορικού έργου του, περιδιάβαζε στις όχθες της λίμνης της Γενεύης κάτω από τις αγαπημένες του ακακίες, τις ίδιες αυτές ακακίες, από τις όποιες 29 χρόνια αργότερα, ακριβώς στις 27 Ιουνίου του 1816 ο Λόρδος Βyron έκοψε και έστειλε στον εκδότη του John Murray II ένα κλαδάκι.

Πολύ λίγα θα είχε μάθει ο ‘Αγγλος ποιητής από τον Γίββωνα για το Βυζάντιο. Όταν όμως το 1824 έφθασε στο Μεσολόγγι, είδε ο Βύρων κάτι που ο Γίββων δεν είχε ποτέ προσέξει. Είχε ανακαλύψει σε όλη της την λαμπρότητα την φωτεινή πλευρά της «πίστης» των Ελλήνων, μιας πίστης που είχε γεννηθεί στο Βυζάντιο και έμεινε απρόσβλητη και ζωντανή μέσα στους αιώνες. Το Βυζάντιο δεν πέθανε το 1453!

Το Βυζάντιο είχε εκπληρώσει μια ιστορικά πολύ σημαντική αποστολή, όταν εμπόδισε την εισβολή της Ασίας στην Ευρώπη, κυρίως τον 8ο αιώνα, πριν η Ευρώπη κατορθώσει να επιτύχει την ιστορική της ενότητα. Και πέρα από αυτό, το Βυζάντιο προσέφερε στην Δύση μια μεγάλη υπηρεσία, έχοντας συντηρήσει το ελληνικό πνεύμα με τρόπο μάλιστα γνήσιο και καθαρό, μια πραγματικότητα, που από την Αναγέννηση και πέρα του αναγνωρίσθηκε πανηγυρικά. Και υπάρχει και κάτι ακόμη, που ως τις αρχές σχεδόν του 20ου αιώνα η Δύση το αγνοούσε: η σχέση των Βυζαντινών με τον Θεό είχε και τις μεγάλες ώρες της, που δεν έχουν τίποτε να κάνουν με τις δογματικές συγκρούσεις και βρίσκονται στα μνημεία του γραπτού λόγου, στην αρχιτεκτονική των μεγαλοπρεπών αλλά και των ταπεινών βυζαντινών ναών, στην ζωγραφική και στην τέχνη των ψηφιδωτών, αλλά και σε μεγάλα παραδείγματα ανθρώπινων χαρακτήρων.

Πολυάριθμοι ήσαν οι Βυζαντινοί, που η ζωή τους αποτελεί πραγματικά ένα σπουδαίο παράδειγμα για μίμηση, πόσο χρήσιμο στις μέρες μας! Ένας από τους εκλεκτότερους ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949-1022). Μία ευθεία γραμμή οδηγεί από τον Συμεώνα στον Μιχαήλ Τριβώλη, τον Μaksim Grec, που γεννήθηκε το 1470 στην ‘Αρτα και πέθανε το 1556 στην Ρωσσία και που το πνεύμα του, πνεύμα μιας πολύ ήρεμης και φωτισμένης αγιότητας, μακρυά από κάθε είδους μισαλλοδοξία, ζει και μετά τον θάνατο του στον Στάρετς Sosima και Αljischa, δηλαδή στον ίδιο τον Ντοστογιέφσκη.

Πολλοί Βυζαντινοί, που μέσα τους ξανάρχεται η ψυχή και ο χαρακτήρας τοϋ Συμεώνος του Νέου Θεολόγου, προτίμησαν να σιωπήσουν. Μας έμειναν άγνωστοι, είτε γιατί δεν είχαν το ποιητικό χάρισμα του Συμεώνος είτε γιατί αρκέσθηκαν να δουν μέσα τους την ανταύγεια του Θεού, το «άκτιστον φως». Κι ωστόσο κάτι από το «άκτιστον φως» – πιο σωστά από την ιερή σκια, που ρίχνει στην ανθρώπινη ψυχή το «άκτιστον φως» – αντικρύζουμε στην βυζαντινή ζωγραφική, που στο μεγαλύτερο μέρος της είναι έργο ανώνυμων καλλιτεχνών. Η ζωγραφική και η τέχνη των ψηφιδωτών των Βυζαντινών δεν εμφανίζει αισθητική και τεχνική ομοιομορφία.

Ήταν πολλές οι «σχολές» ή οι φάσεις της βυζαντινής τέχνης, και ακόμη στον 9ο αιώνα, όταν το κίνημα των εικονοκλαστών είχε οριστικά νικηθεί, έχουμε στοιχεία για να πιστεύουμε ότι η παράδοση της κλασικής ελληνικής και της ελληνιστικής αισθητικής αντίληψης δεν είχε χαθεί από την μνήμη των Βυζαντινών. Κι αν ακόμη οι σχολές ή οι φάσεις της βυζαντινής ζωγραφικής μας φαίνονται διαφορετικές, και κάποτε αντιφατικές, στην αισθητική τους ουσία και στην τεχνική τους, όταν από την μια μεριά αντικρύζουμε τον Όσιο Λουκά στην Φωκίδα και την Νέα Μονή στην Χίο και από την άλλη το Δαφνί στην Αττική ή το θαυμάσιο ψηφιδωτό της «Δεήσεως» στην Αγία Σοφία και την Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη ή τον Μυστρά, αισθανόμαστε κάτι κοινό σε όλα, αυτό που γέννησε το καλλιτεχνικό πνεύμα των Βυζαντινών.

Η βυζαντινή τέχνη κρύβει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει. Δηλώνει πολύ λιγότερα από όσα αποσιωπά. Είναι η λιγότερο «ομιλητική» τέχνη, που γνώρισε ο χριστιανικός κόσμος. Είναι η πιο αθόρυβη, η πιο σιωπηλή, η λιγότερο κοσμική. Και είναι η βυζαντινή τέχνη μια μεγάλη τέχνη. Είναι η τέχνη ενός «μοναχικού» λαού. Με δύο στίχους του απευθύνεται ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος στον Θεό και του λέει κάτι, που θα μπορούσε να έχει πει αντιπροσωπευτικότατα το καθολικό πνεύμα του Βυζαντίου:

«Ἐλθέ, ὁ μόνος πρός μόνον, δή μόνος εἰμί, καθάπερ ὁρᾶς.
Ἐλθέ, ὁ χωρίσας καί ποιήσας με μόνον ἐπί τῆς γῆς!»
Μετάφραση Λίνου Γ. Μπενάκη, Αύγουστος 2000

* Με τον τίτλο «Phantasieüber Byzanz» δημοσιεύθηκε ως Επίλογος στον τόμο της Ενί Μelas, Alte Kirchen und Klöster GriechenlandsEin Begleiter zu den byzantinischen StättenKöln, DuMont (Reihe «Κunstreiseführer») 1972 (1990), σελ. 289-296. – Ο γερμανικός τίτλος δεν μπορεί να αποδοθεί «κατά λέξιν», επειδή η έννοια Ρhantasie στους Γερμανούς ρομαντικούς έχει χρησιμοποιηθεί πολυσήμαντα. Προτιμήσαμε τον επίσης λυρικό τίτλο «Νοσταλγία του Βυζαντίου», που αποδίδει και την γενικότερη στάση στην ώριμη περίοδο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου απέναντι στο Βυζάντιο. [Λ.Γ.Μ.]

  • Παναγιώτη Κ. Κανελλόπουλου, Τα Δοκίμια, τομ. Β΄,
    Ιστορικά Δοκίμια
    . Εκδ. Εταιρείας Φίλων Παν. Κανελλόπουλου,

    Αθήνα 2002, σελ. 335-347
Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή