Η Μυρσίνη Αρτακιανού και ο Stéphane Clor συμπλέκουν την δουλειά τους ώστε να δημιουργήσουν περιβάλλοντα που μοιάζουν αβαρή, συνδυάζοντας εύθραυστα και συμπαγή υλικά. Οργανικές φόρμες, διακριτά σχήματα και ελαφριές συνθέσεις, συνθέτουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, η οποία μπορεί να αποπνέει μια ελκυστική, αλλά και ενίοτε αλλόκοτη αίσθηση.

Η επιρροή του μινιμαλισμού είναι εμφανής στο έργο και των δύο εικαστικών, όπως και ο κυρίαρχος ρόλος της φύσης. Η απλότητα είναι πρωταρχικής σημασίας, με τα περισσότερα έργα να φέρουν λίγα συγκεκριμένα χρώματα, προκαλώντας μια αίσθηση κομψότητας. Δεν υπάρχουν εξεζητημένες η φλύαρες αφηγήσεις, ούτε κάτι περισσότερο από αυτό που χρειάζεται. Τα υλικά ποικίλουν, αλλά δεν παύουν να παρουσιάζονται απλά και ξεκάθαρα. Ο τρόπος τοποθέτησης των έργων παρόλα αυτά, δημιουργεί ενδιαφέρουσες ψευδαισθήσεις σχετικά με τις υφές τους ορισμένες φορές, οι οποίες μπορεί να μεταλλάσσονται ανάλογα με την οπτική γωνία του θεατή. Ανάλαφρα, μαλακά ή εύθραυστα αντικείμενα συνθέτουν συνεκτικές δομές μεγαλύτερων διαστάσεων, μετατρέποντας μεμονωμένα θραύσματα σε ευδιάκριτα σχήματα ικανά να ορίσουν τον χώρο.

Οι δύο εικαστικοί μοιράζονται κοινές αισθητικές αξίες, οι ρίζες των οποίων μπορούν να εντοπιστούν στο έργο της Eva Hesse. Η Αρτακιανού ενσωματώνει επίσης ιδέες της Louis Bourgeois, καθώς και δικές της παρατηρήσεις σχετικά με το ζήτημα του φύλου, ενώ ο Clor εμπνέεται επιπλέον και από καλλιτέχνες της land art, όπως ο Richard Serra, εξερευνώντας παράλληλα τις δυνατότητες του ήχου. Έτσι, τα έργα τους συχνά δημιουργούν ροές, όπου φανταστικές (ή και πραγματικές) γραμμές οριοθετούν νέους σχηματισμούς ή περιοχές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κλωστής ή του λεπτού σύρματος που χρησιμοποιείται και από τους δύο καλλιτέχνες, αλλά με διαφορετικούς τρόπους και αντίστροφα αποτελέσματα. Από τη μια πλευρά, η Αρτακιανού επιδιώκει την δημιουργία μιας αδιάλειπτης φόρμας (ή μερών αυτής) χρησιμοποιώντας μεγάλες ποσότητες κλωστής, άλλοτε καθαυτής και άλλοτε μιμούμενη γραφικά την υφή της. Ο Clor από την άλλη πλευρά, προσπαθεί να ορίσει τον χώρο με λίγες γραμμές, διαχειριζόμενος το λεπτό σύρμα σαν δομικό υλικό για οπτικές κατασκευές με ηχητικές προεκτάσεις.

Παρά τον πολυσχιδή αυτόν συνδυασμό, στο τελικό αποτέλεσμα υπερισχύει η αίσθηση της ελαφρότητας της ύλης. Τα έργα διατηρούν την αυτονομία τους, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να ειδωθούν σαν μια ολότητα. Ποικίλες φόρμες καταλαμβάνουν ολόκληρο τον χώρο, δίνοντας ένα ρευστό, απροσδόκητο, αλλά δυναμικό αποτέλεσμα.

Συντελεστές

  • Συμμετέχουν: Μυρσίνη Αρτακιανού, Stéphane Clor
  • Eπιμέλεια: Έλλη Λεβεντάκη

Βιογραφικό Σημείωμα Επιμελήτριας

Η Έλλη Λεβεντάκη είναι ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια και ανεξάρτητη ερευνήτρια. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο Μουσείο Φρυσίρα στην Αθήνα. Έχει πτυχίο Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης, καθώς και μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Ιστορίας Τέχνης και την Επιμέλεια Εκθέσεων, από το Τμήμα Εικαστικών Τεχνών και Επιστημών Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Επίσης, έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια και διαλέξεις, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων επάρκεια Εκπαιδευτή Ενηλίκων από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έχει εργαστεί κατά καιρούς σε διάφορους πολιτιστικούς φορείς, χώρους και φεστιβάλ, ενώ έχει συνεργαστεί και με καλλιτέχνες σε ανεξάρτητα πρότζεκτ. Προσφάτως ανέλαβε και μέρος του συντονισμού και της επιμέλειας της Μπιενάλε Δυτικών Βαλκανίων. Επιπλέον, ασχολείται με την συγγραφή επιστημονικών κειμένων σχετικών με την τέχνη και έχει λάβει μέρος σε αρκετά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι μέλος του Εργαστηρίου Ιστορίας της Τέχνης της Σχολής Εικαστικών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, καθώς και της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης.