Ντάντε: Δυο διδάγματα

by Times Newsroom 1
  • T.S.ELIOT

Λίγοι ποιητές στον αιώνα μας, μελέτησαν με τόση προσήλωση και ωφέλεια τον Ντάντε, όσο ο Έλιοτ. Τα πιο φανερά χνάρια αυτής της μελέτης του είναι: Το δεύτερο μέρος του Little Gidding (1942) και τέσσερα κριτικά δημοσιεύματα που κλιμακώνονται από το 1920 ώς το 1950· από τούτα, δίκαια φημισμένο είναι το εκτενέστατο δοκίμιο που τιτλοφορείται απλώς “Ντάντε” (1929) – το οποίο ελπίζω να δημοσιέψω προσεχώς σε ελληνική μετάφραση. Όμως προκειμένου να παρουσιαστεί αποσπασματικά ένα κείμενο του Έλιοτ, που να συνοψίζει την στάση του απέναντι στον Φλορεντίνο, ο φίλος του και αρμοδιότερος σχολιαστής του κ. John Hayward προτίμησε ένα κομμάτι από την “Ομιλία για τον Ντάντε” (1950)· αυτό και μόνο περιέλαβε, με την έγκριση του ποιητή, στην επιλογή του από το κριτικό έργο του Ελιοτ (Selected Prose, Penguin 1953) και από εκεί το μεταφράζω. Γ.Π.Σ.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ δίδαγμα του Ντάντε είναι πως κανείς από τους πολύ ολίγους ποιητές του αναστήματός του, ούτε καν ο Βιργίλιος, δεν ήταν πιο προσεκτικός μελετητής της ποιητικής τέχνης ή πιο ευσυνείδητος, επιμελής, και συνειδητός ως μάστορας. Ασφαλώς κανείς άγγλος ποιητής δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του από τούτη την άποψη, γιατί οι πιο συνειδητοί μαστόροι – και συλλογίζομαι κυρίως τον Μίλτον – ήταν πολύ πιο περιορισμένοι ποιητές, άρα πιο περιορισμένοι και στην μαστοριά τους. Το να συνειδητοποιείς ολοένα και περισσότερο, καθώς περνούν τα χρόνια της ζωής σου, τι σημαίνει αυτό, είναι καθαυτό ένα ηθικό δίδαγμα· αλλά εξάγω από τούτο και ένα άλλο δίδαγμα, επίσης ηθικό: Όλη η μελέτη και εξοικείωση με τον Ντάντε μου φαίνεται να διδάσκει πως ο ποιητής θα έπρεπε να είναι μάλλον υπηρέτης της γλώσσας του, παρά αφέντης της. Τούτο το αίσθημα ευθύνης είναι ένα από τα γνωρίσματα του κλασικού ποιητή – “κλασικού”, με την έννοια που προσπάθησα να καθορίσω αλλού, μιλώντας για τον Βιργίλιοi. Για μερικούς μεγάλους ποιητές και ειδικά για μερικούς μεγάλους άγγλους ποιητές, μπορεί κανείς να πει ότι η μεγαλοφυΐα τους τούς έδωσε το προνόμιο να καταχραστούν την αγγλική γλώσσα, να αναπτύξουν ένα ιδίωμα τόσο ιδιόμορφο ή και εκκεντρικό, ώστε δεν μπορούσε να χρησιμέψει στους κατοπινούς ποιητές. Ο Ντάντε μου φαίνεται πως έχει στην ιταλική λογοτεχνία μια θέση την οποία, από την άποψη αυτή, μόνον ο Σαίξπηρ έχει στην δική μας·δηλαδή, δίνουν σώμα στην ψυχή της γλώσσας, συμμορφωνόμενοι – πιο συνειδητά ο ένας, λιγότερο ο άλλος – προς εκείνο που μάντευαν να είναι οι δυνατότητές της. Και ο ίδιος ο Σαίξπηρ παίρνει ελευθερίες που μόνο η μεγαλοφυΐα του τις δικαιώνει· ελευθερίες τις οποίες ο Ντάντε, με ίση μεγαλοφυΐα, δεν παίρνει. Το να παραδώσεις στους επερχόμενους την γλώσσα σου πιο αναπτυγμένη, πιο εκλεπτυσμένη, και ακριβέστερη από ό,τι ήταν πριν γράψεις σε αυτήν, τούτο είναι το ύψιστο επίτευγμα που μπορεί να κατορθώσει ένας ποιητής ως ποιητής. Βέβαια, ένας πραγματικά κορυφαίος ποιητής κάνει επίσης την ποίηση πιο δύσκολη για τους διαδόχους του· μα το απλό γεγονός της υπεροχής του, και το τίμημα που πρέπει να πληρώσει η λογοτεχνία για ένα Ντάντε ή ένα Σαίξπηρ, είναι πως δεν μπορεί να έχει παρά μόνον έναν. Οι κατοπινοί ποιητές πρέπει να βρουν κάτι άλλο να κάνουν, και να είναι ικανοποιημένοι, αν τα πράγματα που απομένουν να γίνουν είναι μικρότερα. Όμως δεν μιλώ για το τι ένας κορυφαίος ποιητής – ένας από τους λίγους εκείνους, χωρίς τους οποίους η τρεχούμενη λαλιά ενός λαού με τρανή γλώσσα, δεν θα ήταν αυτό που είναι – κάνει για τους κατοπινούς ποιητές ή για το τι τους εμποδίζει να κάνουν , αλλά για το τι κάνει για όλους όσοι ύστερα από αυτόν μιλούν την γλώσσα εκείνη ως μητρική τους γλώσσα, άσχετο αν είναι ποιητές, φιλόσοφοι, πολιτικοί ή βαστάζοι.

Τούτο λοιπόν είναι το πρώτο δίδαγμα: ότι ο μεγάλος αφέντης μιας γλώσσας θα έπρεπε να είναι ο μεγάλος της υπηρέτης. Και το δεύτερο δίδαγμα του Ντάντε – το οποίο κανένας άλλος ποιητής, σε καμιά από όσες γλώσσες γνωρίζω, εν μπορεί να διδάξει – είναι το δίδαγμα του πλάτους της συναισθηματικής κλίμακας. Αυτό θα μπορούσε ίσως να το εκφράσει κανείς καλύτερα με την εικόνα του οπτικού φάσματος ή της ηχητικής κλίμακας. Χρησιμοποιώντας αυτή την εικόνα, μπορώ να πω ότι ο μεγάλος ποιητής δεν θα έπρεπε μονάχα να αντιλαμβάνεται και να διακρίνει πιο καθαρά από άλλους ανθρώπους τα χρώματα ή τους ήχους που βρίσκονται μέσα στην κλίμακα της συνηθισμένης όρασης ή ακοής· θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται κραδασμούς που βρίσκονται πέρα από την κλίμακα των κοινών ανθρώπων, και να είναι ικανός να κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν και να ακούν περισσότερα στα δυο άκρα της κλίμακας, από όσα θα μπορούσαν ποτέ να δουν ή να ακούσουν χωρίς την βοήθειά του. Έχουμε, λ.χ. στην αγγλική λογοτεχνία μεγάλους θρησκευτικούς ποιητές, αλλά συγκρινόμενοι με τον Ντάντε, είναι ειδικοί. Μόνο αυτό μπορούν να κάνουν. Και ο Ντάντε, επειδή μπορούσε να κάνει και όλα τα άλλα, είναι γι’ αυτό τον λόγο ο μεγαλύτερος “θρησκευτικός” ποιητής· μόνο πως αν τον λέγαμε “θρησκευτικό” ποιητή, θα μειώναμε την οικουμενικότητά του. Η Θεία Κωμωδία εκφράζει όλα τα συναισθήματα – από την απελπισία της διαφθοράς έως το όραμα της μακαριότητας – που ο άνθρωπος είναι ικανός να δοκιμάσει. Είναι γι’ αυτό μια διαρκής υπόμνηση στον ποιητή, της υποχρέωσής του να εξερευνήσει, να βρει λέξεις για το άναρθρο, να συλλάβει τα αισθήματα εκείνα που οι άνθρωποι σχεδόν δεν μπορούν να τα νιώσουν, γιατί δεν έχουν λέξεις γι’ αυτά· είναι ταυτόχρονα μια υπόμνηση πως ο εξερευνητής πέρα από τα σύνορα του κοινά συνειδητού, δεν θα μπορέσει να επιστρέψει και να δώσει αναφορά στους συμπολίτες του, παρά μόνο αν έχει διαρκώς χειροπιαστήν επαφή με τις πραγματικότητες που τους είναι ήδη γνώριμες.

Μη διανοηθεί κανείς πως τούτες οι δυο επιτεύξεις του Ντάντε είναι χώριες ή πως μπορούν να χωριστούν. Ο άθλος του ποιητή – το να κάνει τους ανθρώπους να κατανοήσουν το ακατανόητο – απαιτεί τεράστια γλωσσικά αποθέματα· και με το να αναπτύσσει την γλώσσα, με το να πλουτίζει την σημασία των λέξεων και να δείχνει πόσα μπορούν να κάνουν οι λέξεις, παρέχει σε άλλους ανθρώπους την δυνατότητα μιας πολύ μεγαλύτερης κλίμακας συναισθήματος και αντίληψης. Γιατί τους δίνει την λαλιά με την οποία περισσότερα μπορούν να εκφραστούν.

Μετάφραση: Γ.Π.Σ.

iΤο 1944 στην περιλάλητη ομιλία του “What is a Classic” (εκδόθηκε αυτοτελώς το 1945, και περιλαμβάνεται στον τόμο On Poetry and Poets, Faber 1957). Βλ. Ελληνική απόδοση του Α. Δεκαβάλλε, Ο Αιώνας μας, δεκέμβριος 1948 – Φεβρουάριος 1949. (Γ.Π.Σ.)

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, τεύχος 25, Μάιος 1965.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Δάντης: Από την Κόλαση στον Παράδεισο!

Δάντης Αλιγκέρι 

Τόμας Στερνς Έλιοτ: Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ο “Γ.Π.Σ.” είναι ο Γιώργος Πάνου Σαββίδης (1929-1995). Ήταν μελετητής, επιμελητής εκδόσεων και καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας. Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, αλλά τις συνέχισε στο King’s College του Cambridge και στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου αναγορεύτηκε διδάκτορας φιλολογίας το 1966, με τη διατριβή “Oι καβαφικές εκδόσεις (1891-1932)”. Έκτακτος αυτοτελής καθηγητής Nεότερης Eλληνικής Φιλολογίας στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το 1966, παραιτήθηκε για λόγους ακαδημαϊκής και ηθικής τάξης το 1971 και επανήλθε το 1974, ως τακτικός καθηγητής, για άλλα εννέα χρόνια (εθελουσία έξοδος). Διετέλεσε μόνιμος επισκέπτης καθηγητής της Έδρας Nεοελληνικών Σπουδών Γιώργου Σεφέρη, στο Harvard University, από το 1977 έως το 1984, όταν παραιτήθηκε οικειοθελώς και αποχώρησε. Tα επιστημονικά του δημοσιεύματα ξεκίνησαν από το 1951, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με πολλά έντυπα (κυρίως τις εφημερίδες “Tο Bήμα” και “Tα Nέα”). Επιμελήθηκε με υποδειγματικό τρόπο εκδόσεις ποιημάτων του Σεφέρη, του Kαβάφη, του Kαρυωτάκη, του Σικελιανού, του Bαλαωρίτη, του Καισάριου Δαπόντε και άλλων. Πέθανε στον Λόγγο στις 11 Ιουνίου του 1995, σε ηλικία 66 ετών. (πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή