Ο αφανισμός της Μήλου στον Θουκυδίδη και τον Ρίτσο ή το μανιφέστο του ιμπεριαλισμού (γ΄)

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
Share this
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα δίνουν πολλές φορές την ώθηση στην ανθρώπινη σκέψη να σκύψει σε αυτά, να στοχαστεί, να αισθανθεί, να εκφραστεί, να διαπαιδαγωγήσει, να συμβουλεύσει και να δημιουργήσει εξίσου σπουδαία έργα σε όλους τους τομείς της επιστημονικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας που εξιστορούν, σχολιάζουν ή ερμηνεύουν αυτά τα γεγονότα από διαφορετική οπτική γωνία κάθε φορά που την καθορίζει η εποχή, η κοινωνική τάξη, η ιδεολογία, το φύλο, το συναίσθημα, η εθνικότητα κ.λπ.

Τα έργα αυτά απομακρύνονται ή συναντιούνται ανάλογα πάντα με το δημιουργό τους. Τέτοιες ομοιότητες και διαφορές συναντούμε σε δυο κείμενα που αναφέρονται στην καταστροφή της Μήλου, στον «Διάλογο Αθηναίων και Μηλίων» του Θουκυδίδη και στο «Αφανισμός της Μήλος» του Γιάννη Ρίτσου. Το δεύτερο για την ακρίβεια έχει την αφετηρία του στο γεγονός που περιγράφει ο Θουκυδίδης ή την αφορμή του. Τα δύο αυτά κείμενα τα χωρίζει χρονική απόσταση αιώνων και συνεπώς ιδεολογική διαφοροποίηση. Και φυσικά πρόκειται για διαφορετικά είδη λόγου, το ένα είναι Ιστορία και Πολιτική Φιλοσοφία, το νεώτερο, Ποίηση. Παρά ταύτα όμως υπάρχουν αρκετά σημεία επαφής και συνάντησης των δύο συγγραφέων και των κειμένων που μας παράδωσαν.

Πρώτο σημείο επαφής: Και οι δύο συγγραφείς έχουν ως κύριο θέμα τους τον αφανισμό της Μήλου από την ιμπεριαλιστική λαίλαπα των Αθηναίων του 5ου προχριστιανικού αιώνα. Από εκεί ξεκινούν για να καταλήξουν ο καθένας στο δικό του πεδίο πολιτικών και φιλοσοφικών ενδιαφερόντων και συναισθημάτων.

Στον Θουκυδίδη η αθέατη παρουσία του Ιστορικού προσδιορίζει το χρόνο με ακρίβεια ( πώς να γινόταν διαφορετικά, άλλωστε;), προβάλλοντας ταυτόχρονα το ιστορικό γεγονός σαν ένα μάθημα διαχρονικό πολιτικής αυτογνωσίας για τις επερχόμενες γενιές, ενώ αντίθετα στο κείμενο του Γιάννη Ρίτσου η αίσθηση της υλικότητας του χρόνου έχει χαθεί οριστικά και όλα γίνονται αλλού.

Οι τρεις Μηλιώτισσες ζουν σε μια έρημη Μήλο του απροσδιόριστου εικοστού αιώνα και αναπολούν αργά αλλά σταθερά το μακρινό, το χαμένο σκληρό παρελθόν. Η χρονική αοριστία του Ρίτσου, κοινό στοιχείο της ποίησης που εμπνέεται και γράφει η γενιά του, δίνει στο γεγονός αλλά και στα συμφραζόμενά του αιώνιο κύρος, αφού άλλωστε το παρελθόν αποτελεί ισχυρότατο βίωμα για τον ίδιο αλλά και για τους νεώτερους Έλληνες, δίνοντας κι αυτός με τη σειρά του ένα ανάλογο μάθημα «ες αεί».

Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά και ο Κ. Μυρσιάδης «οι αφανισμένες γυναίκες του «Αφανισμού της Μήλος», βέβαιες για την ύπαρξή τους μόνο μέσα από τη βεβαιότητα των αναμνήσεών τους, πείθονται ότι υπάρχουν μόνο όταν αναγκάζονται να βρουν, για άλλη μια φορά, χέρια για να κρατήσουν το ψωμί (να στηρίξουν τη ζωή), για να κρατήσουν ένα παιδί (να διαδώσουν τη ζωή), για να κρατήσουν ένα μαχαίρι (να διαφεντέψουν τη ζωή) και για να κρατήσουν μια σημαία (να εξασφαλίσουν μια ταυτότητα).

Είχε προβλέψει ο Θουκυδίδης την αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας;

Δεύτερο σημείο συνάντησης και επαφής των δύο συγγραφέων. Στον Θουκυδίδη κρατούν το βάρος των διαπραγματεύσεων απρόσωπα οι επίσημοι εκπρόσωποι των δύο κρατών χωρίς αναφορά σε ονόματα. ΄Ετσι χάνεται κι εδώ ολότελα το προσωπικό στοιχείο κι ακούμε και βλέπουμε τις δύο αντιμαχόμενες κοινωνίες να συζητούν με αμοιβαίους διαξιφισμούς. Αν τώρα τους αφαιρέσουμε τους προσδιορισμούς: Αθηναίοι και Μήλιοι, τα΄τε το μήνυμα γίνεται και πάλι διαιώνιο αφού στη θέση τους μπορούν να μπουν εκπρόσωποι άλλων λαών σε όλες τις εποχές της ιστορίας του ανθρώπου.

Το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται και από τον Ρίτσο με το εύρημα των τριών ανώνυμων γριών από τη Μήλο που, εξόριστες σε ξένο τόπο και χρόνο εκπροσωπούν το λαό και διεκτραγωδούν τα παθήματά τους, αφού ο λόγος της μιας είναι η συνέχεια του λόγου της άλλης. ΄Ετσι οι τρεις γριές αποτελούν το ίδιο πρόσωπο, το λαό, που διασπάστηκε από τις συνθήκες της ζωής σε περισσότερα, που ξεριζώθηκε απάνθρωπα από την πατρίδα του, που διασκορπίστηκε παντού χωρίς τη θέλησή του και αφανίστηκε μακριά από τα πάτρια εδάφη για να βρει συνάμα όμως στα βάθη της καταστροφής του τα ελπιδοφόρα σπέρματα μιας θριαμβευτικής επιστροφής και αναγέννησης.

Τρίτο σημείο συνάντησης: και οι δύο έγραψαν τα κείμενά τους εξόριστοι από τον τόπο και την πόλη τους. ΄Αγνωστο πού ο Αθηναίος ιστορικός, στη Σάμο ο νεώτερος ποιητής. Τον ξεριζωμό λοιπόν και την εξορία την έζησαν και οι δύο για πολλά χρόνια, ο Θουκυδίδης όμως σπάνια αφήνει να φανερωθεί η πίκρα του, που ενδεχομένως νιώθει, μπορεί και την καταπνίγει μαζί με τα συναισθήματά του, ο Ρίτσος όμως την αφήνει να ξεσπάσει ελεύθερη και μετουσιωμένη σε δυναμική αναμέτρηση με το καθεστώς που του την επέβαλλε με τη βία, αφού πιστεύει άλλωστε ως γνήσιος μαρξιστής ότι η Τέχνη έχει είναι ένα από τα όπλα για την ανατροπή ενός αντιδραστικού και αντιδημοκρατικού καθεστώτος.

Τέταρτο σημείο επαφής: ο χρόνος κατά τον οποίο γράφτηκαν και τα δύο έργα και ο σκοπός τους που είναι μάθημα και μαρτυρία για τις επόμενες γενιές, προετοιμάζοντας έτσι την ελευθερία τους. Γραμμένα και τα δύο σε περιόδους γενικής κρίσης των αξιών και των ιδεωδών δείχνουν συνάμα τα σημεία μιας αναπόφευκτης κατάρρευσης και καταστροφής των πάντων για τον αρχαίο Ιστορικό και μιας μελλοντικής αναγέννησης μέσα από τη στάχτη της συμφοράς για τον σύγχρονο ποιητή. Το έργο του Θουκυδίδη γράφτηκε στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν άρχισαν να συντελούνται όλες εκείνες οι ανατροπές της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και ιδεολογικής συγκρότησης του πέμπτου αιώνα, η μία μετά την άλλη, και που οδήγησαν μετά από μερικά χρόνια στην αλλαγή των πάντων, στη διάλυση του παλιού κόσμου των Ελλήνων.

Το έργο του Γιάννη Ρίτσου στα 1969, την εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, όταν το σύγχρονο κράτος οδηγείτο προς την καταστροφή και μαζί του όλο το ιδεολογικό και πολιτικό μόρφωμα του νεώτερου Ελληνισμού. Από την άλλη ο έμμετρος λόγος του Ρίτσου που τείνει να γίνει πεζός, μια και η σιγανή κουβέντα δεν μπορεί να εκφραστεί με άλλο τρόπο, αγγίζει με την ακριβόλογη αοριστία του την ακρίβεια της πεζής έκφρασης του Θουκυδίδη η οποία όμως ντύνεται κι αυτή με τη σειρά της με τα στολίδια μιας ποιητικής και ακατέργαστης για τέτοια επιτεύγματα γλώσσας.

Ο τριπλός μονόλογος των γυναικών της Μήλου αρχίζει που ζουν σε ξένο κι αφιλόξενο τόπο και σε περασμένη ηλικία αρχίζει φαινομενικά τουλάχιστον δίχως πνοή και δύναμη, χωρίς ηρωικές εξάρσεις και γλωσσικές φιοριτούρες δηλαδή. Η θέση τους δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Ο αγέρας της μαύρης σκλαβιάς, μολυσμένος και βαρύς, τις πνίγει και τα λόγια τους βγαίνουν σχεδόν ξεκάρφωτα από το στόμα τους, χωρίς ειρμό και συνεπή λογική ακολουθία.

Φαίνεται πως τόσα χρόνια στην ξενιτειά και την υποδούλωση τις έχουν κάνει να έχουν ξεχάσει να μιλούν. Σιγά-σιγά όμως με την αναπόληση μιας ξεχασμένης σχεδόν καθημερινότητας του παρελθόντος αρχίζουν και βρίσκουν ξανά την παλιά τους γλωσσική επάρκεια, την παλιά τους δύναμη έστω και μειωμένη από τον πανδαμάτορα χρόνο, τα λόγια τους αρχίζουν κι αυτά να αποκτούν το αληθινό τους νόημα και να γεννιέται και πάλι η ελπίδα μέσα τους και η πίστη στον ερχομό της δικιάς τους νίκης. ΄Ισως η πόλη, το νησί δεν χάθηκαν οριστικά. Η αμφιβολία που τους κατατρώει τα σωθικά στην αρχή («΄Υπαρξε τάχα η Μήλο, υπάρξαμε και μείς;») αρχίζει να μετασχηματίζεται σε κάποια υποτυπώδη βεβαιότητα («Μικρό ήταν το νησί μας, τόπος ήταν –όχι θύμισες και ονείρατα») για να μετατραπεί στο τέλος σε πλήρη βεβαιότητα, λυτρωτική: «Αχ Κύριε», λένε για το χέρι τους, το κουρασμένο και γέρικο, «να κρατήσει πάλε το ψωμί, το βρέφος, το μαχαίρι» .

΄Ετσι ενώ το κείμενο του Θουκυδίδη τελειώνει απλά, επιγραμματικά, με τον αποκλεισμό κάθε ελπίδας για τη σωτηρία των Μηλίων, αφού σε αυτόν επικρατεί η βεβαιότητα της επικείμενης καταστροφής τους και η μακρινή υποψία της μελλοντικής τιμωρίας των Αθηναίων, που είναι ιστορικά γεγονότα, στο Ρίτσο αντίθετα συναντάμε διάχυτη παντού την ελπίδα που φωλιάζει στην καρδιά του καταπιεσμένου, στην καρδιά του νέου, ο οποίος με τη σειρά του ετοιμάζει την εξέγερση, την επανάσταση κατά των καταπιεστών και δίνει με αυτό τον τρόπο θάρρος, δύναμη και σιγουριά στις τρεις γριές δούλες και μέσω αυτών σε κάθε άνθρωπο που βρίσκεται στη θέση τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για ρίτσος γιάννης

Το μήνυμα του Γιάννη Ρίτσου είναι το πανανθρώπινο μήνυμα της λευτεριάς, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Το μήνυμα για μια ζωή ελεύθερη, όμορφη, γεμάτη από αξιοπρέπεια και χωρίς τη στυγνή εκμετάλλευση των καταπιεστικών καθεστώτων ή των κοινωνιών της αδικίας. Ο Θουκυδίδης εξαίρει βέβαια κι αυτός με τον τρόπο του και διακριτικά το πνεύμα της αντίστασης, της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης αλλά το κάνει από τη σκοπιά του φωτισμένου ελεύθερου πολίτη της Αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αιώνα π. Χ. που έχει υπό την εξουσία του και εκμεταλλεύεται μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δούλους και δεν μπορεί να ξεφύγει από τα όρια που του ορίζει η θέση του, η κοινωνική του τάξη, η εποχή το, η κοινωνία του και ο πολιτισμός της.

Η έλλειψη της ελπίδας στο κείμενο του Θουκυδίδη αντισταθμίζεται από τη βεβαιότητα της τελικής ήττας της ιμπεριαλιστικής του πατρίδας που με τις υπερφίαλες αξιώσεις της εις βάρος των ομοεθνών της, την απερίσκεπτη εξάπλωσή της σε στεριές και θάλασσες και με την «΄Υβριν» της ξεπέρασε το μέτρο και τα όρια του ανθρωπίνως δυνατού κι έτσι στο τέλος το λόγο τον έχει αναγκαστικά η «Δίκη». Στον Ρίτσο τον τελικό λόγο τον έχουν τα όπλα των παλληκαριών και των σκλάβων, των εργατών και των καταπιεσμένων και η αδάμαστη θέλησή τους για ελευθερία και δικαιοσύνη. ΄Ετσι χάνεται οριστικά από τον άνθρωπο κάθε μεταφυσική ενατένιση των προβλημάτων του και όλα κρίνονται και βιώνονται μέσα στα όρια που χαράζει η ανθρώπινη δυνατότητα και οι δραστηριότητες της καθημερινότητάς του.

Το ιστορικό γεγονός της καταστροφής της Μήλου από τους Αθηναίους οδήγησε και τους δύο συγγραφείς, και τον Θουκυδίδη και τον Ρίτσο σε ένα ολόπλευρο κοίταγμα της ζωής και των εκφάνσεών της και στη συναγωγή συμπερασμάτων που δεν εκφράζονται πάντα καθαρά και άμεσα αλλά αφήνονται να εννοηθούν εύκολα από τον αναγνώστη. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της προσφοράς τους αφού αφήνουν ανεπηρέαστο τον αναγνώστη να σκεφτεί και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα με τη δική του σκέψη και το δικό του συναίσθημα.

Share this
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή