Ο αφανισμός της Μήλου στον Θουκυδίδη και τον Ρίτσο ή το μανιφέστο του ιμπεριαλισμού (β΄)

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
Share this
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Οι Μήλιοι είναι ο ένας παράγοντας του διαλόγου, οι Αθηναίοι ο άλλος. Οι πολίτες της Μήλου γνωρίζουν πολύ καλά την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, την εγγενή αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν στα ίσα τους πανίσχυρους Αθηναίους, την κατηγορηματική άρνηση των Σπαρτιατών, των οποίων είναι άποικοι, να τους συμπαρασταθούν ενεργά, να τους βοηθήσουν και να τους σώσουν. Γνωρίζουν πολύ καλά ποιο θα είναι το τέλος του πολέμου γι’ αυτούς και τι ακριβώς τους επιφυλάσσει η μοίρα τους. ΄Εχουν προηγηθεί άλλες καταστροφές Ελληνικών πόλεων – κρατών από τους Αθηναίους και ο εξανδραποδισμός των κατοίκων τους.

Η γνώση του τέλους από του Μήλιους αλλά και από τους αναγνώστες κάνει πιο έντονη την τραγική διάσταση του κειμένου και μετατρέπει το απλό δράμα σε τραγωδία. Ξέρουν πολύ καλά οι Μήλιοι και το δηλώνουν άλλωστε απερίφραστα πως η αντίστασή τους στους παντοδύναμους εκείνη την εποχή Αθηναίους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και το μέλλον τους προδιαγεγραμμένο. Η ήττα, η υποδούλωση, ο θάνατος για τους άντρες, ο εξανδραποδισμός δηλαδή, τα σκλαβοπάζαρα για τις γυναίκες και τα παιδιά κάτι παραπάνω από βεβαιότητα.

Το φάσμα του πλήρους αφανισμού της κοινωνίας τους βρίσκεται πια μπροστά στα μάτια τους, ολοζώντανο τους δείχνει το ανύπαρκτο μέλλον τους. Παρόλα αυτά όμως η απόφασή τους δεν αλλάζει, παραμένει η ίδια, να μην υποχωρήσουν ούτε ένα βήμα μπροστά στην ακατανίκητη δύναμη που απειλεί την ύπαρξή τους, να αντισταθούν όσο μπορούν, μέχρι την τελική τους πτώση, πιστοί στις παραδόσεις και την Ιστορία τους. Είναι άλλωστε απόγονοι των Σπαρτιατών και οι Σπαρτιάτες, την εποχή αυτή τουλάχιστον, προσπαθούν να πεθάνουν παρά να παραδοθούν στον εχθρό χωρίς να πολεμήσουν. Αποφασίζουν να αγωνιστούν λοιπόν μέχρις εσχάτων, αιώνιοι αγωνιστές της ανθρωπιάς, της αξιοπρέπειας, του ασίγαστου πόθου για την ελευθερία και της αγάπης για τη μικρή σε δύναμη, μεγάλη όμως σε φρόνημα πατρίδα τους. Αποτελούν έτσι κι αυτοί αιώνια σύμβολα αντίστασης και αυτοθυσίας.

Ας δούμε όμως σε αυτό εδώ το σημείο με μεγαλύτερη προσοχή και ενδιαφέρον ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία του διαλόγου αυτού που αποτελείται από είκοσι επτά παραγράφους, κατά την αρίθμηση των Αλεξανδρινών φιλολόγων, και βρίσκεται στο πέμπτο βιβλίο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, όπως τον κατέγραψε η αυστηρά επιστημονική γραφίδα του Θουκυδίδη. Το κείμενο αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη πολλών μελετητών που δεν μπορούν να αναφερθούν εδώ βέβαια ονομαστικά, ένα μανιφέστο για την πάλη των μικρών και αδύναμων λαών για λευτεριά και δημοκρατία και συνάμα τον κυνικό αντίλογο του πανίσχυρου ιμπεριαλισμού για την απάνθρωπη δικαιολόγηση των επιδιώξεων του.

Συζητητές, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι εκπρόσωποι των πολιορκητών Αθηναίων και οι πολιτικοί αρχηγοί της Μήλου χωρίς καμία αναφορά στο όνομα κανενός. Αυτό που ενδεχομένως ενδιαφέρει το Αθηναίο Ιστορικό και θέλει να μας μεταδώσει δεν είναι η ιστορική μνημόνευση των ανθρώπων που πήραν μέρος στις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις αλλά η απρόσωπη αναφορά στα δίκαια του αδύναμου και τον κυνισμό του δυνατού, τα επιχειρήματα και κυρίως η σκέψη και η ψυχολογική σκιαγράφηση το ενός και του άλλου.

Ο τρόπος και το θέμα της συζήτησης, της διαπραγμάτευσης καλύτερα, ορίζεται με τη μέγιστη αυθαιρεσία του ισχυρού και αυτό, όπως είναι φυσικό, προκαλεί και την πρώτη ειρωνική παρατήρηση των Μηλίων, με τη μορφή ενός αδιέξοδου διλήμματος: αν συνθηκολογήσουν, τους περιμένει η υποταγή και η δουλεία, αν αντισταθούν και πολεμήσουν, ο θάνατος όλων τους και ο αφανισμός της πατρίδας τους ( Ε, 86). Και το ένα κακό και το άλλο. Τι μπορεί να διαλέξει ένας ελεύθερος πολίτης; Υπάρχει άλλωστε δυνατότητα επιλογής με τόση στρατιωτική δύναμη που έχουν μαζί τους οι Αθηναίοι;

Οι ερωτήσεις μόνο ειρωνικά μπορούν να ακουστούν! Η απαίτηση της ιμπεριαλιστικής Αθήνας για άμεση και χωρίς όρους παράδοση και υποταγή στηρίζεται στο σοφιστικό επιχείρημα το Γοργία ότι το δίκαιο βρίσκεται πάντα με το μέρος του ισχυρού κι ότι ο αδύνατος τα μόνο που δικαιούται είναι να εκπληρώσει τη μόνη υποχρέωση που έχει, να παραχωρήσει δηλαδή στον δυνατό ότι του επιβάλλει η αδυναμία του: « επισταμένους προς ειδότας ότι δίκαια μεν εν τω ανθρωπίνω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται, δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσι »( Ε, 89).

Οι Μήλιοι, απελπισμένοι αλλά ψύχραιμοι, καλούν τους Αθηναίους να μπουν, έστω και για μια στιγμή, στη θέση τους, στη θέση των ανίσχυρων και των νικημένων και να σκεφτούν ανθρώπινα πως η τιμωρία τους θα μπορούσε να ήταν τότε ένα μεγάλο παράδειγμα για όλους. Με τη φράση τους αυτή οι Μήλιοι πασχίζουν να συγκινήσουν κάπως τους πανίσχυρους εχθρούς τους, να τους δείξουν προφητικά ότι το μέλλον τους δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από το μέλλον των υπόλοιπων ανθρώπων, αβέβαιο και ευμετάβολο.

Σήμερα είσαι ισχυρός, αύριο όχι. Αν έχεις φερθεί απάνθρωπα την εποχή της παντοδυναμίας πώς περιμένεις να σου φερθούν όταν θα είσαι μικρός και αδύναμος; Για μας σήμερα, που γνωρίζουμε την κατάληξη που είχε αυτός ο πόλεμος για τους Αθηναίους, όπως και για τον Θουκυδίδη όταν έγραφε την Ιστορία του, η φράση αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντίθετα μάλιστα. Δείχνει με δραματικό τρόπο την τραγική κατάληξη όλων των ανθρώπινων πραγμάτων, των προσώπων και των κρατών, όσο σπουδαία κι αν υπήρξαν κάποτε! ΄Εχει μέσα της κάτι από την ουσία του τραγικού. ΄Ισως για αυτό να τη χρησιμοποίησε εδώ και ο Θουκυδίδης.

Κλείνει μέσα της την πανάρχαια Ελληνική αντίληψη της ύβρης, της υπέρβασης δηλαδή κάθε ανθρώπινου ορίου, κάθε ανθρώπινης δυνατότητας και της προσβολής των νόμων που έχουν θέσει οι θεοί για τον άνθρωπο. Η ύβρις, κατά την αντίληψη των αρχαίων, έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την πιο σκληρή και παραδειγματικά αυστηρή τιμωρία την οποία κανείς δεν μπορεί να αποφύγει, όσο ισχυρός και αν είναι.

Θέμα ιδιαίτερα αγαπητό και στους τραγικούς αλλά βέβαια και στον Θουκυδίδη. Η Αθηναϊκή υπεροψία, η οποία στηρίζεται στην άγνοια της ανθρώπινης δυνατότητας και των ορίων, αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, την τραγική ειρωνεία της ιστορικής πράξης. ΄Ετσι, χωρίς καμία ανησυχία για το μέλλον που έρχεται ακάθεκτο επάνω τους για να τους συντρίψει, δηλώνουν υπερφίαλα ότι η κυριαρχία τους θα είναι παντοτινή και πως το συμφέρον της Μήλου αλλά και των άλλων Ελλήνων είναι η άνευ όρων υποταγή τους. Εννοείται ότι αυτό συμφέρει και τους δύο, και τους κατακτητές και τους κατακτημένους!

Εντελώς αβίαστα λοιπόν γεννιέται το μεγάλο ερώτημα: «Και πώς χρήσιμον αν συμβαίη ημίν δουλεύσαι και υμίν άρξαι »; Πώς είναι δυνατόν δηλαδή να έχουν το ίδιο συμφέρον και οι δούλοι και τα αφεντικά τους; Δεν φτάνουμε έτσι στην κατάργηση κάθε μορφής πάλης, ταξικής ή εθνικής;

Η απάντηση των Αθηναίων σε άλλους καιρούς θα προκαλούσε ασταμάτητα γέλια στους δυστυχισμένους κατοίκους της Μήλου. Τώρα όμως δεν είναι καιρό για τέτοια πράγματα. Δεν είναι η ώρα της κωμωδίας αλλά της τραγωδίας! Η άνευ όρων υποταγή, τους απαντούν οι Αθηναίοι, είναι η σωτηρία τους γιατί η ουδετερότητα που είχαν μέχρι τώρα ή έστω και η φιλία τους, θα φανεί στα μάτια των υπηκόων της Αθηναϊκής ηγεμονία ως ένδειξη αδυναμίας να επιβάλλουν τη θέλησή τους σε ασήμαντες δυνάμεις με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την αξιοπιστία του ισχυρού. «Ου γαρ τοσούτον βλάπτει η έχθρα υμών όσον η φιλία μεν ασθενείας, το δε μίσος δυνάμεως παράδειγμα τοις αρχομένοις δηλούμενον» (Ε, 95 ).

Ο κυνισμός στα πιο ακραία του όρια κάθε πρόσχημα πλέον περιττό δίχως σημασία ή τυπική αναγκαιότητα, οι πάλαι ποτέ κήρυκες και μαχητές του αγώνα κατά του Περσικού ιμπεριαλισμού, οι λάτρεις και οι αγωνιστές για την ελευθερία των άλλων και τη δικιά τους προβάλλουν εδώ, σκληρά και απάνθρωπα, την αδυσώπητη αναγκαιότητα της δικιάς του επεκτατικής πολιτικής που δεν μπορεί να την εμποδίσει μια ασήμαντη και αδύναμη ομάδα ανθρώπων, όπως των Μηλίων, για να καταλήξουν στο απρόσμενο συμπέρασμα ότι η ελευθερία το μικρού και του αδύνατου δε είναι παρά η αδυναμία του δυνατού.

Η κυνική αυτή αντίληψη και πολιτική συμπεριφορά των Αθηναίων είναι εκείνη που τους είχε κάνει μισητούς στους υπόλοιπους Έλληνες και δικαιολογούσε απόλυτα τα επιχειρήματα των Σπαρτιατών πως τάχα αυτοί πολεμούσαν για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον σκληρό ζυγό των Αθηναίων που πίστευαν ακράδαντα ότι όλοι οι νησιώτες και παράλιοι Έλληνες θα πρέπει να βρίσκονται πάντα υπό την εξουσία τους. Και μάλιστα αδιαμαρτύρητα! Επιμένουν όμως οι Μήλιοι: Δεν θα ήταν άραγε πράξη ανανδρίας η άνευ όρων παράδοσή τους; «Ημίν γε τοις έτι ελευθέροις πολλή κακότης και δειλία μη παν προ του δουλεύσαι επεξελθείν».

Η άρνησή τους να αντισταθούν στον κατά πολύ ισχυρότερό τους εχθρό θα ήταν η μεγαλύτερη ανηθικότητα, η μεγαλύτερη δειλία. Για τους Αθηναίους αυτό δεν είναι πρόβλημα γιατί η υποταγή στον ισχυρότερο δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί «δειλία» και «κακότης» (Ε, 101). Όμως έτσι, απαντούν οι Μήλιοι, χάνεται κι αυτή ακόμα η ελπίδα του απελπισμένου (Ε, 102) που μπορεί να δώσει την ψευδαίσθηση της σωτηρίας, για να τους ανταπαντήσουν οι Αθηναίοι ότι η ελπίδα του αδύναμου, η ελπίδα του μικρού, η ελπίδα του απελπισμένου δεν έχει από μόνη της καμία δύναμη και η εξέλιξη είναι προδιαγεγραμμένη (Ε, 103).

Οι Μήλιοι γνωρίζουν πολύ καλά την κατάσταση. Ξέρουν ότι κατά βάθος δεν έχουν τη δύναμη και τον τρόπο να αντιμετωπίσουν το εκστρατευτικό σώμα των Αθηναίων. Όμως ελπίζουν. «Χαλεπόν μεν και ημείς νομίζομεν προς δύναμιν τε την υμετέραν … αγωνίζεσθαι» (Ε, 104). Τούτο όμως δεν τους αποθαρρύνει, δεν τους πτοεί, δεν τους οδηγεί σε παράδοση άνευ όρων, όπως τους ζητούν με θρασύτητα και κυνισμό οι πολιορκητές τους.

Η θέση τους βέβαια είναι τραγική αλλά πιστεύουν βαθιά στο δίκαιο του αγώνα τους και συνάμα ελπίζουν ότι οι πρόγονοί τους οι Σπαρτιάτες θα τους συμπαρασταθούν ενεργά και θα τους λυτρώσουν από τα δεινά του αγώνα τους. Δεν μπορούν να παραδεχτούν ότι οι ομόφυλοί τους της Σπάρτης θα τους αγνοήσουν παντελώς και θα τους παρατήσουν αβοήθητους στα χέρια των μεγάλων εχθρών τους παρόλο που οι Αθηναίοι τους διαβεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται να δουν ποτέ τέτοια βοήθεια στο νησί τους γιατί αυτό επιβάλλουν οι συνθήκες και εξάλλου μια τέτοια βοήθεια θα απαιτούσε «μεγάλους κινδύνους» και οι Λακεδαιμόνιοι «ήκιστα ως επί το πολύ τολμώσι» (Ε, 107). Αυτό επιβάλλει άλλωστε και η πάγια πολιτική τους συμπεριφορά.

Μια τέτοια αντίληψη βέβαια είναι αδιανόητη για τους πολίτες της Μήλου. Η αγνότητα του αγώνα τους και το γεγονός ότι δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλη δύναμη δεν τους επιτρέπει να δουν καθαρά τον καιροσκοπισμό και της άλλης μεγάλης δύναμης, της Σπάρτης. Πίστεψαν στη συγγένειά τους με τους Σπαρτιάτες και στους δήθεν αγώνες τους για την ελευθερία των Ελλήνων και για δικαιοσύνη. Έτσι τα έδωσαν όλα χωρίς δεύτερη κουβέντα και έχασαν ταυτόχρονα τα πάντα. Πιστοί στο καθήκον τους, όπως το εννοούσαν οι ίδιοι και σίγουροι για τη δύναμη των δεσμών αίματος πραγματοποίησαν το απονενοημένο διάβημά τους. Πόσο γελάστηκαν όμως σε λίγο!

Πόσο μεγάλη θα ήταν η απογοήτευσή τους όταν θα έβλεπαν σε λίγο με τα ίδια τους τα μάτια να σωριάζονται σε συντρίμμια όσα πίστευαν και ήλπιζαν να γίνουν για τη σωτηρία τους! Πόση θα ήταν απελπισία τους όταν θα έβλεπαν σε λίγο την παγερή και απάνθρωπη αδιαφορία όλων εκείνων που πάνω τους στήριξαν τόσες ελπίδες! Δεν θα τους πέρασε ποτέ ίσως από το νου τους η σκέψη ότι οι Σπαρτιάτες δεν επιθυμούσαν να τα χαλάσουν τη δεδομένη ιστορική στιγμή με την Αθήνα κι ότι αυτό θα μετρούσε περισσότερο από κάθε άλλο στη σκέψη τους.

Κι ακόμη ότι ο λόγος που διακήρυτταν ότι πολεμούσαν για την ελευθερία των Ελλήνων και για τη δικαιοσύνη των μικρών και των αδύναμων δεν ήταν παρά ένα κενό γράμμα, μια δικαιολογία για να τους πιστέψουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. ΄Αλλωστε αυτό απέδειξε και η στάση τους μετά το τέλος του πολέμου, όταν ήταν πλέον οι πανίσχυροι νικητές και τροπαιούχοι. Κι ένα τρίτο στοιχείο: η Σπάρτη δεν επιθυμούσε εκείνη τη στιγμή καμία αλλαγή του status quo, όπως είχε διαμορφωθεί με την ειρήνη του Νικία. Κι ότι ως γνήσια ιμπεριαλιστική δύναμη δεν ήταν δυνατόν παρά να είναι, κατά βάθος βέβαια, πάντα με το μέρος του ισχυρού.

΄Ετσι δεν δόθηκε τελικά καμία βοήθεια στο δύστυχο λαό των Μηλίων που καρτερούσε μάταια ως το τέλος τον ερχομό της ανθρωπιάς και της δικαιοσύνης. Ο διάλογος συνεχίζεται για λίγο ακόμη πάνω στην υποτιθέμενη βοήθεια των Σπαρτιατών στην οποία φαίνεται ότι δίνει μεγάλη σημασία και ο ίδιος Θουκυδίδης. ΄Ισως γιατί θέλει να κρατήσουν κάποια ελπίδα μέσα τους οι Μήλιοι, ίσως γιατί με αυτό τον τρόπο θα δειχτεί εναργέστερα το τραγικό της θέσης τους και των επιλογών τους.

Τελικά βρίσκονται μόνοι δίχως κανένα σύμμαχο ή συμπαραστάτη, αντιμέτωποι με την πιο μεγάλη δύναμη της εποχής τους, αντιμέτωποι με την πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας τους. Οι Μήλιοι καταλήγουν με έναν σαφή υπαινιγμό για την τελική ήττα και υποταγή άνευ όρων των Αθηναίων που θα γίνει μερικά χρόνια μετά, στα 404 π. Χ. Το στηρίζουν στην αέναη μεταβολή της τύχης και στη δύναμη και τις μετρημένες κινήσεις της Σπάρτης (Ε, 110 ).

Εδώ τελειώνει ο διάλογος και ταυτόχρονα κάθε ειρηνική επαφή των δύο Ελληνικών κρατών χωρίς να υπογραφεί καμία συνθήκη ειρήνης ανάμεσά τους. Οι Αθηναίοι πρέσβεις επιστρέφουν άπραχτοι στην πατρίδα τους και δίνουν χρόνο στους Μήλιους για να σκεφτούν με την ησυχία τους και να αλλάξουν στο τέλος την απόφασή τους. Αυτό όμως δεν θα γίνει ποτέ. Οι πολίτες της Μήλου, άρχοντες και λαός, μένουν πιστοί στην απόφασή τους για αντίσταση και για αγώνα μέχρι την τελική πτώση, έχοντας συνάμα στο βάθος του μυαλού τους μια μικρή ελπίδα για βοήθεια από τους σπαρτιάτες ή τους θεούς.

Την επόμενη χρονιά η Μήλος έπεσε στα χέρια της Αθήνας ύστερα από σκληρή πολιορκία. ΄Ηταν φυσικό άλλωστε, δεν νικάνε πάντα οι Δαυίδ! Αυτό συνέβη μια φορά μόνο! Ο Θουκυδίδης κλείνοντας επιγραμματικά το κεφάλαιο αυτό της Ιστορίας του γράφει τα λόγια που ακολουθούν χωρίς κανένα άλλο σχόλιο: «Οι δε Αθηναίοι απέκτηναν Μηλίων όσους ηβώντας έλαβον, παίδας δε και γυναίκας ηνδραπόδισαν» ( Ε, 116,4 ).

Κανείς με άλλα λόγια δεν γλύτωσε στο άτυχο νησί: οι άντρες σφάχτηκαν αλύπητα, τα παιδιά και οι γυναίκες έγιναν δούλοι για τη μετέπειτα ζωή τους. Αυτό είναι και το τέλος αυτού του επεισοδίου του Πελοποννησιακού πολέμου που δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την εξαχρείωση του ανθρώπου και τη θηριωδία στην οποία τον οδηγεί ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Θουκυδίδης, λακωνικός όπως το συνηθίζει, αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του. Η δική του βοήθεια αρκετή μέχρις εδώ.
(Συνεχίζεται)

Share this
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή