Ο αφανισμός της Μήλου στον Θουκυδίδη και τον Ρίτσο ή το μανιφέστο του ιμπεριαλισμού (α΄)

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Το μαρμάρινο, αρχαίο θέατρο της Μήλου

  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Η υπογραφή της ειρήνης του Νικία, όπως έχει μείνει στην Ιστορία, ανάμεσα στις αντίπαλες στρατιωτικές δυνάμεις της Αθήνας και της Σπάρτης (421 π.Χ.) οδηγεί σε μια πρόσκαιρη διακοπή των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Πελοποννησιακού πολέμου και τους αφήνει μεγάλα περιθώρια για άλλου είδους δράσεις, διπλωματικές και άλλες και, σε όσους το επιθυμούν ή έχουν τη δύναμη να το πραγματοποιήσουν, δίνει το χρόνο για επιθετικές και επεκτατικές ενέργειες εις βάρος άλλων Ελληνικών κρατών που είχαν μείνει ουδέτερα ως τότε χωρίς να πάρουν ανοιχτά το μέρος του ενός ή του άλλου κατά τη διάρκεια της μεγάλης σύρραξης. Ακριβώς τότε αρχίζει και η πολιτική σταδιοδρομία ενός νέου, φιλόδοξου και ικανού πολιτικού στην Αθήνα, του περίφημου Αλκιβιάδη.

Αποτέλεσμα εικόνας για The destruction of Milos in Thucydides, painting

Ο Αλκιβιάδης λοιπόν, ο γιος του Κλεινία και ανιψιός του Περικλή, είναι από κάθε άποψη ένας σπουδαίος πολιτικός, στο πρόσωπο του οποίου εναρμονίζονταν τέλεια η πολιτική ιδιοφυία και ο άκρατος τυχοδιωκτισμός, η φιλοπατρία και ο αριβισμός, η πίστη στις ανεξάντλητες δυνάμεις της πατρίδας του και ο μεγαλοϊδεατισμός και συνάμα, όταν το επιτάσσει το ατομικό συμφέρον και η προσωπική επιβολή, και η προδοσία, η πολιτική ευθυκρισία και νηφαλιότητα με το ασίγαστο πάθος για την πλήρη κατάκτηση της εξουσίας και την απόκτηση με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, μεγάλης και ανεξέλεγκτης δύναμης.

Είναι ένας άνθρωπος ικανός για τα μεγάλα και τα σπουδαία και ταυτόχρονα επιρρεπής προς τα χυδαία και τα φαύλα. Η εξυπνάδα του, η ομορφιά του, τα πλούτη του, η μόρφωση που απόχτησε κοντά στο Σωκράτη αλλά και σε άλλους φιλοσόφους και σοφιστές, η ανατροφή του από τον μεγάλο Περικλή, τον προδιέθεταν για τα μεγάλα, η ρητορική του δεινότητα και η ευκολία με την οποία ανέτρεπε τα επιχειρήματα των αντιπάλων του είχαν εντυπωσιάσει στο μέγιστο βαθμό τους Αθηναίους πολίτες του 5ου προχριστιανικού αιώνα που επιθυμούσαν όσο τίποτα άλλο την αύξηση της ηγεμονίας τους και την επέκταση της κυριαρχίας τους στο χώρο της Μεσογείου και γι’ αυτό του χάριζαν αφειδώς την εξουσία, αφού η πολιτική του Αλκιβιάδη υπηρετούσε με ακρίβεια αυτήν ακριβώς την πολιτική που επιθυμούσαν να ασκήσουν ως κράτος.

Αποτέλεσμα εικόνας για The destruction of Milos in Thucydides, painting

Ο Περικλής

Ο νεαρός αρχηγός του Δημοκρατικού κόμματος και διάδοχος του θείου του, του Περικλή, με την αριστοκρατική καταγωγή και τις ατελείωτες φιλοδοξίες, δεν ήταν δυνατόν να βρει μεγάλα περιθώρια επιβολής και κυριαρχίας στην πολιτική της ειρήνης με τη Σπάρτη που πρέσβευε, διακήρυσσε και επεδίωκε με κάθε μέσο θεμιτό ο πολιτικό του αντίπαλος, ο Νικίας που ήταν ο αρχηγός του Ολιγαρχικού κόμματος της Αθήνας.

Αποτέλεσμα εικόνας για αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης, σε αντίθεση με αυτόν, και επιδιώκοντας πάντα να αποκτήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δόξα και φήμη στο Πανελλήνιο, δεν είχε παρά έναν μόνο στόχο στην άσκηση της πολιτικής του, να ξαναρχίσει και πάλι ο πόλεμος με την Σπάρτη, γιατί μόνο έτσι θα πετύχαινε την εκπλήρωση των επιθυμιών του. Για αυτόν τον λόγο λοιπόν, από τη στιγμή που εξελέγη για πρώτη φορά στο αξίωμα του στρατηγού, κάθε του πολιτική ενέργεια ή πρόταση δεν απέβλεπε παρά στην επανέναρξη του πολέμου και μέσω αυτού στην ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωση της ηγεμονίας της Αθήνας με τον ίδιο στην κορυφή της εξουσίας και την ταυτόχρονη αποδυνάμωση της Πελοποννησιακής συμμαχίας και φυσικά της ίδιας της Σπάρτης. Επεδίωκε την παντοδυναμία της Αθήνας στην Ελλάδα και τη Μεσόγειο και συγχρόνως τη δικιά του παντοδυναμία στο ισχυρότερο κράτος του κόσμου που οραματιζόταν να δημιουργήσει.

Φυσικά αυτό ήταν ένα παλιό σχέδιο του Δημοκρατικού κόμματος από την εποχή ακόμη του Θεμιστοκλή και του Περικλή στη συνέχεια που όμως δεν φαινόταν ότι μπορούσε να περπατήσει με επιτυχία. Μέσα στο φιλόδοξο μυαλό του είχε ταυτιστεί από πολύ νωρίς η επέκταση της Αθηναϊκής ηγεμονίας με τις δικές του φιλοδοξίες και τις προσωπικές του επιδιώξεις, το δημόσιο με το ατομικό του συμφέρον και επειδή οι ικανότητές του ήταν μεγάλες, μεγάλα ήταν και τα λάθη που ακολούθησαν την πολιτική του, είτε με δική του ευθύνη είτε με ευθύνη των αντιπάλων του. Στο τέλος η δημοκρατία αλλά και η ηγεμονία και το κράτος οδηγήθηκαν στην καταστροφή και παρά λίγο να αφανιστεί και η ίδια η πόλη από το πρόσωπο της Γης.

Στην αρχή φαινόταν ότι όλα πήγαιναν καλά για την Αθήνα, αφού ο ξεστρατισμένος αυτός μαθητής του Σωκράτη κατέστρωνε τα σχέδιά του για τον προσεταιρισμό του Άργους, παλιού άσπονδου εχθρού και αντίζηλου της Σπάρτης στο μοίρασμα της κυριαρχίας στην Πελοπόννησο. Το κατόρθωσε με τη ρητορεία και τις υποσχέσεις μπήγοντας παροδικά με αυτό τον τρόπο μια σφήνα στα πλευρά του εχθρού. Επίσης οργάνωσε από την αρχή τον ισχυρό στρατό και κυρίως το ανίκητο μέχρι εκείνη τη στιγμή ναυτικό της Αθήνας και τέλος πρότεινε και στη συνέχεια επιμελήθηκε και καθοδήγησε τη μεγάλη Σικελική εκστρατεία σε μια προσπάθεια μετατροπής της Μεσογείου σε μια μεγάλη Αθηναϊκή λίμνη.

Οι προδοσίες που ακολούθησαν όμως ήταν πολλές και από τον ίδιο και από τους αντιπάλους του, η ανεπάρκεια των διαδόχων του καταστροφική και η ήττα που ακολούθησε ήταν η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Έτσι το εγχείρημα αυτό δεν οδήγησε στην παντοδυναμία τη Αθήνας αλλά στην καταστροφή της. Στα πλαίσια αυτής ακριβώς τη επεκτατικής πολιτικής των Αθηναίων εντάσσεται και η αδικαιολόγητη κατά τα άλλα εκστρατεία της Αθήνας εναντίον της μικρής πλην ουδέτερης Μήλου στα 416 π. Χ. ένα χρόνο δηλαδή πριν από τη μεγάλη Σικελική εκστρατεία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ancient Σικελική εκστρατεία

Η αποτυχημένη εκστρατεία των αρχαίων Αθηναίων στην Σικελία

Οι περισσότεροι ιστορικοί αποδίδουν τις μεγαλύτερες ευθύνες για το αποτρόπαιο όσο και αδικαιολόγητο και ως ένα σημείο παράλογο αυτό γεγονός στον Αλκιβιάδη που μοιραζόταν εκείνη τη χρονιά την εξουσία με τον αρχηγό των Ολιγαρχικών, τον μοιραίο για την πόλη τους και τους συμπατριώτες τους Νικία. Βέβαια η πολιτική του Αλκιβιάδη ήταν τέτοια που θα μπορούσε πολύ εύκολα να οδηγήσει τους Αθηναίους σε μια τέτοια απόφαση.

Ο Θουκυδίδης όμως που περιέγραψε με θαυμαστή λεπτομερειακή ακρίβεια τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου δεν μας ξεκαθαρίζει εντελώς τα πράγματα σε αυτό το σημείο της αφήγησής του παρόλο που δεν είχε λόγους να καλύψει κανέναν από τους πολιτικούς και μάλιστα τον Αλκιβιάδη μια και ίδιος ζούσε από την προηγούμενη κιόλας δεκαετία μακριά από την πατρίδα του, εξόριστος για τις αποτυχίες τη δικιάς του πολιτικής. Αναφέρει λοιπόν ότι την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος την ανέλαβαν οι στρατηγοί Κλεομήδης και Τεισίας.

Για τον Αλκιβιάδη δεν λέει τίποτα, ούτε αν πρότεινε κάτι στην Εκκλησία του Δήμου. Είναι γνωστό ότι τη χρονιά εκείνη πέρασε πολύ καιρό στο Άργος προσπαθώντας να πείσει τους Αργείους να συμμαχήσουν με τους Αθηναίους. Συνεπώς, μπορεί και να μην παρευρέθηκε στη σχετική συνέλευση του λαού. Αυτό βέβαια δεν τον απαλλάσσει από τις όποιες ευθύνες του γιατί θα μπορούσαν άλλοι να υποστηρίξουν την πολιτική του κατά την απουσία του. Ο Θουκυδίδης όμως δεν αναφέρει τίποτα σχετικό, όπως δεν αναφέρει και τίποτα σχετικό για τον Νικία. Πιθανόν γιατί θέλει να τονίσει ότι η πολιτική αυτή ήταν της πόλης ως συνόλου και όχι ενός μέρους των πολιτών.

΄Αρα η επεκτατική πολιτική της Αθήνας αφορούσε στο σύνολο της πόλης και όχι σε ορισμένους μόνο πολιτικούς αρχηγούς και στους οπαδούς τους γιατί όλοι σχεδόν οι Αθηναίοι που είχαν δικαίωμα ψήφου στην Εκκλησία του Δήμου επιθυμούσαν διακαώς την αύξηση της δύναμής τους και την επέκταση της ηγεμονίας τους μέσα και έξω από τα όρια του Ελληνικού κόσμου. Ας μην ξεχνάμε ότι μετά από μερικούς μήνες θα αρχίσουν τις ετοιμασίες για τη μεγαλύτερη περιπέτεια της Ιστορίας τους, τη Σικελική εκστρατεία και τέτοιου είδους συζητήσεις θα ήταν στην ημερήσια διάταξη του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

΄Όμως και πάλι καμία πολιτική πρακτική και ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια τέτοια αποτρόπαιη απόφαση, τη σφαγή δηλαδή τόσων ανθρώπων και τον πλήρη εξανδραποδισμό μιας μικρής και ασήμαντης Ελληνικής πόλης-κράτους που το μόνο τους έγκλημα ήταν το ότι είχαν μείνει αμέτοχοι και ουδέτεροι στον πόλεμο μέχρι εκείνη τη στιγμή και εξακολουθούσαν πεισματικά να θέλουν να παραμείνουν έτσι παρά το διαφαινόμενο τέλος τους. Σε τι έφταιξαν τόσες γυναίκες και τόσα παιδιά ώστε να πωληθούν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Μεσογείου;

Ποιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για αυτή τη φοβερή και απάνθρωπη πράξη; Ο αμοραλισμός και ο έξαλλος τυχοδιωκτισμός του κατά πάσα πιθανότητα απόντος Αλκιβιάδη ή η μοιρολατρία και η διστακτικότητα του έντιμου πλην όμως άβουλου και παρόντος στην πολιτική σκηνή της Αθήνας Νικία; Γιατί θα έπρεπε εντέλει να μείνουν απέξω η αγριότητα, η σκληρότητα και η βαρβαρότητα ή τα άλογα πάθη με τα οποία είχε εμπλουτίσει τους κατά τα άλλα πολιτισμένους Αθηναίους του 5ου προχριστιανικού αιώνα ο μεγάλος και συνεχής πόλεμος με τη Σπάρτη για τη διεκδίκηση της κυριαρχίας στον Ελληνικό και όχι μόνο κόσμο; Γιατί θα έπρεπε άραγε να αναζητηθεί η κύρια ευθύνη αυτής της πράξης στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, ενός πολιτικού αρχηγού και μόνο, για να παίξει αυτός το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου της Ιστορίας και όχι στην αρπακτικότητα, τη διαφθορά, τον κυνισμό και την ακόρεστη επιθυμία για κατακτήσεις και αλόγιστη επέκταση της ηγεμονίας τους, όπως στην περίπτωση της Σικελίας, που χαρακτήριζε όχι μόνο την άρχουσα τάξη της Αθήνας αλλά το σύνολο του Αθηναϊκού δήμου, ακόμα και τους ακτήμονες θήτες;

Δεν πρέπει να μας προβληματίσει το γεγονός ότι ο μεγάλος Ιστορικός του Πελοποννησιακού πολέμου, ο τόσο προσεκτικός στις περιγραφές του και τις αναλύσεις του, στο σημείο αυτό της αφήγησης δεν γράφει λέξη για τον Αλκιβιάδη αλλά παρουσιάζει την Αθήνα να αποφασίζει απρόσωπα σαν κράτος την πράξη αυτή που σημάδεψε τελεσίδικα την ανθρωπιά της και αμαύρωσε, θα έλεγα, για πάντα τον πολιτισμό της και την Ιστορία της; Είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι ο Θουκυδίδης θα έχανε ποτέ την ευκαιρία να πλήξει με την κρίση του έναν πολιτικό αν ήταν απολύτως σίγουρος για την ενοχή του;

Ως κύριο υπεύθυνο λοιπόν της αποτρόπαιης αυτής πράξης μας δείχνει τον ιμπεριαλισμό της Αθήνας και συνακόλουθα της Σπάρτης για ανάλογες ενέργειες από μεριά της και βέβαια και τον μεγάλο αδελφοκτόνο πόλεμο που οδήγησε τις μάζες και τις Ελληνικές πόλεις – κράτη σε ανήκουστα και φρικιαστικά εγκλήματα και διέφθειρε όσο τίποτε άλλο και στον μέγιστο βαθμό τους Έλληνες. Στο μέσο περίπου της πιο μεγάλης ενδοελληνικής σύρραξης, στα 416 π. Χ. η ειρήνη και η ανθρωπιά, η καλοσύνη και η αδελφοσύνη των Ελλήνων δεν είναι παρά ένα μακρινό και φευγαλέο όνειρο που ελάχιστοι θα αρχίσουν να το βλέπουν από τα μέσα περίπου του επόμενου αιώνα, του 4ου.

Η τάση για επέκταση και επιβολή και η επιθυμία για κυριαρχία στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο είναι εκείνα που κινούν τα νήματα της πολιτικής των μεγάλων και ισχυρών αλλά πολλές φορές και των μικρότερων και περισσότερο αδύναμων Ελληνικών πόλεων-κρατών του 5ου αιώνα π. Χ. Το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου θα οδηγήσει τον Αθηναϊκό στρατιωτικό συνασπισμό στην ήττα και τη συντριβή για να ακολουθήσει λίγο αργότερα, στα μέσα περίπου του επόμενου αιώνα και η αναπόφευκτη παρακμή της Σπάρτης καθώς και η πτώση του απατηλού μεγαλείου της.

Έτσι στα 416 π. Χ. αποφασίστηκε από την Εκκλησία του Δήμου της Αθήνας η αδικαιολόγητη ως προς το στόχο της εκστρατεία εναντίον της Μήλου γιατί η ολιγαρχική της κυβέρνηση πάσχιζε με νύχια και με δόντια να κρατήσει το νησί ουδέτερο και μακριά από τον αδελφοκτόνο πόλεμο των υπόλοιπων Ελλήνων. Μάταια όμως γιατί η συμμαχία με την ομόφυλη Σπάρτη απαγορευόταν ρητά από τις συνθήκες και ο Αθηναϊκός επεκτατισμός θεωρούσε επιεικώς απαράδεκτο και καταστροφικό για την εικόνα του στους υπόλοιπους Έλληνες το γεγονός ότι μία μικρή και ασήμαντη δύναμη όπως εκείνη της Μήλου μπορούσε να πιστεύει ότι θα ήταν για πολύ καιρό ακόμη ουδέτερη και ανεξάρτητη.

Ο Θουκυδίδης στο πέμπτο βιβλίο της «Ξυγγραφής» του περιγράφει αναλυτικά τα γεγονότα καθώς και τις διαπραγματεύσεις των Αθηναίων με τους πολίτες της Μήλου με διάλογο και όχι με δημηγορίες, όπως το συνηθίζει στα υπόλοιπα κεφάλαια της Ιστορίας του. Ο διάλογος αυτός είναι ο μοναδικός μέσα στο έργο του και αυτό έχει τη σημασία του. « Η μοναδική αυτή εξαίρεση», γράφει ο Ιωάννης Κακριδής, « από τον καθιερωμένο τύπο των αντιθετικών λόγων δείχνει πόσο βάρος δίνει ο Θουκυδίδης στο διάλογο αυτό: Στο κέντρο του έργου του επιχειρεί μια θεωρητική ερμηνεία της τάσεως για κυριαρχία και επιβολή ως ιστορικού φαινομένου, πολύ πιο πέρα από τη συγκεκριμένη περίπτωση» . Και λίγο πιο κάτω, στο ίδιο κείμενο, συνεχίζει ο ίδιος σχολιαστής του Αθηναίου Ιστορικού:

« Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό, αγαπητό στους συζητητικούς Έλληνες θέμα, προσαρμόζοντάς το στους δικούς του σκοπούς, να παρουσιάσει δηλαδή τις αντίμαχες απόψεις, χωρίς ο ίδιος να προβάλλει τη δική του γνώμη» . Κατά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που ασχολήθηκε κι αυτός με το ίδιο θέμα, ο διάλογος αυτός είναι κείμενο μοναδικό στην παγκόσμια Λογοτεχνία και αποτελεί « ένα από τα σπουδαιότερα ντοκουμέντα της παγκόσμιας Ιστορίας».

Η ερμηνεία αυτή του Ιωάννη Κακριδή δεν μπορώ να πω ότι με καλύπτει πλήρως. Είναι γεγονός βέβαια ότι ο Θουκυδίδης ήταν άριστος μαθητής των σοφιστών της εποχής του και γνωρίζει καλά τους τρόπους που χρησιμοποιούσαν οι πολιτικοί προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους με τον λιγότερο κόπο. Προσωπικά όμως θα ήθελα να πω ή καλύτερα να προσθέσω ότι ο Θουκυδίδης ζει στα χρόνια που έχει αναπτυχθεί και ακμάζει η τραγωδία. Είναι άλλωστε σύγχρονος του Σοφοκλή με τον οποίο ταιριάζει περισσότερο και ο οποίος είχε διατελέσει και αυτός στρατηγός και είχε εκστρατεύσει κατά της Σάμου με τον Περικλή. Γνωρίζει λοιπόν πολύ καλά το τυπικό της τραγωδίας και μάλιστα εκείνης του Σοφοκλή και θέλει να τον μεταφέρει με τον προσφορότερο τρόπο στη δικιά του ιστορική αφήγηση.

Τα γεγονότα που περιγράφει μόνο ως τραγικά μπορεί να τα δει και έτσι θέλει να μας τα μεταδώσει. Κατά τη σκέψη του μόνο ως τραγικά μπορούν να ιδωθούν και για αυτό μόνο ο τραγικός λόγος, έστω και σε πεζή μορφή, μπορεί να τα αφηγηθεί και να τα περιγράψει με πειστικότητα και παράλληλα με τη δραματικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις και τα όσα διακυβεύονται με τον πόλεμο αυτό. Το έργο του στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μία εκτενής τραγωδία ιστορική που διαρκεί είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια.

Στη θέση βέβαια του τραγικού ήρωα δεν βρίσκεται κάποιο σπουδαίο πρόσωπο του μύθου ή της Ιστορίας, όπως συμβαίνει στις τραγωδίες του Σοφοκλή, αλλά η αγαπημένη του πόλη, η Αθήνα, ο τόπος όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά η τραγωδία αλλά και η πολιτική και η φιλοσοφία και η δημοκρατία και πολλά άλλα ακόμη. Στην πόλη αυτή το τραγικό πνεύμα έφτασε στην πλήρη ανάπτυξή του και στην πόλη αυτή πέθανε κάποια στιγμή του επόμενου αιώνα.

Η Ιστορία της Αθήνας ολόκληρο τον πέμπτο αιώνα δεν είναι παρά μία συνεχής σειρά ύβρεων, με την αρχαία σημασία της λέξης, με αποκορύφωμα την πολιορκία της Μήλου και κυρίως την εκστρατεία της Σικελίας, που κάποια στιγμή θα επισύρουν επάνω της την οργή και την τιμωρία της ΄Ατης, σύμφωνα με τια αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, που καραδοκούσε στο βάθος της Ιστορίας. ΄Όπως ακριβώς και στις τραγωδίες του Σοφοκλή, ο ήρωας, δηλαδή η Αθήνα, παρουσιάζεται στο μέγιστο σημείο της ακμής της, όπως ακριβώς και ο Οιδίπους στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, έτοιμη να κάνει το μεγάλο, το μοιραίο λάθος, την υπέρτατη ύβρη και να πέσει ξαφνικά στο πιο χαμηλό σκαλί της Ιστορίας της, έρμαιο στα χέρια των εχθρών της και εκείνων που την επιβουλεύονταν καθημερινά.

΄Ετσι την περιγράφει και ο Περικλής στον περίφημο επιτάφιό του, μεγάλη και τρανή, στον πρώτο κιόλας χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου, για να φανεί στη συνέχεια η αναπόφευκτη πτώση της περισσότερο θεαματική και θορυβώδης, δηλαδή απόλυτα τραγική. Δυστυχώς ο Θουκυδίδης δεν ευτύχησε να δει το έργο του ολοκληρωμένο και να δούμε κι εμείς με τη σειρά μας το τραγικό του τέλος, αυτό που αποκαλεί ο Αριστοτέλης «κάθαρση» στην «Ποιητική» του.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ancient Ξενοφώντας

Ο Ξενοφώντας

Ο Ξενοφώντας που το συνέχισε με τα «Ελληνικά» του δεν είχε τη δύναμη που χρειαζόταν για να διεισδύσει στην τραγική ουσία των γεγονότων ώστε να έχουμε και από αυτόν ένα ανάλογο αποτέλεσμα. ΄Αλλωστε έζησε σε μια άλλη εποχή όταν η τραγωδία και ο κόσμο της βάδιζαν προς το τέλος τους. Ο Ξενοφώντας είναι ένας αρκετά επιφανειακός συγγραφέας και εκείνο που ξέρει να κάνει καλά είναι να βάζει στη σειρά τα γεγονότα χωρίς να τα αξιολογεί με τη βάθος και το βάρος της κρίσης του. Στο τέλος εκείνο που επιδιώκει και επιθυμεί είναι να δικαιολογήσει στους συμπολίτες του Αθηναίους τις προδοσίες τις δικές του αλλά και των φίλων του και ομοϊδεατών του ολιγαρχικών που ήταν φίλοι των Σπαρτιατών περισσότερο από όσο έπρεπε και επέτρεπε ο πατριωτισμός της εποχής.

Δεν ξέρουμε αν το κείμενο αποδίδει πιστά τα όσα διαμείφθηκαν στην τραγική αυτή διαπραγμάτευση των Αθηναίων με τους Μήλιους κι ούτε έχει σημασία άλλωστε. Γνωρίζουμε σήμερα ότι ο Θουκυδίδης ενδιαφερόταν κατά κύριο λόγο για την πιστή απόδοση του «πνεύματος» και όχι του «γράμματος» των αντιθετικών λόγων που μας παρουσίασε στην «Ξυγγραφή» του. Αυτό το βλέπουμε πολύ καθαρά σε όλες τις δημηγορίες του έργου του στις οποίες προσπαθεί να δώσει το πνεύμα, τις αντιλήψεις, την πολιτική αλλά και την ψυχολογία του ομιλητή. Το ίδιο λοιπόν θα πρέπει να συμβαίνει και στο «Διάλογο». Όπως μας αφήνει και ο ίδιος να εννοήσουμε, το γεγονός βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντός του μαζί με τα συμφραζόμενά του κι όχι μόνο του χωρίς να το ακολουθεί τουλάχιστον μια εξήγηση ή μια αιτιακή ακολουθία.

Ο μεγάλος Αθηναίος Ιστορικός δεν γράφει μόνο Ιστορία αλλά και Φιλοσοφία της Ιστορίας και ερμηνεία των γεγονότων και Πολιτική. Θέλω να πω ότι εκτός των άλλων θεμελιώνει και την Πολιτική επιστήμη και μέσω αυτής να μας δώσει ένα μάθημα για το μέλλον αφού οι ίδιες αιτίες παράγουν πάντα τα ίδια ιστορικά αποτελέσματα, τα ίδια δηλαδή γεγονότα. ΄Ετσι τουλάχιστον πιστεύει με τη φράση «κτήμα ες αεί» που αναφέρεται στο έργο του.

Παράλληλα θέλει να δείξει, πιθανότατα και στους συγκαιρινούς του ΄Ελληνες αλλά και σε όσους θα ακολουθήσουν στο μέλλον ακέραιη τη βαρβαρότητα, τη σκληρότητα, την απανθρωπιά και την ηθική εξαχρείωση κάθε ισχυρού που εξουσιάζει με τη δύναμη και με τη βία τη ζωή των άλλων στον καιρό του πολέμου, εμφύλιου ή μη, ιδιαίτερα όταν η επιθυμία του για δύναμη και επιβολή είναι τόσο μεγάλη ώστε να οδηγεί κατά φυσική αναγκαιότητα στον παντελή όλεθρο και τον αφανισμό τις μικρότερες και περισσότερο ανίσχυρες δυνάμεις. Κι ακόμη θέλει να μας δείξει και τα τραγικά διλήμματα των μικρών λαών όταν βρεθούν μοιραία και αδύναμοι στο χώρο της αποκλειστικής επιρροής μιας μεγάλης πλην αδηφάγου δύναμης και πρέπει να διαλέξουν τη ζωή με συμβιβασμούς και υποταγή ή τον θάνατο και τον αφανισμό όλων των πολιτών αν επιλέξουν την αξιοπρέπεια και τον μάταιο αγώνα για την ελευθερία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ancient Athens

Θα πρόσθετα επίσης ότι ο Θουκυδίδης μας μηνύει ξεκάθαρα από τον μακρινό 5ο προχριστιανικό αιώνα ότι τα σοφιστικά επιχειρήματα που εφευρίσκονται για τη δικαιολόγηση μιας τέτοιας επέμβασης, μιας τέτοιας απόφασης δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρή δικαιολογία και κυρίως ηθική για την ανηλεή καταπάτηση κάθε ίχνους ανθρώπινου δικαιώματος και της επιθυμίας των μικρών και αδύναμων να ζήσουν ήσυχοι ελεύθεροι και αυτόνομοι, έτοιμοι να πολεμήσουν ως την τελική τους πτώση, να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για την ύπαρξή τους. Και εδώ μας θυμίζει κάτι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι οι συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου είναι πάντα τραγικές για όλους, νικητές και νικημένους. ΄Αλλωστε αυτό το έχουν ζήσει τόσες φορές στην Ιστορία τους οι ΄Ελληνες που τους έγινε πια δεύτερη φύση!

Ο Θουκυδίδης μας έδωσε λοιπόν το κείμενο των διαπραγματεύσεων με τη μορφή του διαλόγου, κατά τα πρότυπα του δράματος που ήταν τόσο οικείο στους Αθηναίους αφού αυτοί ήταν οι δημιουργοί του, θέλοντας ίσως να οδηγήσει με αυτό τον τρόπο τις ανθρώπινες, τις πολιτικές, τις φυλετικές και τις διακρατικές αντιθέσεις ως τις πιο ακραίες τους συνέπειες. Η διαλογική μορφή του κειμένου ενισχύει τα μέγιστα το περιεχόμενό του όσο και τις ψυχολογικές και φιλοσοφικές, πολιτικές προεκτάσεις του, του δίνει διαστάσεις τραγικές και βάθος συγκρουσιακό, δηλαδή δραματικό και φιλοσοφικό. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να το κάνει καμία άλλη μορφή του γραπτού ή του προφορικού λόγου. Ο διάλογος άλλωστε χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και στο θέατρο και στη Φιλοσοφία με τον Πλάτωνα αλλά και στην πολιτική καθημερινότητα της Δημοκρατίας με την Εκκλησία του Δήμου.

Σαν μια μικρή τραγωδία είδε λοιπόν ο Αθηναίος Ιστορικός κα εξόριστος πολιτικός του 5ου προχριστιανικού αιώνα Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος και τον Πελοποννησιακό πόλεμο συνολικά αλλά και το συγκεκριμένο αυτό περιστατικό της καταστροφής της Μήλου κατά το οποίο συγκρούεται ανελέητα η ωμή βία του ισχυρού και ο κυνισμός και ο πολιτικός αμοραλισμός του με τα ανθρώπινα δίκαια, τα εύλογα δικαιώματα των μικρών, την ανθρωπιά και την πίστη στις πανανθρώπινες αξίες της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου.

Η τραγικότητα και η δραματική ένταση του «Διαλόγου» κάνουν περισσότερο κατανοητά, πιο εύληπτα τα όσα αναφέρονται σε αυτό το μέρος της «Ξυγραφής» και κυρίως στα όσα θέλει να μας μεταδώσει ο συγγραφέας. ΄Ισως και γι’ αυτό, όπως παρατηρεί πολύ εύστοχα και ο J. B. Bury, δόθηκε τόσο μεγάλη έμφαση σ’ ένα τόσο ασήμαντο αλλά μοναδικό επεισόδιο του μεγάλου πολέμου. Οι περισσότεροι Ιστορικοί και μελετητές του Θουκυδίδη θα έλεγα ότι ενδιαφέρθηκαν λιγότερο από όσο θα έπρεπε για το συγκεκριμένο τμήμα της Ιστορίας του Θουκυδίδη που ενώ εξωτερικά φαίνεται ότι αποτελεί ένα ξένο σώμα προς το υπόλοιπο έργο του Αθηναίου Ιστορικού, στην πραγματικότητα όμως είναι αυτό που δίνει, μαζί με άλλα βέβαια, στο ιστορικό γεγονός το βάθος που του χρειάζεται, αφού ο διάλογος ως λογοτεχνικό είδος είναι αρκετά οικείος στο σύγχρονό του Αθηναίο και στην αφήγηση τη ζωντάνια, την ενάργεια και την παραστατικότητα εκείνη που της είναι απαραίτητη και αναγκαία για να μείνει στους αιώνες των αιώνων «κτήμα ες αεί».
( Συνεχίζεται)

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή