Ο Άη Γιώργης, ο προστάτης των λατόμων

by Times Newsroom 1
  • Μανώλης Δημελλάς

Σούρουπο στον Άη Γιώργη του Καϊρου, σκόνη και ερημιά, μόνο ένας σκυλάκος ακούγεται να αλυχτά πεινασμένος, από τη μεριά του νεκροταφείου και κάπου πέρα, μακριά, ο αέρας φέρνει άγνωστες λέξεις από τη φωνή ενός ιμάμη.

Μια στιγμή πριν κλείσουν την σιδερένια εξώπορτα, στο προαύλιο του ναού, φτάνει λαχανιασμένο ένα ζευγαράκι, το κορίτσι φορά μαντήλα, είναι ντόπιοι που θέλουν να σταθούν μπροστά στον Άγιο, να κάνουν μια προσευχή στον αγαπημένο τους Άη Γιώργη!

Ο θρύλος θέλει τον Άγιο να έχει φυλακιστεί σε αυτό το μέρος, για αυτό το λόγο, ακριβώς κάτω από τον κυρίως ναό έχει φτιαχτεί ένα μικρό μουσείο που είναι φορτωμένο με τάματα.Μέσα σε αυτό έχουν τοποθετηθεί όλα εκείνα που χρησιμοποίησαν για να Τον βασανίσουν.

Η αλυσίδα που Τον είχαν δέσει, τα ξύλινα παπούτσια με τα καρφιά και ο μεγάλος τροχός βασανιστηρίων, που με αυτόν τρυπούσαν το κορμί του.

Ο Άη Γιώργης ήταν ένας Ρωμαίος στρατιωτικός που έφτασε μέχρι τον βαθμό του διοικητή, όμως το 303 μ.χ. κατά τις διωγμούς των χριστιανών από τον Διοκλητιανό πιάστηκε και ομολόγησε με θάρρος την πίστη του.

Η παράδοση λέει ότι αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και έζησε απίστευτα βασανιστήρια, παρόλα αυτά ο Θεός τον κρατούσε ζωντανό! Ώσπου οι διώκτες του δεν άντεχαν να τον βλέπουν να αναπνέει και του έκοψαν το κεφάλι.

Ο Τροπαιοφόρος Άγιος Γεώργιος είναι εξαιρετικά αγαπητός σε όλο τον κόσμο. Είναι ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας,της Μόσχας, της Αραγονίας, της Γεωργίας και της Καταλονίας , ενώ μέχρι το 18ο αιώνα ήταν και της Πορτογαλίας. Ο Άγιος Γεώργιος είναι Άγιος της Καθολικής, της Αγγλικανικής, της Ορθόδοξης, της Λουθηρανικής και της Αρμενικής Εκκλησίας, καθώς και προστάτης Άγιος των χριστιανών της Παλαιστίνης, της Βηρυτού, της Γεωργίας, ακόμη του βουλγαρικού στρατού.

Για εμάς, τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, ο Άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης του Πεζικού και του Στρατού Ξηράς αλλά και προστάτης των κτηνοτρόφων.

Για τον Άη Γιώργη οι θρύλοι και οι παραδόσεις είναι αμέτρητες, ίσως να μην υπάρχει τόπος της πατρίδας μας που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι αφιερωμένο σε Εκείνον. Κι από όλα αυτά αξίζει για μια στιγμή να σταθούμε στην ιστορίατουΆη Γιώργη, τον προστάτη των λατόμων.

Το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στην Πεντέλη, λένε πως χτίστηκε από την ανάγκη των εργατών του μαρμάρου να ανάβουν ένα κερί, να λιβανίζουν εικόνες και να προσεύχονται μέσα στο δάσος σε Κείνον.

Στο σημείο που χτίστηκε ο ναόςένας θρύλος θέλει τον λατόμο Βαγγέλη Σακέλλη, να συναντά συχνά ένα αναμμένο καντηλάκι δίπλα από το πηγάδι. Παραμύθι ή αλήθεια, ποιος να ξέρει, το κατάπιε κι αυτό μια αχόρταγη πείνα για ζωή.

Ένα από τα πιο επικίνδυνα επαγγέλματα στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν αυτό των εξορυχτών μαρμάρου. Ολημερίς πάλευαν με το μπιγκούνι στο χέρι για να αποκαλύψουν τον όγκο της πέτρας κι ύστερα με φουρνέλα την ξερίζωναν από τα σωθικά της μάνας γης.

Τακτικότατο θέμα στις εφημερίδες της εποχής ήταν ένας δύστυχος εργάτης καταπλακωμένος από πέτρες, που έβγαινε νεκρός ή ακρωτηριασμένος, από τα λατομεία της Πεντέλης ή του Πειραιά.

Στα 1905 οι λατόμοι ξεκίνησαν το χτίσιμο του Άγιου Γεωργίου και έκαμαν πέντε ή έξι χρόνια, για να αποτελειώσουν την εκκλησία τους.

Οι περίπου 2.000 Καρπάθιοι εργάτες της πέτρας στρίμωξαν κάτι από τις οικονομίες τους και πολύ ιδρώτα, μέσα στα αγκωνάρια ετούτου του ιερού.

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το κτήμα, για την ανέγερση του ναού, ήταν δώρο στους εργάτες από τον Σκωτσέζο ιδιοκτήτη των λατομείων του Διόνυσου Θωμά Μπόμαν. Μάλιστα στους Καρπάθιους λατόμους, λένε μάλιστα ότι τους υπεραγαπούσε, είχε τάξει και ένα σχολείο, αυτή η υπόσχεση πραγματοποιήθηκε μια δεκαετία αργότερα.

Πίσω από το ιερό βρίσκεται το πρώτο Κοιμητήριο του Διονύσου με τους οικογενειακούς τάφους των κτητόρων, των πρωτεργατών του Ναού και των πρώτων κατοίκων.

Η λειτουργία της εκκλησίας και στη συνέχεια η γιορτή στη χάρη του Αη Γιώργη, πήρε σιγά-σιγά μεγάλες διαστάσεις, ώσπου το 1925, έγινε το επίσημο πανηγύρι της παροικίας των μεταναστών Καρπαθίων στην Αττική.

Την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα, οι μαντρακάδες, τα σφυριά και τα φουρνέλα δεν ακουγόντουσαν στο Διόνυσο, οι λατόμοι φορούσαν καθαρά ρούχα, κουστούμια, γραβάτες και ρεπούμπλικες!

Ένα τρικούβερτο γλέντι στηνόταν μέσα στο δάσος, μια γιορτή που δεν είχε όμοια της. Στα σίγουρα θα θύμιζε κάτι από τα σπουδαία γλέντια του Δεκαπενταύγουστου στην Κάρπαθο, εκείνα που κρατούσαν δύο μερόνυχτα, και έμοιαζε να ξεσήκωναν ακόμη και τους πεθαμένους μέσα από τα μνήματα.

Οι μάγειροι μέσα στη μεγάλη φούρια τους, συναγωνίζονται για το καλύτερο, το πιο γευστικό πιάτο. Βραστό κατσίκι, στιφάδο με ρύζι ή χόντρο. Τα όργανα, οι λύρες, οι τσαμπούνες και τα λαούτα, πάλευαν για να βγάλουν το πιο σπουδαίο μεροκάματο της χρονιάς. Κι οι κανάτες με το γλυκόπιοτο κρασί να μην αφήνουν κανέναν σε ησυχία. Σιωπηλοί μάρτυρες της ιστορίες τα θεόρατα πεύκα στο προαύλιο της εκκλησίας, αλήθειας πόσες μαντινάδες θα έχουν ακούσει, πόσους χορούς θα έχουν νιώσει αυτά τα δέντρα.

Όσο για τις κλεφτές, τις γατίσιες ματιές, εκείνες που κάνουν τα πρόσωπα να γλυκαίνουν όταν θωρούν το πιθανό ταίρι, εκεί πια δεν υπήρχε μέτρο, ούτε γίνονται κουβέντες ή συγκρίσεις. Όλα για δύο μάτια, κι ας είναι μόνο για μια φορά το χρόνο. Παρόλα αυτά εκείνη την εποχή μετρούσε το ήθος, δεν έψαχναν εφήμερους έρωτες, ούτε άστοχες αγάπες.

Τα πιο μεγάλα προξενιά, με τα χρυσά γαμπρίκια καιτις διπλές ή τριπλέςκολαϊνες για νυφίκια, προίκα στις πρωτοκόρες, στήθηκαν εδώ, μέσα σε ετούτη την αυλή.

Κοντά εκατό χρόνια από τότε, η λησμονιά πλάκωσε σα τη βροχερή νύχτα δίχως πανσέληνο, τόσο σκοτεινή κι ανυπόφορα στενάχωρη είναι η εποχή μας.

Λιγοστός κόσμος, όλο και λιγότερος φτάνει πια εδώ πάνω. Κι είναι αμήχανος, αφού κάτι θέλει να πει, κάτι να θυμηθεί, μια κουβέντα ναξεστομήσει. Ποιος όμως να σταθεί, να ακούσει για τον προπάππου, για τον ξεγραμμένο θείο και τον λατόμο ξάδερφο, που ο εφτακακόμοιρος δεν πρόκαμε, αφού τον πλάκωσε ένα κομμάτι μάρμαρο, και σήμερα κάπου εκεί, βολοδέρνουν τα θρυμματισμένα λείψανα του.

Μετά τον Παγκόσμιο πόλεμο τα πράγματα άλλαξαν, οι καρπάθιοι λατόμοι σιγά-σιγά έπαψαν να εργάζονται στη Πεντέλη και ο ναός παραμελήθηκε. Η φροντίδα και η καθαριότητα του πέρασε στα χέρια της κ. Ελευθερίας Ταλιούρη και της οικογένειας της, αφού και ο πατέρας της υπήρξε αρκετά χρόνια επίτροπος στην εκκλησία.

Ο ναός απασχόλησε και πάλι τον ιδιοκτήτη του, τον Σύλλογο Απανταχού Καρπαθίων, το 1980 καιτότε αποφασίστηκε να δοθεί για 50 χρόνια, με παραχωρητήριο χρησικτησίας, στην Ιερά Μητρόπολη Αττικής με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ενοριακός ναός της κοινότητας Διονύσου.

Σήμερα ο Σύλλογος Απανταχού Καρπαθίων κάνει φιλότιμες προσπάθειες να αναβιώσει τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου ωστόσο η ιστορία των Καρπάθιων εργατών μαρμάρου αργοσβήνει, πεθαίνει μαζί με τις γενιές που φεύγουν.

  

Πηγή: www.pemptousia.gr

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή