Ο διανοούμενος της επαρχίας και το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Οι διανοούμενοι γενικώς χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: 1). Σε εκείνους που είναι πραγματικά τέτοιοι και 2). Σε εκείνους που νομίζουν ότι είναι ή θέλουν, για διάφορους λόγους ο καθένας, να δείχνουν πως είναι ή ακόμη επειδή το νομίζουν κάποιοι άλλοι, όσοι αποτελούν την αυλή τους, ένα είδος αυλής για την ακρίβεια, και που πείθονται συνήθως από την επιμονή των ανθρώπων αυτών, χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι να ερευνήσουν διεξοδικά και από μόνοι τους το υπό παρατήρηση φαινόμενο.

Το πρώτο είδος ευδοκιμεί παντού, σε κάθε τόπο και χρόνο, το δεύτερο όμως είναι φρούτο, σχεδόν αποκλειστικό, της ελληνικής επαρχίας, γιατί εκεί, και μόνο εκεί, βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες ύπαρξης και ανάπτυξης. Αυτό το φαινόμενο, λοιπόν, είναι το αντικείμενο της έρευνας και της μελέτης μου σε αυτό εδώ το κείμενο.

Είναι, βέβαια, ευρέως γνωστό πως πραγματικοί διανοούμενοι τυχαίνει να υπάρχουν καμιά φορά και στην επαρχία και να ζουν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα εκεί. Άλλωστε, εκεί γεννιέται πάντα το σύνολο σχεδόν των διανοούμενων της χώρας, την οποία όμως επιχειρούν, και οι περισσότεροι το επιτυγχάνουν, να την εγκαταλείψουν, με την πρώτη ευκαιρία, για την πρωτεύουσα. Το φαινόμενο είναι συνηθισμένο, ίσως, γιατί οι περισσότεροι δεν αντέχουν τον ασφυκτικό κλοιό μέσα στον οποίο τους περικλείει αυτή. Τυχαίνει όμως κάποιοι από αυτούς να παραμένουν για πολλά χρόνια της ζωής τους στον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, συνήθως για λόγους βιοποριστικούς, ενίοτε μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Εκείνο που τους ξεχωρίζει, σε αυτή την περίπτωση, από το δεύτερο είδος της πιο πάνω ταξινόμησης, είναι το γεγονός ότι ζουν σεμνά, ταπεινά και, θα έλεγα, αθόρυβα, σχεδόν αθέατοι και κάποτε άγνωστοι ως προς την ιδιότητά τους αυτή στον περίγυρό τους, ο οποίος ξαφνιάζεται μεν και εκφράζει τον έντονο και φανερό θαυμασμό τους, όταν την ανακαλύπτει, τυχαία τις περισσότερες φορές, κρυφά δε τη ζήλεια και το φθόνο που νιώθουν ως τα βάθη της ψυχής τους.

Εννοείται πως οι πραγματικοί, οι αληθινοί διανοούμενοι φροντίζουν με αγάπη και σεβασμό προς τον εαυτό τους το έργο τους και είναι πάντοτε ενήμεροι των τελευταίων εξελίξεων στην τέχνη ή την επιστήμη που υπηρετούν με πάθος και την οποία γνωρίζουν πολύ καλά σε βάθος και σε πλάτος σε αντίθεση με όσους αποτελούν το άλλο είδος.

Ο επαρχιώτης διανοούμενος (από το σημείο αυτό και ως το τέλος του κειμένου το ενδιαφέρον μας θα επικεντρωθεί, αμέριστο, σε αυτόν και μόνο σε αυτόν, γιατί κανένα άλλο είδος διανοούμενου δεν παρουσιάζει τέτοιο και τόσο ενδιαφέρον για την έρευνα και τη λογοτεχνία) είναι ένα αρκετά σπάνιο φαινόμενο, λίγα μόνο άτομα σε κάθε κοινωνία, και για αυτό, όπως συμβαίνει με τα σπάνια αντικείμενα, μέταλλα κ.λπ. πανάκριβα είδη, αποτελεί, σχεδόν πάντα, ένα από τα αξιοθέατα, τα ζωντανά μνημεία κάθε τόπου, τα οποία αξίζει τον κόπο να τα δει κανείς, έστω και μία φορά, στη ζωή του.

Γι’ αυτό άλλωστε και όλοι οι συντοπίτες του επιδιώκουν διακαώς τη γνωριμία του, επιζητούν με πάθος τη συντροφιά του για τη βόλτα στις πλατείες των επαρχιακών πόλεων και κωμοπόλεων ή τη συζήτηση στα καφενεία των χωριών και των πόλεων και όλοι επιθυμούν να αφηγούνται, με προσποιητή περηφάνια και, ενίοτε, με κομπορρημοσύνη, σε άσχετους τρίτους σημαντικά ή ασήμαντα περιστατικά από τη ζωή και την καθημερινότητα των μνημείων αυτών και να τα σχολιάζουν με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία, σαν να είναι πραγματικοί ειδήμονες του φαινομένου.

Όλοι τους, ανεξαιρέτως, δηλώνουν υπερήφανοι για τον συντοπίτη τους διανοούμενο και θαυμαστές των όσων λέει, κάνει ή γράφει, όπως άλλωστε συνηθίζουν να θαυμάζουν και να υπερηφανεύονται και για τα υπόλοιπα μνημεία, ζωντανά ή μη, της ιδιαίτερης πατρίδας τους ή για την ιστορία της, τον πολιτισμό της και τα προϊόντα που παράγει η γη της και που είναι πάντα καλύτερα, γευστικότερα και ομορφότερα από τα ομοειδή προϊόντα άλλων περιοχών.

Επειδή όμως, γεγονός εντελώς φυσικό άλλωστε, κανένας επαρχιώτης, όπως φυσικά και κανένας άλλος άνθρωπος, δεν επιθυμεί να αποτελεί, έστω και για ένα μόνο εικοσιτετράωρο, το θαυμαζόμενο, με αυτό τον τρόπο, αντικείμενο της περιέργειας των αδιάκριτων συμπολιτών του, γι’ αυτό ακριβώς και κανένας τους δεν θέλει να βρεθεί κάποια στιγμή, έστω και για λίγα λεπτά της ώρας, στη θέση ενός τέτοιου διανοούμενου, τον οποίο, ναι μεν θαυμάζει και λέει πως τον εκτιμά, πλην όμως δεν τον εζήλεψε ποτέ, γιατί, μεταξύ μας, τον θεωρεί και λιγάκι παλαβό, ελαφρύ και παράξενο, αλλά δεν το λέει πουθενά για να μην παρεξηγηθεί, ίσως για να μην πουν και τον ίδιο τρελό, που είναι, οπωσδήποτε, μία πολύ βαριά κουβέντα.

Αυτός ο κατ’ επίφαση διανοούμενος μέσα στον ασφυκτικά περιορισμένο, τον περίκλειστο κόσμο της ελληνικής επαρχίας του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα είναι ο μονόφθαλμος ανάμεσα στους τυφλούς που τον περιβάλλουν και γι’ αυτό πολύ εύκολα βασιλεύει ή νομίζει ότι μπορεί ή πρέπει να βασιλεύει ανάμεσά τους και να τους κατευθύνει στις καθημερινές τους, και όχι μόνο, δραστηριότητες.

Όντας πάντα μειοψηφία, και κάποτε απελπιστικά μόνος, συσπειρώνεται συχνά με άλλους συμπολίτες του, κατά τεκμήριο προοδευτικούς που, συνήθως, θέλουν να του μοιάζουν, ή νομίζουν πως του μοιάζουν, σε συλλόγους, ενώσεις, σωματεία, εταιρίες που έχουν ως μοναδικό τους έργο τον εκπολιτισμό των άλλων συμπολιτών τους και, πιστεύοντας ακράδαντα πως είναι ο μοναδικός φορέας, το μοναδικό άτομο που έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να ηγείται, παντού και πάντοτε, όλων των επιμέρους μορφών της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής συγκρότησης σε τοπικό επίπεδο, ασχολείται συνεχώς με τα κοινά, γίνεται συχνά ιδρυτής και ισόβιος πρόεδρος απειράριθμων και, πολλές φορές, άσχετων μεταξύ τους σωματείων, άμισθος ανταποκριτής πολλών επαρχιακών εφημερίδων και περιοδικών, μανιώδης επιστολογράφος αθηναϊκών και άλλων εντύπων επί παντός του επιστητού, αγαπάει με πάθος αληθινό και ανομολόγητη λατρεία το μικρόφωνο και τους δημόσιους χώρους που είναι γεμάτοι με κόσμο και γι’ αυτό δεν το αφήνει ποτέ από τα χέρια του, εκτός κι αν του το κλέψει κάποιος ανταγωνιστής, σε κάθε δημόσια συγκέντρωση ή εκδήλωση οιασδήποτε μορφής και περιεχομένου, κατέρχεται στις δημοτικές εκλογές, και ομολογώ πολλές φορές με επιτυχία, ως υποψήφιος δήμαρχος, δημοτικός σύμβουλος ή κοινοτάρχης, επιδιώκει, συνήθως ανεπιτυχώς, την κάθοδό του και στις βουλευτικές εκλογές, εκδίδει ή προσπαθεί να εκδώσει έντυπα τοπικού ή φιλολογικού, λογοτεχνικού περιεχομένου, στις σελίδες των οποίων εκθειάζει χωρίς πραγματικό μέτρο όλα τα κέντρα της τοπικής εξουσίας, από τον μητροπολίτη μέχρι τον νεωκόρο και τον ιεροψάλτη της ενορίας του και από τον νομάρχη και τον στρατιωτικό ή αστυνομικό διοικητή της περιοχής μέχρι τους κλητήρες του δήμου και τους μόνιμους λοχίες της πλησιέστερης στρατιωτικής μονάδας, επιδιώκει, με κάθε μέσο και αντί οιουδήποτε τιμήματος, να προσκαλείται επισήμως σε κάθε εκδήλωση που γίνεται στον τόπο του, χαιρετάει πάντα μονάχα όσους κρίνει ο ίδιος άξιους του χαιρετισμού του, ανακηρύσσεται από μόνος του ή και σε συνεργασία με άλλους συγγραφέας, ιστορικός, λαογράφος, ποιητής, γλωσσολόγος, κριτικός, δημοσιογράφος, ιεροψάλτης κ.λπ. και πάντοτε εκνευρίζεται τα μάλα και βρίζει χυδαία, όταν άλλοι, ιδίως νεότεροι στην ηλικία, δεν του αναγνωρίζουν αμέσως και με το νόμο τις ιδιότητες αυτές και όσες άλλες προσθέτει ο ίδιος στον εαυτό του και τον αποκλείουν παράνομα, κατά τη γνώμη του, από τοπικές και άλλες ανθολογήσεις κάθε είδους και γι’ αυτό, ίσως, αναγκάζεται πολλές φορές να δημιουργεί στενές σχέσεις, κυρίως αλληλογραφώντας, με ομοίους του άλλων περιοχών της χώρας, για να συσπειρωθούν όλοι τους κάποτε σε ενώσεις και ομοσπονδίες συγγραφέων ή διανοουμένων γενικά, οι οποίες θα εκδίδουν διάφορα έντυπα όπου ο ένας θα λιβανίζει τον άλλο περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή που θα λιβανιστεί και ο ίδιος με τη σειρά του από άλλους.

Είναι απόλυτα πεπεισμένος πως η υστεροφημία του ανήκει δικαιωματικά, όπως και η γυναίκα του, αν έχει, από την ώρα του γάμου τους, γι’ αυτό και απορρίπτει μετά βδελυγμίας κάθε αρνητική κριτική ή σχόλιο που του γίνεται και ιδιαίτερα όταν αυτή προέρχεται από κάποιο νεότερο που δεν είναι ακόμη ευρείας αποδοχής. «Τι μπορεί να ξέρει ένα κωλόπαιδο σαν αυτό», συνηθίζει να λέει σε μία τέτοια περίσταση, αντί οιουδήποτε άλλου σχολίου και συνεχίζει απτόητος να οργανώνει ποικίλες εκδηλώσεις με άπειρους λιβανωτούς ή να οργώνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, την ελληνική επαρχία, δίνοντας δωρεάν διαλέξεις για τα πιο άσχετα και αδιάφορα μεταξύ τους θέματα.

Γιατί, μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό και βρεθούμε κάποτε προ ανεξέλεγκτων εκπλήξεων, θεωρούν την αφεντιά τους ως τον μοναδικό αρμόδιο για να αποφαίνεται, παντού και πάντοτε, επί παντός του επιστητού, από την καλλιέργεια της ποίησης, της επιστήμης και της δημοσιογραφίας ως την καλλιέργεια των αγγουριών και της βιομηχανικής ντομάτας.

Στον λόγο του χρησιμοποιεί πληθώρα επιθέτων και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, ίσως γιατί δεν έχει μέσα του την αίσθηση του μέτρου και της σοβαρότητας και, συνεπώς, του γελοίου και της αποδεικτικής αξίας των λογικών επιχειρημάτων, σε σημείο που να αδυνατεί να σκεφτεί πώς πρέπει να χωρίσει δύο γαϊδουριών άχερα, μπορεί όμως να μιλάει ακατάπαυστα περί ηθικής και άλλων αξιών, ιδίως εθνικών ή θρησκευτικών, και ταυτόχρονα να κατακεραυνώνει, με τα πιο σκληρά από τα λόγια του, κάθε νέα μορφή τέχνης ή κίνηση που εμφανίζεται ξαφνικά από το εξωτερικό, την οποία θεωρεί, εκ προοιμίου, ανήθικη και πορνική και, ίσως γι’ αυτό, και όχι γιατί απαιτούνται ειδικές γνώσεις και ευαισθησίες, αφού η έλλειψη αυτών δεν αποτελούν εμπόδιο για τον ίδιο, μια και δηλώνει απερίφραστα πως είναι παντογνώστης σχεδόν και επιπλέον αρνείται πεισματικά να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο και το ρεμπέτικο τραγούδι, τα οποία λέει, συνήθως, ότι τα θεωρεί κατώτερες και ανάξιες λόγου μορφές τέχνης, ανήθικες ως επί το πλείστον και κοινωνικά επιλήψιμες, ασχολείται όμως, όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, με την τηλεόραση και τον αθηναϊκό τύπο, βρίζοντας, ίσως γιατί δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για την ύπαρξή του ή, ίσως, γιατί ελπίζει στο μέλλον να ενδιαφερθούν, οπότε θα αλλάξει αμέσως το τροπάριο.

Ως δήμαρχοι και κοινοτάρχες ή ως πρόεδροι συλλόγων και σωματείων οι επαρχιώτες διανοούμενοι τυχαίνει να οργανώσουν κάποτε και μία σημαντική πολιτισμική εκδήλωση, συνήθως χρηματοδοτούμενη από το Υπουργείο Πολιτισμού, όπως π.χ. μία συναυλία με το κουαρτέτο σύγχρονης μουσικής ή με τη χορωδία της ΕΡΤ και όχι με τα συγκεκριμένα συγκροτήματα-μπουλούκια που περιτρέχουν κατά τους θερινούς κυρίως μήνες την ελληνική επαρχία για να τα οικονομήσουν γερά και να βγάλουν αγόγγυστα το σκληρό χειμώνα που ακολουθεί, μια και οι αμοιβές είναι πολύ υψηλές και τις πληρώνουν χωρίς να δυσανασχετούν οι οργανωτές πανηγυριών που αυτοαναδεικνύονται έτσι σε εκπολιτιστές του λαού και τιμητές των πάντων, με το αζημίωτο βέβαια.

Από τη στιγμή αυτή και ως το τέλος της ζωής τους επαίρονται για αυτή (ή αυτές, αν είναι περισσότερες από μία) την εκδήλωση, μια και αμέσως επανέρχονται στα ίδια, αυτά που μόνο γνωρίζουν και κατανοούν πλήρως, και για τα οποία μεμψίμοιροι συνδημότες τους τούς κατηγορούν ασύστολα, πως τάχα δεν ανεβαίνει με αυτά πολύ το πολιτισμικό επίπεδο του λαού και του τόπου που είναι, όπως λένε, αρκετά χαμηλό. Αλλά ποιος προφήτης ευδοκίμησε στον τόπο του; Έτσι καταπίνουν αδιαμαρτύρητα τις προσβολές και την αθεράπευτη κακεντρέχεια των κριτικολογούντων και συνεχίζονται και πάλι τα πανηγύρια, τα τριήμερα και τα πενθήμερα κάθε είδους, οι θεατρικές παραστάσεις των αθηναϊκών μπουλουκιών που απευθύνονται σε κάφρους και οι διαλέξεις, από τις οποίες λείπει παντελώς η συζήτηση και η επιστημονική τεκμηρίωση των λεγομένων, ενώ περισσεύει ο λιβανωτός, η αμετροέπεια και η κενότητα των λόγων που ακούγονται.

Γίνεται φανερό, νομίζω, ύστερα από όλα αυτά, ότι ο επαρχιώτης διανοούμενος είναι ένα άτομο με υπέρμετρα αναπτυγμένο το εγώ του. Τη λέξη αυτή την χρησιμοποιεί σαν ψωμοτύρι στις καθημερινές του συζητήσεις και συναναστροφές. Με αυτή αρχίζει και με αυτή τελειώνει κάθε φράση του, σύμφωνα με το λογοτεχνικό σχήμα του κύκλου, ό οποίος μπορεί στη λογοτεχνία να είναι εκφραστικό μέσο με εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, στη ζωή όμως μπορεί να είναι και φαύλος. Κι αυτό το τελευταίο το γνωρίζει πολύ καλά και γι’ αυτό συμπεριφέρεται ανάλογα.

Επειδή θεωρεί τον εαυτό του παντογνώστη και με ανεξάντλητες δυνατότητες επιστημονικές ή καλλιτεχνικές, αν κάποιος κάνει το τραγικό λάθος να του ζητήσει κάποια πληροφορία, κάποιο έντυπο, κάποιο σπάνιο βιβλίο που δεν το βρίσκει εύκολα κανείς στο εμπόριο, κάποιο χειρόγραφο που, πιθανόν, βρίσκεται στην κατοχή του ή έχει τη δυνατότητα, ως διαχειριστής του, να το χρησιμοποιεί μονάχα ο ίδιος κατ’ αποκλειστικότητα, δεν του το δίνει ποτέ στα χέρια, αλλά προτείνει στον ενδιαφερόμενο, σε αυτόν που του υποβάλλει το αίτημα δηλαδή, αν θέλει, να του γράψει ο ίδιος το σχετικό κείμενο, ακόμη κι αν πρόκειται για διδακτορική διατριβή, δηλώνοντας χωρίς να κοκκινίζει πως κανένας άλλος δεν είναι αρμοδιότερος από αυτόν να κάνει κάτι τέτοιο, ενώ συνήθως δεν είναι παρά απόφοιτος, έστω και αριστούχος, του παλαιού εξαταξίου γυμνασίου αλλά παντελώς άσχετος με το υπό μελέτη θέμα.

Εννοείται ότι στην περίπτωση αυτή ο υποψήφιος διδάκτωρ ή μελετητής απορρίπτει μετά βδελυγμίας την προσφορά αυτού του είδους και καταφεύγει αλλού για να συμπληρώσει τα υπάρχοντα κενά των στοιχείων που κατέχει, όπως έκανε άλλωστε και ο υποφαινόμενος πριν από μερικά χρόνια σε σχετική πρόταση που του έγινε όταν αναζητούσε κάποιο κείμενο για την ιστορία του τόπου του.

Όμως, αν έχει μολυνθεί και ο ίδιος από την αρρώστια αυτή, γιατί, πώς να το κάνουμε, περί αρρώστιας πρόκειται, και μάλιστα ανίατης και μολυσματικής, τότε υποχωρεί και παραδίδεται άνευ όρων στην απεριόριστη συγγραφική εξουσία της μεγαλειότητας του επαρχιώτη διανοούμενου. Ίσως στο γεγονός αυτό να οφείλεται και η πληθώρα αντιεπιστημονικών και άλλων μεγαλόστομων διατριβών που υποβάλλονται κατά καιρούς σε διάφορα πανεπιστήμια, εγκρίνονται παμψηφεί και κατακλύζουν στη συνέχεια τις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μελέτη των επαγγελμάτων που ασκούν, για τις ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης, οι επαρχιώτες διανοούμενοι, αφού κανένας, όπως είναι ήδη παγκοίνως γνωστό από τα χρόνια κιόλας του Θεόδωρου Πρόδρομου ή, καλύτερα, Πτωχοπρόδρομου. Μία πρόχειρη έρευνα που ξεκίνησα μού έδειξε πως υπερτερούν, με τη σειρά, οι δάσκαλοι, οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι συμβολαιογράφοι, οι πολιτευτές κάθε είδους και βαθμίδας, και οι δημοσιογράφοι ή ανταποκριτές των επαρχιακών εφημερίδων, ενώ ακολουθούν κατά πόδας οι παπάδες,, οι δάσκαλοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που αυτοαποκαλούνται καθηγητές, και οι πάσης φύσεως και μορφής συνταξιούχοι.

Σημαντικός είναι, επίσης, και ο αριθμός των αποφοίτων του παλαιού εξαταξίου γυμνασίου, οι οποίοι εργάζονται συνήθως ως υπάλληλοι στην τοπική αυτοδιοίκηση, στον δημόσιο και σπανιότερα στον ιδιωτικό τομέα. Σε πρωτοπόρους του είδους αναδείχτηκαν, ήδη από τον 19ο αιώνα, οι δάσκαλοι, όταν ο αείμνηστος ιδρυτής της ελληνικής λαογραφίας ως επιστήμης, ο Νικόλαος Πολίτης ενέπνευσε στο υπουργείο εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων την ιδέα να τους αναθέσει, με τις εγκύκλιες διαταγές που έστελνε στα σχολεία, την ευθύνη της συγκεντρώσεως άγνωστου, κατά κύριο λόγο, λαογραφικού υλικού από τις περιοχές στα σχολεία των οποίων υπηρετούσαν ώστε, αφενός μεν να ξεχνούν για λίγο την πείνα και τη δυστυχία που τους έδερνε καθημερινά λόγω των εξευτελιστικών μισθών που έπαιρναν, και πολλές φορές σε είδος, για το έργο που πρόσφεραν στη μαθητιώσα νεολαία της χώρας και αφετέρου, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, είναι αλήθεια, να γεμίσει η ελληνική επικράτεια από αυτοδίδακτους λαογράφους, ιστορικούς, βοτανολόγους, γλωσσολόγους και άλλα τινά, γεγονός που, αγαθή τη τύχη, συνεχίζεται έως και σήμερα, παρόλο που τα ενδιαφέροντα άλλαξαν και τα περισσότερα χωριά έχουν πλέον εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους.

Τώρα μου έρχεται στο νου η φράση, που θα μπορούσε να αποτελέσει, κατά τη γνώμη μου, το ρεφραίν ενός πολύ σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού, και την παραθέτω αυτούσια: «Τα χωριά φεύγουν, οι λαογράφοι όμως και οι ιστορικοί μένουν», κι αυτό γιατί, ενώ πολλά χωριά τα αγνοεί παντελώς η επιστήμη της Γεωγραφίας, αντίθετα για τις επιστήμες της Λαογραφίας και της Ιστορίας είναι τα μόνα υπαρκτά. Φυσικό είναι, λοιπόν, να μην βρεθούμε προ εκπλήξεων αν στο μέλλον προκληθεί σύγκρουση των επιστημών αυτών με απρόβλεπτες συνέπειες για τον τόπο και τον πολιτισμό του. Για αυτό πρέπει να υποχωρήσει πάραυτα η μία πλευρά, εκείνη της Γεωγραφίας δηλαδή, γιατί χωρίς αυτήν μπορούμε να ζήσουμε ήρεμα σαν άνθρωποι, χωρίς την Ιστορία όμως και τα παρακλάδια της.

Έργο ζωής για έναν επαρχιώτη διανοούμενο, ακόμα κι αν κατοικεί επί σειρά ετών στην πρωτεύουσα της χώρας, αποτελεί η συγγραφή της ιστορίας του χωριού του. Ελλείψει όμως πραγματικών ιστορικών γεγονότων οι λευκές σελίδες του βιβλίου γεμίζουν με πληθώρα άλλων άσχετων με την ιστορία περιγραφών ή με την απαρίθμηση ηθών, εθίμων, τοπικών συνηθειών, θρύλων, άλλων φανταστικών διηγήσεων και τρόπων συμπεριφοράς ενός ανύπαρκτου, τις πιο πολλές φορές, πληθυσμού, καθώς και με προσωπικά στοιχεία από τη ζωή του συγγραφέα που αποκτούν έτσι την εγκυρότητα ενός ισχυρού πλην αυταπόδεικτου ντοκουμέντου.

Η πρώτη προσπάθεια που καλείται να καταβάλλει ένας τέτοιος συγγραφέας είναι ο εξελληνισμός του, συνήθως τούρκικου, αρβανίτικου ή σλάβικου ονόματος του χωριού του και των λοιπών τοπωνυμίων που σχετίζονται με αυτό, ώστε, όταν αρχίσει το κύριο έργο του και το βιβλίο αρχίζει να σχηματίζεται ως σώμα, να μην ηχούν άσχημα και παράταιρα στα αυτιά μας, όταν εντρυφούμε με τη μέγιστη προσοχή στις σελίδες του, ήχοι βαρβαρικοί και κακόγουστοι.

Έτσι, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, χάθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν πλείστα όσα τέτοια τοπωνύμια, αφού και το αρμόδιο υπουργείο, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, υιοθέτησε τις περισσότερες από τις προτάσεις αυτές και η ελληνική επαρχία γέμισε και πάλι από ένδοξα αρχαία ελληνικά ονόματα, τα οποία συναγωνίζονται με επιτυχία με ονόματα δένδρων, φυτών, ζώων και φυσικών φαινομένων. Έτσι λύθηκε λοιπόν, με τον πιο επιστημονικό, θα έλεγα, τρόπο, με την ολοσχερή εξαφάνιση δηλαδή από τη γλώσσα και τη Γεωγραφία του ανεπιθύμητου αντεθνικού παρελθόντος και των επιβιώσεών του και μέσα σε μία και μόνο στιγμή, με μία σπαθιά, όπως ο περίφημος εκείνος Γόρδιος δεσμός από τον Μακεδόνα στρατηλάτη, το δυσχερέστατο πρόβλημα που έθεσε στους πάντες τον 19ο αιώνα ο μισέλληνας Γερμανός ιστορικός, ο μόλις προσφάτως γνωστός μόνο ως όνομα λόγω μη υπάρξεως ελληνικής μετάφρασης του απρεπούς έργου του, ο πολύς Φαλμεράιερ, ότι δηλαδή οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι ειμή απόγονοι Τούρκων εκχριστιανισθέντων, Σλάβων, Αλβανών, Αρναουτών και άλλων ευγενών εθνών που κατοίκησαν για λίγο εδώ, ενώ η άποψη πως έχουν κάποια σχέση με τους αρχαίους Έλληνες, δεν είναι, έλεγε, παρά μύθος και μάλιστα κακόγουστος.

Είναι γεγονός αναντίρρητο πως ο ιστορικός αυτός άρχισε τη σταδιοδρομία του μερικά χρόνια ενωρίτερα από τότε που άρχισαν να γίνονται αυτές οι μεγάλες και κοσμογονικές αλλαγές των τοπωνυμίων και γράφονταν τα σχετικά έργα με τους βαρύγδουπους και φυσικά ελληνοπρεπείς τίτλους και αδυνατώντας πλήρως στη συνέχεια να αντικρούσει επιστημονικά τις καινοφανείς απόψεις που εξέφραζαν αυτά τα έργα, ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει ο μυσαρός αυτός ερευνητής πέφτοντας μέσα σε αρβανίτικο ή αρναούτικο πηγάδι, αλλά δεν το έκανε τελικά γιατί αγαπούσε με πάθος τη ζωή του καθώς και την υψηλή μισθοδοσία του από την κυβέρνηση του Μέτερνιχ.

Δεν είναι λίγο, άλλωστε, να σου ανατρέπουν το έργο μιας ζωής μερικά χθεσινά τυχάρπαστα υποκείμενα ενός ανύπαρκτου λαού και να ισχυρίζονται μάλιστα πως το κάνουν με τρόπο άκρως επιστημονικό και, κατά κάποιο τρόπο, επαναστατικό, ενώ στην πραγματικότητα νομοθετούσαν και αποφάσιζαν να κάνουν τις αναγκαίες, κατά τη γνώμη τους, αλλαγές με μία απλή, συνεχή, επίμονη και επιτυχημένη αλλαγή όλων των βαρβαρικών και κακόηχων ονομάτων των χωριών και των πόλεων ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας.

Ευτυχώς όμως που η Θεία Πρόνοια φρόντισε να γίνουν αλλιώς τα πράγματα, ο ιστορικός έζησε και η Επιστήμη δεν εθρήνησε μία τόσο μεγάλη και σημαντική απώλεια, για την οποία θα μας οικτίριζαν και θα μας σιχτίριζαν ακόμη οι Ευρωπαίοι, αφού θα μας θεωρούσαν υπεύθυνους για αυτή την πράξη, ενώ τώρα δεν έχουν κανένα λόγο να κάνουν κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και δείχνουν την αγάπη που μας δείχνουν.

Οι επαρχιώτες διανοούμενοι, χρησιμοποιώντας πάντα ποικίλους, μεγαλόσχημους, φανταχτερούς και βαρύγδουπους τίτλους, τόσο στα εξώφυλλα των βιβλίων τους όσο και στα υπόλοιπα δημοσιεύματά τους σε επαρχιακές εφημερίδες και περιοδικά, αυτή άλλωστε είναι το γλωσσικό ιδίωμα που χρησιμοποιούν πάντα, τυχαίνει καμιά φορά να βραβευτούν από την ομότιμή τους στα Γράμματα, τις Τέχνες και τις Επιστήμες Ακαδημία των Αθηνών.

Τότε ολόκληρη η τιμή, όπως συνηθίζουν να λένε με προσποιητή μετριοφροσύνη, ανήκει στο χωριό ή την πόλη που τους γέννησε και τους γαλούχησε με τα ιερά νάματα της επιστήμης ώστε να μην είναι πάντα απαραίτητο να την σπουδάζουν σε αμφίβολης ποιότητας και αξίας πανεπιστήμια του εσωτερικού και του εξωτερικού, γι’ αυτό γίνεται τότε επιτοπίως μία λαμπρότατη εορτή για να τιμηθούν όπως ακριβώς και οι αρχαίοι ολυμπιονίκες και να χαρούν συνάμα όλοι οι συγχωριανοί και όσοι άλλοι βρεθούν εκεί το τιμητικό και γι’ αυτούς γεγονός. Σήμερα βέβαια όχι μόνο δεν υπάρχουν ολυμπιονίκες αυτού του είδους, γεγονός εξόχως λυπηρό, αλλά ούτε και τείχη για να γκρεμιστούν υπό τις θριαμβευτικές κραυγές και τους φρενιτιώδεις αλαλαγμούς του ενθουσιώδους πλήθους.

Το μόνο που μπορεί να γκρεμιστεί στη θέση των αρχαίων τειχών, για να μείνει και κάτι από τους παλιούς συμβολισμούς, είναι τα αναιτίως χάσκοντα ερείπια των πατρικών σπιτιών αυτών των διανοούμενων, αλλά περί αυτών είναι των αδυνάτων αδύνατον να γίνει πειστικός λόγος για κατεδάφιση, αφού έχει φροντίσει για αυτό, αφενός μεν ο πανδαμάτωρ χρόνος και αφετέρου η αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού Και Επιστημών που σπεύδει αμέσως μόλις της το υποδείξει το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, να τα ανακηρύξει διατηρητέα. Αυτό κάνουν άλλωστε σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο, σε άλλα σημεία του πλανήτη μας, και ανακηρύσσουν διατηρητέα τα σπίτια σπουδαίων ανθρώπων, όπως του Τολστόι ή του Σαίξπηρ.

Στην περίπτωση αυτή ο χώρος μέσα στον οποίο βρίσκεται το οίκημα, ακέραιο ή γκρεμισμένο, δεν έχει σημασία αυτό, περιφράζεται ώστε να χρησιμοποιείται με επιτυχία ως ενδιαίτημα ερπετών, ελεύθερων πτηνών και ζώων κάθε κατηγορίας και ταξινόμησης και όχι ως το σύνηθες σημείο στο οποίο, κατά κύριο λόγο, ουρούν και αποπατούν ασύστολα, κατά το δοκούν και εν αγαστή συμπνοία, απαξάπαντες σχεδόν οι ευγενείς χωρικοί.

Τα έργα των διανοούμενων της επαρχίας είναι συνήθως εντελώς πρωτότυπα, ως προς τον τίτλο τους καθώς και την πρόθεση του συγγραφέα τους, αφού κανείς ποτέ μέχρι τότε δεν έστερξε να ασχοληθεί με τέτοιου είδους θέματα, ως προς το περιεχόμενο όμως αποτελούν αποτυχημένη, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, συρραφή αποσπασμάτων διαφόρων άλλων έργων του παρελθόντος, στα οποία τυχαίνει να βρίσκεται μία σκέψη, μία αναφορά, μία πληροφορία για το υπό μελέτη αντικείμενο και πάντα χωρίς να αναφέρονται, εάν υπάρχουν, οι σχετικές πηγές, από τις οποίες αντλούν ανεξέλεγκτα, ώστε να φαίνονται και να φαντάζουν οι δικές τους σελίδες ως εντελώς πρωτότυπες και ευφάνταστες συλλήψεις χωρίς προγόνους, πατέρες ή προδρόμους.

Και εδώ ας κάνω για λίγο το συνήγορό του;: για ποιο λόγο, άλλωστε, θα πρέπει σώνει και καλά να αναφέρονται πάντα οι πηγές και τα ονόματα εκείνων που έτυχε να γράψουν κάποια στιγμή της ζωής τους δύο λόγια για την πατρίδα του συγγραφέα μας και μάλιστα πριν από αυτόν; Ποιος τους έδωσε την άδεια και το δικαίωμα; Οι μόνες πηγές, λοιπόν, που είναι αναγκαίο να αναφέρονται πάντα είναι εκείνες των βουνών και των λόφων της ιδιαίτερης πατρίδας του συγγραφέα, από το νερό των οποίων ξεδιψούν το κατακαλόκαιρο, και όχι μόνο, οι ελάχιστοι και σχεδόν πάντα μοναχικοί περιπατητές των ένδοξων εδαφών της.

Οι συγγραφείς αυτοί της επαρχίας εκδίδουν πάντοτε τα έργα τους μόνοι τους, ιδίοις εξόδοις, ως είθισται να λέγεται ο τρόπος αυτός και να αναγράφεται μάλιστα με ευδιάκριτα γράμματα στο εξώφυλλο του βιβλίου, με χρήματα που αποκτούν πουλώντας σταδιακά τμήματα της πατρικής ή μητρικής περιουσίας που έχουν κληρονομήσει, και τα μοιράζουν δωρεάν σε όσους νομίζουν ότι θα ενισχύσουν με κάποιο τρόπο τη φήμη τους, κι αυτό γιατί οι εκδότες των Αθηνών, οι αποκαλούμενοι και εκδοτικά μονοπώλια, αρνούνται να δεχτούν τα χειρόγραφά τους χωρίς αμοιβή και να παραδεχτούν αμέσως με την πράξη τους αυτή τη μεγάλη αξία των συγγραφέων μας, τους οποίους μάλλον φθονούν και ζηλεύουν.

Έτσι, μη βρίσκοντας εκδότη που θα διαθέσει με ευκολία τα κεφάλαιά του ή διανομέα και βιβλιοπώλη πρόθυμο να ρίξει τα βιβλία αυτά στην αγορά, με το αζημίωτο φυσικά, και αδυνατώντας να τα πουλήσουν οι ίδιοι γυρνώντας από πόρτα σε πόρτα γιατί, αφενός μεν δεν είναι του χαρακτήρα τους κάτι τέτοιο και αφετέρου, ποιος δίνει στις ημέρες μας χρήματα για την αγορά βιβλίων, αφού βρίσκει κανείς ό,τι χρειαστεί ευκολότερα στην τηλεόραση και τα περιοδικά ποικίλης ύλης και κουτσομπολιού, γι’ αυτό λοιπόν και τα χαρίζουν ο ένας στον άλλο με ιδιόχειρα αφιερωματικά σημειώματα στις εσωτερικές σελίδες τους, με την ελπίδα μήπως τα δει και τα διαβάσει και κάποιος άλλος εκτός από εκείνους που τα γράφουν με κόπο και αίμα.

Θα μπορούσαν βέβαια να κάνουν κάτι άλλο, ιδιαίτερα εποικοδομητικό, αλλά δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν την υπομονή αλλά και τον διαθέσιμο χρόνο να περιμένουν τόσο, να τα φυλάξουν δηλαδή σε κάποιο μυστικό σημείο που μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν ώστε να τα βρουν μετά από εκατό και βάλε χρόνια κάποιοι επαΐοντες που θα τα κάνουν ευρέως γνωστά στο κοινό της εποχής τους. Τότε θα έχουν, εκτός των άλλων, μεγάλη αρχαιολογική, και όχι μόνο, αξία. Μήπως έτσι δεν έγινε άλλωστε και στην περίπτωση του στρατηγού Μακρυγιάννη και τόσων άλλων, ίσως, που δεν έχουμε ακόμη πληροφορηθεί την ύπαρξή τους γιατί δεν έχουν βρεθεί τα έργα τους; Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι ένα, ότι δεν είναι εύκολο δηλαδή να βρεθούν σήμερα οι κατάλληλοι αποθηκευτικοί χώροι ώστε να διατηρηθούν τα έργα αλώβητα και να μην καταστραφούν εντελώς από τα ζωύφια και τα σκουλήκια.

Όλα τα ανωτέρω αναγραφόμενα αναφέρονται, κατά κύριο λόγο, όπως δείχνει άλλωστε με σαφήνεια η συνεχής χρήση του αρσενικού γραμματικού γένους στο λόγο από την αφεντιά μου, στους άρρενες διανοούμενους της επαρχίας. Όμως, πολλές φορές, όπως συμβαίνει και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και του πολιτισμού μίας χώρας, η ιδιότητα αυτή ανήκει, και κατά κυριότητα και κατά νομή, όπως θα έλεγαν οι νομικοί, και σε θηλυκές ανθρώπινες υπάρξεις, για την ακριβή περιγραφή όμως του συγκεκριμένου είδους δηλώνω αναρμόδιος διότι λόγω ποικίλων άλλων ασχολιών του βίου μου μέχρι τώρα και μίας φυσικής όσο και κοινωνικής συστολής που με εμποδίσει να συνάπτω εύκολα γνήσιες και εποικοδομητικές σχέσεις με το λεγόμενον, αναληθώς βέβαια, ασθενές φύλο, δεν κατέστη δυνατόν, και από όσα βλέπω δεν θα καταστεί ποτέ, να μελετήσω το φαινόμενο τούτο με επιτυχία.

Όμως, για τις ανάγκες του κειμένου αυτού και για την όσο το δυνατόν πληρέστερη και καλύτερη ενημέρωση των προσφιλών μου αναγνωστών, ανέτρεξα ασμένως στο πόνημα του δεινού ερευνητή και χαλκέντερου μελετητή τέτοιων και άλλων παρόμοιων φαινομένων, του σεβαστού γέροντος Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου το οποίο δημοσιεύτηκε στο αλήστου μνήμης σπουδαίου περιοδικού «Διάλογος» των Λεχαινών (τεύχος 12/13, 1981, σελ. 8/13) με τον βαρύγδουπο τίτλο «Ο γενικός αρχειοθέτης» και το οποίο θίγει, εκτός των άλλων, μύρια όσα τέτοια ή μη περιστατικά, γεγονότα, προβλήματα, δυσκολίες και συμπεριφορές των αγαθών κατοίκων της γραφικής ελληνικής επαρχίας και δη των σημαντικότερων στρωμάτων του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι αλλά και της διανόησης ενγένει.

Γράφει, λοιπόν, ο εν λόγω συγγραφέας και σπουδαίος ερευνητής ποικίλων φαινομένων της καθημερινότητας των ανθρώπων περιγράφοντας δια μακρών το περιεχόμενο μίας επαρχιακής εφημερίδας, από τις αρχαιότερες του τόπου, και την κοινωνική και πολιτισμική δράση των συντακτών της: «Άσε, πια, όταν οι δημοσιογράφοι μυριστούν και κανένα ταλέντο σε κάποια κυρία εκ της ιεραρχίας της πόλεως –ένα λησμονημένο πιάνο, τάσεις για γράψιμο στίχων, ή (το μέγιστο) απόπειρες ζωγραφικής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση σκαρώνεται οπωσδήποτε μια έκθεση, τα εγκαίνια της οποίας συνήθως συμπίπτουν και με κάποια τοπική επέτειο: οι επίσημοι επισκέπτονται την έκθεση και αποθαυμάζουν εν σώματι τα έργα της ζωγράφου μας, η κ. νομάρχου τους υποδέχεται με την κατάλληλη εσθήτα, ανταλλάσσονται θαυμαστικά και συγχαρητήρια, ακολουθεί πλούσια δεξίωση, αλλά στην τελική πώληση κολλάει λιγάκι το πράγμα, αν και στο τέλος όλο και θα βρεθεί κάποιος ενδιαφερόμενος για τα δημόσια έργα της περιοχής, οπότε προσέρχεται ασθμαίνων, προχωρεί θορυβωδώς, υποκλίνεται, συγχαίρει, και ανασπών μία, ή, και δύο αυτοκόλλητες βουλίτσες κόκκινες, σπεύδει να τις κολλήσει στη γωνία ισάριθμων πινάκων, εκλιπαρών ούτως ειπείν να του κατακυρωθούν αμέσως, ώστε να μην τον προλάβει άλλος».

Και συνεχίζει απτόητος την περιγραφή του ο εν λόγω μελετητής παρομοίων αλλά και άλλων, ποικίλων, κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων: «Όλοι, εννοείται, αντιλαμβάνονται την χειρονομία και σπεύδουν ωα την σχολιάσουν χαμηλόφωνα, ενώ ταυτόχρονα χειροκροτούν, πρόκειται φυσικά για μια απλή προκαταβολή έναντι του μέλλοντος να αναληφθεί έργου, και τότε ο αρμόδιος συντάκτης σπεύδει να προλάβει το αυριανό φύλλο, όπου θα περιγραφούν αναλυτικά η τελετή των εγκαινίων, οι άριστες εντυπώσεις, τα συγχαρητήρια όλων των παρευρεθέντων, και θα εκφρασθεί η ευχή της συντάξεως να συνεχισθούν, και να εξελιχθούν σε θεσμό, αυτές οι εκδηλώσεις, από τις οποίες ο τόπος αναμένει την πολιτιστική του άνοιξη».

Θα ήθελα να προσθέσω κι εγώ ακόμη κάτι στα όσα εκθέτει επιτυχώς ο εν λόγω συγγραφέας στο μόλις προαναφερθέν πόνημά του που, ειρήσθω εν παρόδω, θα πρέπει να έχει παρακολουθήσει μέχρι στιγμής και μάλιστα ως εκ της θέσεώς του, του Γενικού Αρχειοθέτη δηλαδή όλων των επαρχιών της χώρας και, κυρίως, εκείνης του Πύργου της Ηλείας, από τον οποίο κατάγεται, η οποία θέση τον υποχρεώνει να παραμένει για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε πρωτεύουσες νομών και επαρχιών μόνο, πλείστες όσες εκδηλώσεις του είδους αυτού, ώστε να αποτελεί σήμερα τον μοναδικό, σχεδόν, έγκυρο μελετητή των φαινομένων αυτών και, συνεπώς, ένα σπουδαίο όσο και πολύτιμο κεφάλαιο για τα ελληνικά Γράμματα και τις Τέχνες, θα ήθελα να προσθέσω, λοιπόν, και εγώ τη δική μου συνεισφορά, τη δική μου μικρή εμπειρία από τη μοναδική φορά που έτυχε να βρεθώ, κατά τη διάρκεια της ζωής μου, ως ακούσιος θεατής μίας τέτοιας έκθεσης ζωγραφικής στην ελληνική επαρχία.

Ήμουν αναγκασμένος, βέβαια, λόγω της ιδιότητας που είχα τότε, του προέδρου δηλαδή ενός μεγάλου επιστημονικού σωματείου της περιοχής, το οποίο λειτουργούσε εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή έκθεση βιβλίου στη συμπρωτεύουσα του νομού, να περνώ καθημερινά, προκειμένου να φτάσω στη μεγάλη αίθουσα που μας είχε διαθέσει για τις ανάγκες της έκθεσης η δημοτική αρχή της πόλης, έπρεπε να περάσω πρώτα από τον προθάλαμο του κτιρίου, στους τοίχους του οποίου εξετίθεντο σε κοινή θέα τα σπουδαία ζωγραφικά επιτεύγματα κάποιας γηραιάς κυρίας, από εκείνες που αποτελούν με την παρουσία τους και μόνο τα στηρίγματα της κοινωνίας και της πατροπαράδοτης τάξης που πρέπει να επικρατεί πάντοτε σε αυτή, κατά μία προσφιλέστατη έκφραση του αλησμόνητου πεζογράφου Δημήτρη Χατζή. Έτσι, εκών άκων, γνωρίστηκα με την κυρία αυτή, το όνομα της οποίας δεν θυμάμαι πια, και έβλεπα καθημερινά τα έργα της χωρίς να τα παρατηρώ ιδιαίτερα και, κυρίως, χωρίς να τα σχολιάζω.

Ήρθε η μέρα, λοιπόν, κατά την οποία έπρεπε να κατεβούν οι πίνακες από τους τοίχους και να συσκευαστούν με προσοχή για να μην καταστραφούν κατά τη μεταφορά τους στο μέρος που θα φυλάσσονταν στο εξής, αφού δεν κατέστη δυνατόν, παρά τις προσπάθειες και τη διαφήμιση από τον τοπικό Τύπο να πουληθούν. Η κυρία κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο, στο οποίο έγραφαν οι επισκέπτες τις εντυπώσεις τους από την θέαση των αναρτημένων πινάκων και εκείνη την ημέρα το έτεινε προς το μέρος μου. Μεταξύ των ονομάτων και των υπογραφών εφιγουράριζαν και τα ονόματα τριών ακαδημαϊκών και δύο πανεπιστημιακών διδασκάλων.

Κάποιος αρκετά κακοήθης, προφανώς, της είχε πει, με κάθε σοβαρότητα, πως ήμουνα, ο δύστυχος, γνωστότατος συγγραφέας που συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα περιοδικά έντυπα της υφηλίου και μάλιστα ειδικός σε θέματα Τέχνης και πολιτισμού που τη γνώμη του επιζητούν, πληρώνοντας αδρά, οι μεγαλύτερες και σημαντικότερες γκαλερί της Ευρώπης και της Αμερικής. Η ευγενέστατη αυτή κυρία τότε, επιστρατεύοντας το πιο γλυκό της χαμόγελο, με παρακάλεσε να αφήσω για λίγο κατά μέρος την ταπεινότητα και την ευγένεια που με χαρακτήριζε ως άτομο ώστε να κρύβω με κάθε επιμέλεια από όλους σχεδόν την ιδιότητα που είχα, για να μην δυσκολεύω τη ζωή των συμπολιτών μας και να γράψω, με κάθε ειλικρίνεια, δύο λόγια μόνο για το έργο της στο βιβλίο της έκθεσης.

Ομολογώ πως ήταν κάτι που δύσκολα θα μπορούσα να αποφύγω, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, συγχρόνως διέγνωσα το μάταιο μίας διάψευσης που δεν θα γινόταν ποτέ πιστευτή από τη γυναίκα αυτή που ήταν απόλυτα πεπεισμένη πως όσα της είχα πει για το άτομό μου ήταν αληθινά, οπότε αναγκάστηκα να το παίξω κι εγώ με τη σειρά μου φίρμα. «Σε λίγο», της είπα, «σε λίγο. Να γεμίσω πρώτα με μελάνι τον στυλογράφο μου, γιατί δεν γράφω με ό,τι βρεθεί μπροστά μου».

Φάνηκε πως με πίστεψε και σεβάστηκε αμέσως την επιθυμία μου. Την ιδιοτροπία, πες καλύτερα. «Έτσι θα είναι όλοι οι σπουδαίοι συγγραφείς», θα σκέφτηκε, «γεμάτοι ιδιορρυθμίες», κι εγώ, περνώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα στη δική μας έκθεση, παρακάλεσα τους συναδέλφους μου, όσους βρίσκονταν εκεί, να με αντικαταστήσουν σε όλα τα καθήκοντά μου εκείνης της ημέρας, τουλάχιστον μέχρι να φύγει από το κτίριο η γηραιά ζωγράφος, χωρίς να δώσω κάποια εξήγηση γι’ αυτό σε κάποιον από αυτούς. Τι νόημα θα είχε άλλωστε; «Θα σας χρωστώ ευγνωμοσύνη», τους είπα μόνο και τόσκασα αμέσως από την πίσω πόρτα του κτιρίου.

Έτσι έγινα καπνός και δεν έγραψα στο περίφημο βιβλίο που κρατούσε η επίδοξος ζωγράφος. Την επομένη πληροφορήθηκα από τους φίλους μου πως με αναζήτησε αρκετές φορές χωρίς να με συναντήσει πουθενά και στο τέλος, μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε κι αυτή, περίλυπος έως θανάτου, όπως μου είπαν και πλήρως απογοητευμένη. Γι’ αυτό κι εγώ σήμερα, αν και το θεωρώ απίθανο να διαβάσει το κείμενό μου αυτό, οπότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να εκτεθώ ανεπανόρθωτα με όλα αυτά που γράφω σε αυτό και να την πληγώσω, γεγονός που δεν επιθυμώ, ή, στη χειρότερη περίπτωση, να βρει τη διεύθυνσή μου από τα αρχεία του περιοδικού και να επιδιώξει να με συναντήσει, τόσο είναι το πάθος της για το έργο της και η πίστη της στη σπουδαιότητα τη δική μου, και να με πιέσει να της γράψω ό,τι δεν της έγραψα τότε.

Και, μα την αλήθεια, πώς να της αρνηθώ δυο λόγια θερμά, όσο κι αν εκτεθώ ως κριτικός με αυτά; Αυτός είναι και ο λόγος που δεν δημοσιεύω το κείμενο με το όνομά μου, αλλά με το ελληνοϊταλικό ψευδώνυμο Luciano Scatofolo, με τη ρητή εντολή μάλιστα στα μέλη της συντακτικής επιτροπής να μην αποκαλύψουν ποτέ την πραγματική μου ταυτότητα, τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα βρίσκεται ακόμη στη ζωή η ευγενέστατη αυτή κυρία, εκτός και αν τους πω εγώ, με κατηγορηματικό τρόπο, να το κάνουν, για λόγους που δεν μπορώ να γνωρίζω τούτη τη στιγμή.

Ας το τελειώσουμε λοιπόν, όπως ακριβώς το αρχίσαμε. Ο επαρχιώτης διανοούμενος, ζώντας συνεχώς στο δικό του, κλειστό και αύταρκες σύστημα αξιών, στον δικό του περίκλειστο κόσμο, με όλη την πνευματική μιζέρια που τον χαρακτηρίζει, είναι ηλίου φαεινότερον πως δεν ενδιαφέρει κατ’ ουδένα τρόπο τη συνολική εξέλιξη των Γραμμάτων και των Τεχνών μιας χώρας, αλλά μονάχα την Κοινωνιολογία, την Ψυχοπαθολογία και τα περιοδικά της επαρχίας που ασχολούνται με θέματα που τους αφορούν.

Παρόλο που αυτή η ανθρώπινη κατηγορία είναι μειοψηφία σε κάθε τόπο χωριστά, αν αθροιστούν όλα τα μέλη που την αποτελούν σε ολόκληρη την επικράτεια, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και μεγάλο μέρος της διανόησης του κέντρου και των προαστίων που το περιβάλλουν, καθώς και τμήμα του ελληνισμού της διασποράς, τότε δημιουργείται ένα αρκετά μεγάλο σύνολο ανθρώπων, μία ομάδα πιεστική και φορτική, που έχει τη δυνατότητα αλλά και το θράσος να φωνασκεί και να ουρλιάζει αναιτίως, σαν τον ομηρικό Θερσίτη, πασχίζοντας πάντοτε να επιβάλλει με αυτό τον τρόπο σε όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά σύνολα τις εκ προοιμίου ξεπερασμένες και οπισθοδρομικές αντιλήψεις της, τις πεποιθήσεις της , το εγώ της και τη θλιβερή και άγονη παρουσία της θανατηφόρας μοναξιάς της.

Οι επαρχιώτες διανοούμενοι αποτελούν συνεπώς μία τάξη σχετικά ευδιάκριτη, αλλά εμείς, ξέροντας πόσο ύπουλοι είναι κατά βάθος και πόσο επιμελώς το κρύβουν από τους άλλους, νιώσαμε τη μεγάλη ανάγκη να σας δείξουμε κάποια χαρακτηριστικά τους στοιχεία για να φυλάγεστε πάντοτε από αυτούς, όσοι δεν τους γνωρίζετε εκ πείρας, και να μην αρνιέστε πεισματικά, τουλάχιστον μπροστά τους, τη σπουδαιότητα, αλλά και τη μοναδικότητα της παρουσίας τους στα Γράμματα και τις Τέχνες, ακόμα και στις Επιστήμες, γιατί διαφορετικά θα βρεθείτε προ εκπλήξεων και τότε, ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε. Εγώ σας προειδοποιώ.

Εννοείται, για να τελειώνουμε επιτέλους, ότι δεν είναι πάντα απαραίτητο να έχει ο καθένας από αυτούς όλα όσα περιγράψαμε με τόσες λεπτομέρειες πιο πάνω. Φτάνουν μερικά μόνο από αυτά τα χαρακτηριστικά στοιχεία για να τον εντάξουν πανηγυρικά στην προαναφερθείσα κατηγορία. Άλλοι, μελλοντικοί μελετητές του είδους αυτού, πιστεύω, θα τους ταξινομήσουν κατά κατηγορίες, ειδικότητες, ιδιότητες, επαγγέλματα, συμπεριφορές και ενασχολήσεις. Εμείς μία πρώτη σειρά στοιχείων δίνουμε, απαραίτητων για να γνωρίσουμε κάπως το είδος και να το αποφύγουμε. Αν είναι δυνατόν, βέβαια! Γιατί ποιος μας βεβαιώνει ότι, ζώντας όλοι σε κάποια επαρχία και μάλιστα σε καθημερινή και συνεχή επαφή με το πνεύμα που την χαρακτηρίζει, δεν μολυνθήκαμε κι εμείς ανεπανόρθωτα από αυτό και μάλιστα χωρίς να το πάρουμε καθόλου είδηση;

  • Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Εκ Παραδρομής», της Πολιτιστικής ομάδας «Φράγμα» των Λεχαινών και αλλού, με κάποιες διορθώσεις σήμερα
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή