Ο γυναικείος πληθυσμός στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημήτρη Χατζή | Βιβλιοκριτική

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Αρχίζω με ένα απόσπασμα της Μαντώς Αραβαντινού που, δυστυχώς, το αγνοούσα παντελώς, όταν έγραφα τη μελέτη μου για το βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: «Το τέλος της μικρής μας πόλης» .

Γράφει λοιπόν η Αραβαντινού: «Ο Δημήτρης Χατζής μακριά από την πληγή του κακού, μακριά από την πατρίδα, γράφει και λέει την αλήθεια. Μια αλήθεια ποιητική, ανθρώπινη, πέρα από σκοπιμότητες, μακριά από δογματισμούς, αυτοκριτικές για τη μεθόδευση του κινήματος απ’ τους ηγέτες, λαθεμένες πολιτικές κινήσεις και διεκδικήσεις, ο Χατζής μιλάει και ιστορεί την αλήθεια ενός λαού που σταυρώθηκε: μπροστά σε τέτοια φοβερά και κοινά παθήματα, μονάχα η γλώσσα της αλήθειας και της ταπεινοσύνης μπορεί ν’ αντέξει κι αυτή η ταπεινοσύνη, αυτή η σχεδόν παιδικότητα της γραφής, βρίσκεται στο Μακρυγιάννη και την προφορική παράδοση».

Αποτέλεσμα εικόνας για Δημήτρης Χατζής, Το τέλος της μικρής μας πόλης»

Τμήμα αυτού του λαού που σταυρώθηκε, κατά την Αραβαντινού, κέντρο του καλύτερα, που την αλήθειά του επιχείρησε να μας παρουσιάσει στο λογοτεχνικό του έργο ο Δημήτρης Χατζής, κέντρο όμως απόκεντρο και περιθωριακό, όσο κι αν αυτό που λέω αποτελεί αντίφαση πρώτου βαθμού, είναι και ο γυναικείος πληθυσμός του «Τέλους της μικρής μας πόλης», διπλά και τριπλά σταυρωμένος, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Λέω κέντρο απόκεντρο, γιατί ο λαός που περιγράφει ο συγγραφέας μας σε αυτό το βιβλίο ζει στο περιθώριο της κοινωνίας του Μεσοπολέμου και οι γυναίκες του στο περιθώριο του περιθωρίου.

Είναι αυτός ακριβώς ο πληθυσμός που, ευρισκόμενος δίπλα στις πηγές του πόνου, της στέρησης και της ανάγκης, συλλαμβάνει πρώτος τα μηνύματα των καιρών, τις επερχόμενες αλλαγές της κοινωνίας, το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης, λόγω της διπλής, ίσως, καταπίεσης που νιώθουν, της τάξης και του φύλου δηλαδή συνάμα που, μέσα από τη στέρηση, την ανάγκη και την ανημπόρεια και λόγω της ευθύνης που νιώθουν για την επιβίωση της οικογένειας ή και εξαιτίας όλων αυτών ταυτόχρονα, κρατάει πάντα τα μάτια της ψυχής του ανοιχτά και άγρυπνα και, με ορθάνοιχτες όλες τις αισθήσεις του, βλέπει ό,τι αρνείται να δει πεισματικά με τα δικά του μάτια και τα αφήνει να προσπεράσει ο αρσενικός πληθυσμός της πόλης.

«Το τέλος της μικρής μας πόλης», αυτή η σπουδαία και μοναδική συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Χατζή, είναι μία πινακοθήκη προσώπων και των δύο φύλων, ταπεινών και καταφρονεμένων, που απεικονίζει πιστά, όσο γίνεται βέβαια, τη μετάβαση από την ανολοκλήρωτη κοινωνία του ελληνικού Μεσοπολέμου στην, επίσης, ανολοκλήρωτη και εξίσου στερημένη κοινωνία της μεταπολεμικής Ελλάδας, στα όρια των αλλαγών, μία κατάσταση δηλαδή μεταιχμιακή, νόθα και εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Ρουμανία, το 1953.

Η επεξεργασία και η ολοκλήρωση των διηγημάτων δεν σταμάτησε εκεί ούτε τότε, αλλά συνεχίστηκε και μετά την πρώτη έκδοση, εμπλουτίστηκε και με άλλα, καινούρια πρόσωπα και διηγήματα, όπως τη γνωρίσαμε κι εμείς αργότερα στην Ελλάδα με σχετικά μεγάλη καθυστέρηση . Ο Δημήτρης Χατζής, όπως και ο Σολωμός ή ο Καβάφης στην ποίηση, επεξεργάζεται συνεχώς το έργο του μέχρι να κατορθώσει να του δώσει τη μορφή εκείνη που θα τον ικανοποιήσει πλήρως. Ο Σολωμός δεν το πέτυχε ποτέ, οι άλλοι δύο όμως κάτι έκαναν. Ιδιαίτερα ο Καβάφης.

Στα διηγήματα του «Τέλους της μικρής μας πόλης» ο Δημήτρης Χατζής περιγράφει, με ιδιαίτερη επιτυχία ομολογώ, ανατέμνει και μελετάει τα αδιέξοδα και τις ακυρωμένες, τις ματαιωμένες ελπίδες και προσδοκίες ενός κόσμου μίζερου και παρακμασμένου, ενός κόσμου που έχει αρχίσει ήδη να τον κατατρώει η φθορά και η διάλυση των πάντων και τη στάση του οποίου καθορίζει στον υπέρτατο βαθμό η στέρηση και η ανάγκη, η πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική πενία. Έτσι ο κόσμος αυτός αδυνατεί, παρά τις κάποιες απεγνωσμένες προσπάθειες που καταβάλλει εδώ κι εκεί, να αποτινάξει και να σπάσει τα δεσμά που του έχουν επιβάλλει άλλοι, να ζήσει εντέλει, όσο του είναι δυνατόν, ελεύθερα και δημιουργικά, και για τον εαυτό του, αλλά και για το σύνολο, την τάξη του, μέσα σε άθλιες οικονομικά και κοινωνικά συνθήκες που δεν μπορεί να τις αποφύγει, έχοντας ν’ αντιμετωπίσει την ίδια στιγμή την εχθρική στάση της κοινωνίας και των ηγέτιδων τάξεών της, παλιών και νέων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Δημήτρης Χατζής, αφιέρωμα στο ΑΝΤΙ

Είναι ένας κόσμος εξόριστος στο ίδιο του το σπίτι και γι’ αυτό περιθωριακός, γι’ αυτό και το τέλος του είναι προδιαγεγραμμένο και καταδικαστικό, εκτός κι αν το δουν έγκαιρα, λίγο προτού έρθει κι αλλάξουν στη στιγμή γραμμή πλεύσης και σωθούν. Εδώ ακριβώς δρα ως καταλύτης, καίρια, έγκαιρα και καθοριστικά ο γυναικείος πληθυσμός της πόλης.
Η ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, όπως παρουσιάζεται σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Χατζή, είναι μία κοινωνία παρακμασμένη, οικονομικά και πολιτισμικά, μία κοινωνία στέρησης και ανάγκης σε κάθε επίπεδο.

Αυτή την κατάσταση της πλήρους φτώχειας, στην οποία οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια οι ήρωες και το περιβάλλον στο οποίο ζουν, όλοι επιθυμούν διακαώς να την αποφύγουν με κάθε τρόπο, αλλά δεν γίνεται πάντα εφικτό, όσοι τους επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα, πλην όμως οι κινήσεις τους είναι σχεδόν πάντα μοιρολατρικές, σαν να αποδέχονται χωρίς αντίσταση το μέλλον που έρχεται σαν λαίλαπα για να τους συνθλίψει και γι’ αυτό αποτυγχάνουν, συνήθως, μένουν μόνοι τους χωρίς συμμάχους ή συντρόφους και συνθλίβονται, χάνονται μαζί με την τάξη τους.

Οι μεγάλες ή μικρές αλλαγές που γίνονται ερήμην τους, οι νέες τεχνικές και τεχνολογίες, οι καινούριες παραγωγικές σχέσεις και δομές φέρνουν τα άνω κάτω στη ζωή τους. Στην αναγκαία σύγκρουσή τους με τις παλιές αρχαϊκές δομές της κοινωνίας, του πολιτισμού και της οικονομίας οι νέες κρατούν τη νίκη στο χέρι τους και την ανεμίζουν σαν σημαία. Η νίκη αυτή όμως δεν είναι πάντα σαρωτική, κάτι μένει και από το παλιό, γι’ αυτό και οι αντιθέσεις και οι συνακόλουθες αντιφάσεις παραμένουν αρκετά ισχυρές και μετά από αυτήν και οδηγούν την κοινωνία και την οικονομία, με τη βοήθεια πάντοτε και του πολιτικού συστήματος που επικρατεί πριν ή μετά, σε μία ανάπτυξη στρεβλή, ή δίνουν τη δυνατότητα, σε όσους έχουν δει έγκαιρα τα γεγονότα που πλησιάζουν καλπάζοντας, να διασωθούν προς το παρόν και να επιβιώσουν μέσα στο, επίσης, άξενο και εχθρικό περιβάλλον που τείνει να δημιουργηθεί και πάλι.

Πολύ λίγοι αντιλαμβάνονται με την πρώτη ματιά τι γίνεται γύρω τους, ποιες κοσμογονικές αλλαγές φέρνουν οι νέοι καιροί, οι περισσότεροι ξαφνιάζονται, όταν συνειδητοποιούν ότι τα πάντα έχουν αλλάξει χωρίς οι ίδιοι να το έχουν πάρει είδηση και τα πράγματα έχουν φτάσει πια στο απροχώρητο. Αντιλήψεις, ιδεολογίες, νοοτροπίες, στάσεις ζωής, επιθυμίες, συμπεριφορές, συνήθειες, συμφέροντα οικονομικά και άλλα εμποδίζουν τους πολλούς να δουν τα πράγματα και τους ανθρώπους στην πραγματική τους διάσταση και ν’ αντιδράσουν έγκαιρα, ενώ η αδυναμία τους να συμμετάσχουν ενεργά στις διαδικασίες της αλλαγής τους τούς τοποθετεί τελικά και για πάντα στο περιθώριο της κοινωνικής, της πολιτικής και της οικονομικής ζωής, στο περιθώριο δηλαδή της ιστορίας, της κοινωνίας και της ζωής.

Αυτοί δεν πρόκειται να σηκώσουν ποτέ κεφάλι ή τα μάτια τους για να δουν με καθαρότητα και προσμονή την πορεία των εξελίξεων. Κάποιοι άλλοι όμως, έστω και λίγοι, έστω και την ύστατη την ώρα, σηκώνουν τα μάτια τους ψηλά, βλέπουν με ψυχραιμία τη γύρω τους πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά, και προσαρμόζονται, ή, τουλάχιστον, το προσπαθούν, στις καινούριες συνθήκες που διαμορφώνει ερήμην τους η κοινωνία κι έτσι επιβιώνουν, ενώ η ψυχή τους γαληνεύει με την ταυτόχρονη ανακάλυψη του συνανθρώπου τους, που μέχρι τότε αγνοούσαν και, συνεπώς, περιφρονούσαν. Εδώ δρουν ως καταλύτες διπλά καταπιεσμένοι άνθρωποι ή κοινωνικές ομάδες, όπως ο γύφτος στο διήγημα: «Σιούλας ο Ταμπάκος» και οι γυναίκες. Στο συγκεκριμένο διήγημα μάλιστα δρουν ταυτόχρονα σχεδόν και οι δύο αυτοί παράγοντες.

Η Σιούλαινα, έτσι απλά χωρίς δικό της όνομα, χωρίς δική της ταυτότητα ή προσωπικότητα αποδεκτή από το περιβάλλον, έτσι όπως ακριβώς συμβαίνει πάντα σε όλες τις αυστηρά πατριαρχικές κοινότητες και στην ανδροκρατούμενη κοινωνία των ταμπάκων, υπάρχει ως άτομο αναγνωρίσιμο μόνο και μόνο γιατί υπάρχει ο άνδρας, η βούλησή της ταυτίζεται απόλυτα με την δική του που την εκπροσωπεί στον περίγυρο, ενώ οι δικές της επιθυμίες κατακρατούνται φυλακισμένες στο βάθος της συνείδησής της, οι σκέψεις της το ίδιο και μόνο όταν θα δει πρώτη από τον άνδρα της τις νέες εξελίξεις θα μπορέσει να τα φανερώσει όλα αυτά και να σώσει την οικογένεια και, ίσως, και την τάξη.

Ούσα στο περιθώριο του περιθωρίου της κοινωνίας, της οικογένειας και της ζωής, βλέποντας ότι εκεί που έχουν οδηγηθεί πλέον τα πράγματα αδυνατεί να θρέψει τα παιδιά της και υπομένοντας ως τα ακρότατα όρια της αντοχής της τη στέρηση και τη φτώχεια, θα αναγκάσει στο τέλος τον Σιούλα, με την απλότητα της συμπεριφοράς και του λόγου της, να αλλάξει κατεύθυνση στη ζωή του και να την δει επιτέλους σαν άνθρωπο ακέραιο, όπως ακριβώς λίγο νωρίτερα είχε δει και το γύφτο. Δύο αποκαλύψεις την ίδια ημέρα που οδήγησαν σ’ ένα πραγματικό θαύμα.

Τη στιγμή ακριβώς αυτή ο Σιούλας, ο μέχρι τότε αφέντης και κυρίαρχος στην κλειστή κοινωνία των ταμπάκων, θα βρεθεί στην ίδια μοίρα με τη γυναίκα του, τη διπλά καταπιεσμένη από το φύλο και την τάξη. Έτσι παύει να είναι πια το κτήμα και το ενεργούμενο του άνδρα, που δέχεται μόνο ξύλο και διαταγές και που υπόμενε ως τότε αγόγγυστα τη μοίρα της, υψώνει λοιπόν το κορμί της και στέκεται δίπλα του σαν ίση προς ίσον και τον αναγκάζει με τον τρόπο της ν’ ανοίξει επιτέλους τα μάτια του και ν’ αντικρίσει την κοσμογονία που συντελείται γύρω του, χωρίς τη συμμετοχή του φυσικά, τα νέα μηνύματα των καιρών και τις επερχόμενες αλλαγές, στις οποίες κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί και γι’ αυτό πρέπει να τις ακολουθήσουν αμέσως.

Έτσι, ο άνδρας δεν είναι πια μόνος, ο κόσμος του ανοίγεται στον κόσμου του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή, σε ζεστή ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία οι δύο κόσμοι και η μετάβαση στις νέες συνθήκες γίνεται ευκολότερη για όλους. Η κοινωνία γαληνεύει και αυτή κι όλοι νιώθουν καλύτερα. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους γίνονται κι αυτές ανθρωπινότερες.

«Η θεια μας η Αγγελική», στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής, συνειδητοποιεί, μέσα από τις δραστηριότητες που ανθίζουν κατά τη διάρκεια του πολέμου, την απλή, αλλά μεγάλη αλήθεια, που τη γνώριζαν οι πάντες, αλλά η ίδια, κλεισμένη, ως ήταν, στο μικρό της περίγυρο, την αγνοούσε ως εκείνη τη στιγμή, ότι υπάρχουν δηλαδή στην κοινωνία μας, όπως και σε κάθε κοινωνία άλλωστε, και πλούσιοι και φτωχοί, ότι οι πρώτοι από αυτούς εκμεταλλεύονται τους δεύτερους ασύστολα και άγρια και τους οδηγούν, αν βρουν την ευκαιρία, στην έσχατη εξαθλίωση, αφού τους έχει πλήξει εν τω μεταξύ, καίρια και ανεπανόρθωτα, η πείνα και η δυστυχία κι ότι, τέλος πάντων, οι νοικοκυραίοι, ο κόσμος της ο αγαπημένος δηλαδή, δεν είναι όλοι τόσο καλοί άνθρωποι, όπως πίστευε ακράδαντα και αφελώς ως τότε με την άδολη πίστη στην καλοσύνη της τάξης της που την χαρακτήριζε.

Η αλήθεια είναι σκληρή, η αποκάλυψή της την τρομάζει, σωριάζει σε ερείπια ατράνταχτες και αδιαφιλονίκητες μέχρι τότε αντιλήψεις και πεποιθήσεις μιας ολόκληρης ζωής, η προχωρημένη ηλικία και ο χαρακτήρας της δεν της επιτρέπουν να σκεφτεί ή να αποφασίσει αλλαγές στον τρόπο ζωής της, δεν της δίνουν τη δυνατότητα να ξεπεράσει ανώδυνα το τραύμα που της δημιουργείται μέσα σε μια στιγμή, να οδηγηθεί σε κάτι καινούριο, αν όχι καινοτόμο, τουλάχιστον διαφορετικό, σε μία αξιοπρεπή, έστω, και ανώδυνη αναθεώρηση, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να αλλάξει, έστω και ανεπαίσθητα, κάτι το εντελώς ασήμαντο στην ασήμαντη ζωή της, όπως ενδεχομένως θα το ήθελε, αλλά δεν το αποτολμάει και γι’ αυτό, ίσως, επιλέγει ο συγγραφέας τον θάνατό της ως την προσφορότερη λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έχει βρεθεί. Και πώς να αντέξει άλλωστε τόσο πόνο η πληγή της που μόλις ανοίχτηκε αιμορραγεί ασταμάτητα.

Η πιο γνωστή γυναικεία μορφή της συλλογής διηγημάτων του Δημήτρη Χατζή: «Το τέλος της μικρής μας πόλης», λόγω και της θεατρικής διασκευής του διηγήματος, ίσως, από τον Θρασύβουλο Σταύρου, που γνώρισε και εξακολουθεί να γνωρίζει, όποτε παίζεται, μεγάλη επιτυχία, είναι η Μαργαρίτα Περδικάρη, το μοναδικό υγιές μέλος, ίσως και λόγω ηλικίας, ενός κόσμου φθαρμένου και διεφθαρμένου ως το μεδούλι των κοκκάλων του, που οδηγείται μέρα με τη μέρα στην παρακμή, τη διάλυση και τον αφανισμό.

Είναι το μόνο πρόσωπο του έργου και της κοινωνίας αυτής που βλέπει πιο μπροστά και πιο μακριά από τους υπόλοιπους και συνεργάζεται εύκολα με τις νέες δυνάμεις που εμφανίζονται στην ιστορία. Φαίνεται πως είναι το αγαπημένο, το χαϊδεμένο παιδί αυτού του κόσμου και της ξεπεσμένης οικογένειας των Περδικάρηδων, πραγματικά αγνό και αθώο, αφού αγνοεί τι γίνεται μέχρι τότε έξω από τα στενά όρια του μικρόκοσμού της, ως τη στιγμή που ανακαλύπτει την τραγική για την ίδια αλήθεια ότι ο στενός και ο ευρύτερος κοινωνικός της και οικογενειακός της περίγυρος συνεργάζεται στενά, εις βάρος των συμφερόντων της πατρίδας της, με τους γερμανούς κατακτητές, στους οποίους στο τέλος, για να γλιτώσουν το τομάρι τους, δεν διστάζουν να την παραδώσουν ως εξιλαστήριο θύμα ή, τουλάχιστον, δεν αντιδρούν κι ούτε προσπαθούν να την σώσουν με τις μεγάλες γνωριμίες που διαθέτουν, όταν αυτοί την παραδίδουν στο εκτελεστικό απόσπασμα και την εκτελούν λίγες μόλις ημέρες πριν από την απελευθέρωση της χώρας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Δημήτρης Χατζής

Έτσι δεν θα προλάβει να δει τον κόσμο που ονειρεύτηκε και στον οποίο πίστεψε με νεανικό πάθος ότι θα ήταν καλύτερος από τον προηγούμενο. Ο κόσμος αυτός βέβαια δεν ήλθε τελικά με τη μορφή που τον ονειρευόταν, αλλά με μία άλλη κουτσουρεμένη. Έτσι, δεν έζησε για να δει τη διάψευση των ελπίδων που έτρεφε μέσα της γι’ αυτό και γι’ αυτό η λύση του θανάτου της ηρωίδας που προκρίνεται για μία ακόμη φορά από τον συγγραφέα είναι η καλύτερη.

Βέβαια, υπάρχουν κι άλλες, άλλου είδους γυναίκες στην πινακοθήκη των διηγημάτων της συλλογής αυτής, κυρίως συμβίες και ερωμένες αστών και μικροαστών, βουτηγμένες κι αυτές στη διαφθορά και στον ηθικό, και όχι μόνο, ξεπεσμό μέχρι το λαιμό. Με αυτές δεν ασχολείται εκτεταμένα ο Δημήτρης Χατζής παρά μόνο για να καυτηριάσει έμμεσα την απαράδεκτη συμπεριφορά τους και μέσω αυτής τα κοινωνικά θέσμια της εποχής και της κοινωνίας, πάντα βέβαια μέσα στα όρια ενός άριστα επιτυχημένου αισθητικού αποτελέσματος. Σε αυτό τον βοηθάει και το γεγονός ότι αποτελούν τυπικές εκπροσώπους του είδους τους. Αυτές οι γυναίκες είναι απόλυτα ταυτισμένες με τον κόσμο που φεύγει κι όχι με εκείνον που έρχεται καλπάζοντας, πασχίζουν με νύχια και με δόντια να γαντζωθούν επάνω του και να σωθούν, όμως τελικά χάνονται μαζί του, γιατί δεν γίνεται αλλιώς, αφού αποτελούν κομμάτι του αναπόσπαστο.

Θα επιστρέψω λοιπόν και πάλι στις άλλες γυναίκες, της ελπίδας και του πόνου, της αγάπης και της θυσίας, της στέρησης και της ανάγκης, στις τραγικές φιγούρες των λαϊκών τάξεων που τόσο αγαπούσε ο συγγραφέας μας και στις οποίες έρριχνε πάντοτε τη ματιά του θωπευτικά και με αγάπη.

Όπως ανέφερα πιο πάνω, η γυναίκα παίζει πάντα έναν σημαντικό και σπουδαίο ρόλο στο πεζογραφικό ενγένει έργο του Δημήτρη Χατζή και είναι πολύ χαρακτηριστικό για τον ίδιο, αλλά και για το έργο του, το πόσο βαθιά τον έχει απασχολήσει αυτός ο φορέας της συντήρησης αλλά και της αλλαγής, της θυσίας, της ανοιχτής ματιάς και της προόδου.

Η γυναίκα στο έργο του είναι συνήθως εκείνη η δειλή και υποταγμένη ύπαρξη, στη μοίρα της και τον άνδρα, που ξέρει να θυσιάζεται με αυταπάρνηση, με αγάπη και κατανόηση για τους δικούς της ανθρώπους, που δίνει τα πάντα για την ευτυχία τους, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι σε θέση, φαινομενικά τουλάχιστον, να σηκώσει από μόνη της το ανάστημά της, να ηγηθεί της εξέγερσης ή των δυνάμεων της αλλαγής και να οδηγήσει τους γύρω της στη νίκη ή την ήττα, γιατί αυτό είναι παντελώς έξω από τα κοινωνικά θέσμια, τον χαρακτήρα, την αγωγή ή τη νοοτροπία της.

Αιώνες φυλετικής, κοινωνικής, πολιτισμικής, οικονομικής αλλά και οικογενειακής δουλείας και εξάρτησης δεν έχουν διαμορφώσει στην ψυχοσύνθεσή της στοιχεία τέτοια που να της επιτρέπουν να ηγηθεί ελεύθερα και χωρίς προκαταλήψεις μίας ενδεχόμενης επαναστατικής διαδικασίας. Μιλάω για τη γυναίκα του Μεσοπολέμου, βέβαια, και όχι τη σημερινή που έχει ξεπεράσει πολλά από αυτά πλέον. Μπορεί όμως, στο πλαίσιο των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται μέσα σε μία κοινωνία να ακολουθήσουν τον άνδρα με πίστη και αγάπη συγκινητική, αυταπάρνηση και αυτοθυσία και κυρίως να δουν πριν από αυτόν τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.

Είναι όμως αυτές ακριβώς οι γυναίκες του «ρομαίικου πόνου» , όπως τις αποκαλεί ο ίδιος, που κατορθώνουν να δουν καθαρά και με ψύχραιμο μάτι και πολύ πιο πριν από την περιορισμένη εμβέλεια της ανδρικής ματιάς, όλα όσα γίνονται γύρω τους και να τον αναγκάσουν στη συνέχεια ν’ ανοίξει τα μάτια του και ο ίδιος, να δει κι αυτός με τη σειρά του τη δυναμική των εξελίξεων και να ηγηθεί στο τέλος της ιστορικής και κοινωνικής κίνησης της εποχής του. Γράφει χαρακτηριστικά ο Β. Καραποστόλης για το ίδιο θέμα:

«Έξω από τα όρια του (ανδρικού) αφαιρετικού λόγου οι γυναίκες (…) φανερώνουν μια διεισδυτική αισθητηριακή αντίληψη που εκθέτει το σώμα ολόκληρο και όχι μόνο τη διάνοια στα συμβάντα της κοινωνικής ζωής. Όταν αποχωρίζονται τα αγαπημένα πρόσωπα, όταν θυσιάζονται γι’ αυτά, οι γυναίκες είναι ολόκληρες μέσα στην κατάσταση του πόνου, είναι ο πόνος του «ρομαίικου», πρόσωπα που υποφέρουν και ταυτόχρονα σύμβολα μιας ιστορικής πορείας που δεν είναι παρά αλληλουχία δοκιμασιών».

Οι ηρωίδες του Δημήτρη Χατζή, λοιπόν, διπλά καταπιεσμένες και, συνεπώς, σχεδόν πάντα θλιμμένες, και λόγω του βάρους με το οποίο τις επιφορτίζει το φύλο τους, αλλά και λόγω του ρόλου τους μέσα στην οικογένεια και της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκουν ως άτομα, κουβαλούν μέσα τους, σαν έναν αθέατο σταυρό, σιωπηλά και αγόγγυστα, έναν βαθύ και ακατάλυτο πόνο, οι απαρχές του οποίου χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που απ’ όλα τα πρόσωπα της χριστιανικής «μυθολογίας» εκείνο που κατ’ εξοχήν λατρεύτηκε από τις γυναίκες, και όχι μόνο, μέσα στους αιώνες, είναι το πρόσωπο της Παναγίας, το πιο οικείο και αγαπητό στον Έλληνα ευρύτερα και ως ανθρώπινη μορφή, γεμάτη πόνο και συντριβή, αλλά και ελπίδα, και ως φορέας μηνύματος. Αυτό ακριβώς το πρόσωπο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το μακρινό πρότυπο των γυναικείων μορφών της αφηγηματικής πεζογραφίας του Δημήτρη Χατζή, το μακρινό πρότυπο των γυναικών του ρομαίικου πόνου.

Εντελώς αθόρυβες και σιωπηλές οι γυναίκες του Δημήτρη Χατζή, ίσκιοι περισσότερο παρά πρόσωπα με ιδιαίτερα διακριτά χαρακτηριστικά στο μεγαλύτερο μέρος τους, που παίζουν πάντα ενεργό και αποφασιστικό ρόλο στα κοινωνικά, πολιτικά, και οικονομικά δρώμενα του χώρου τους, αλλά πάντα διακριτικά στο περιθώριο της οικογένειας, της κοινωνίας και της ιστορίας, διαχειρίστριες ικανές του ανδρικού μόχθου μέσα στην οικογένεια, δεν έχουν δικό τους, αυτόνομα και αυτόβουλα διαρθρωμένο λόγο, ακολουθούν πάντα με χαρακτηριστική καρτερία και υπομονή τη μοίρα τους, καθώς και τη μοίρα του άνδρα με τις οποίες τις έχει συνδέσει η συγκυρία, της οικογένειας και της τάξης.

Ο κοινωνικός τους ρόλος είναι προκαθορισμένος από άλλους και ερήμην τους, από τα κοινωνικά θέσμια της εποχής τους και τις από αιώνες καθιερωμένες συμπεριφορές και νοοτροπίες και κανείς, ως τη στιγμή που θα μιλήσουν δεν δείχνει, φανερά τουλάχιστον, το παραμικρό ενδιαφέρον για το αν υπάρχουν, για τις ανάγκες τους, τις επιθυμίες τους, τις σκέψεις τους ή τα συναισθήματά τους. Όταν μιλήσουν όμως κι ο λόγος τους γίνει αποδεκτός, τότε ανατρέπεται η τάξη των πραγμάτων, έρχονται στη στιγμή τα άνω κάτω και ακολουθεί η μεγάλη αλλαγή. Ο γυναικείος λόγος, ως εκ τούτου, είναι, σε αυτή την περίπτωση, ανατρεπτικός.

Φυσικά, όλα αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στα λαϊκότερα, αλλά και στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, όχι στον ίδιο βαθμό βέβαια, αλλά ούτε και τα προβλήματα είναι απολύτως ίδια. Εκεί η γυναίκα απαλλάσσεται εντελώς από το βάρος του κοινωνικού, του οικογενειακού ή του ανθρώπινου πόνου και βρίσκει μικρή ικανοποίηση σε φιλανθρωπίες και άλλες συναφείς κοινωνικές δραστηριότητες, όπου πολεμάει με προσποιητό πάθος και πρόσκαιρα την ανία, την πλήξη και τη μοναξιά που νιώθει και ξεσπάει, αντιδρώντας σπασμωδικά συνήθως στη δικιά της καταπίεση, στην καταπίεση των άλλων, όσων βρίσκονται απροστάτευτοι κάτω από τις φιλάνθρωπες φτερούγες της. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, στην περίπτωση αυτή, ένα μικρό απόσπασμα από το ατελείωτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Χατζή: «Ο θείος Πολυκράτης από την Ουγκάντα» που αναφέρεται στη ζωή ενός κοριτσιού των ανώτερων κοινωνικών τάξεων:

«Τη στείλανε στο πανεπιστήμιο να σπουδάσει γιατί της είπαν πως τα κορίτσια της δικής τους τάξης μορφώνονταν σήμερα και πήγε, λοιπόν, στο πανεπιστήμιο που το θέλανε και δεν εσπούδασε τίποτα. Της είπανε ύστερα να παντρευτεί τον Βασίλη, γιατί τα κορίτσια δεν πρέπει να μένουν ανύπαντρα –και παντρεύτηκε τον Βασίλη και δεν παντρεύτηκε τίποτα. Και της είπαν πως οι γυναίκες και παντρεμένες και μη χρειάζεται να ‘χουνε έρωτες κι είχε κι αυτή τους δικούς της και δεν είχε ποτέ και κανένα».

Η στέρηση, συνεπώς, σε όλα τα επίπεδα και ιδιαίτερα στον ψυχολογικό τομέα είναι κοινό γνώρισμα όλων των ηρωίδων του Δημήτρη Χατζή, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση ή τη μορφωτική τους κατάσταση. Όμως, η μεγάλη στέρηση, συνεπικουρούμενη από την ανάγκη, χαρακτηρίζει κυρίως τη ζωή της λαϊκής γυναίκας του Μεσοπολέμου, γιατί λείπουν παντελώς από αυτήν όλες οι δυνατότητες των επιλογών που δίνει το σύστημα σε άλλες κοινωνικές ομάδες και τάξεις, σαν αυτές που περιγράψαμε λίγο πιο πάνω, στην προηγούμενη ακριβώς παράγραφο, που διασκεδάζουν παροδικά και περιοδικά τον πόνο τους ή την στέρησή τους και ικανοποιούν τη ματαιοδοξία τους μαζί και κάποιες από τις καταπιεσμένες ανάγκες τους, αφού αυτό που κυριαρχεί στη ζωή τους και οφείλουν να το ακολουθούν χωρίς μεγάλες αποκλίσεις ή παρεκκλίσεις, δεν είναι παρά μία ατελείωτη και βασανιστική σειρά καθηκόντων και υποχρεώσεων που οφείλουν να διεκπεραιώνουν καθημερινά χωρίς διαμαρτυρίες, γκρίνιες, αρνήσεις λοξοδρομήματα. Η ζωή είναι πολύ αυστηρή σε όλες τις γυναίκες, το ίδιο και η κοινωνία. Γεννήθηκαν για να πονούν και να υποφέρουν, έτσι το νιώθουν όλοι, όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τους άλλους, γι’ αυτό και το υπέρτατο καθήκον τους είναι η θυσία τους, αν χρειαστεί, για την οικογένεια και για τους άλλους.

Η γυναίκα αυτή στερείται βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως π. χ. την απλή και στοιχειώδη ευχαρίστηση να έχει ένα δικό της όνομα, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι αρσενικού γένους, αυτό ακριβώς που της έδωσε ο νουνός της στην εκκλησία, όταν τη βάφτισε ή ο πατέρας της με τη γέννησή της. Όμως όλοι το ξεχνούν στο τέλος αυτό το όνομα και την αποκαλούν με κάποιο ειδικό τύπο του επωνύμου του άντρα της, π. χ. η Σιούλαινα, η γυναίκα του Σιούλα δηλαδή, αφαιρώντας της έτσι, απάνθρωπα και προσβλητικά, τη δυνατότητα, αλλά και το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει τη δική της ταυτότητα, τη δική της αυτόνομη και ανεξάρτητη προσωπικότητα, αναγκάζοντάς την έτσι να αποτελεί σε ολόκληρη τη ζωή της το είδωλο, τη σκιά του άντρα, του πατέρα, του αδελφού κάποιες φορές ή του γιου της και όχι του εαυτού της, όπως θα έπρεπε. Η γυναίκα δηλαδή ζούσε πάντα σε αναφορά με κάποιον αρσενικό και στο σκοτάδι που απλώνει η σκιά αυτού του προσώπου στο περιβάλλον τους, ενώ η συμπεριφορά της, ο τρόπος ζωής της ενγένει αποτελούσε για αιώνες τίτλο τιμής ή ατιμίας για τον ίδιο.

Έτσι στη γυναικεία ψυχή γίνονται πολλές φορές τέτοιες διεργασίες που της επιτρέπουν να δει και να αισθανθεί, μέσα από την καθημερινή βίωση του πόνου, της στέρησης και της ανάγκης, καθαρότερα και βαθύτερα από τον άνδρα, πράγματα που εκείνος δεν προσέχει, απασχολημένος καθώς είναι με τη δουλειά του και την αγωνία του για το αύριο. Τέτοια είναι η περίπτωση της Σιούλαινας: πρόσωπο δειλό και υποταγμένο, ταγμένο πάντα στην αφιλοκερδή υπηρεσία των άλλων, κλεισμένο ασφυκτικά στα στενά όρια του κόσμου της. Αμίλητη, αθόρυβη και διακριτική, πίνει στάλα στάλα το φαρμάκι του πόνου, της στέρησης και της ανάγκης, βουτηγμένη μέχρι τον λαιμό στην αθλιότητα και τη δυστυχία που την περιβάλλει από τη μέρα που γεννήθηκε κι αυτό ως τη στιγμή που αισθάνεται πως απειλείται επικίνδυνα η επιβίωση της ίδιας της τής οικογένειας.

Τότε ακριβώς, και μόνο τότε, μπροστά στον έσχατο κίνδυνο, που αντιμετωπίζει η ίδια και η οικογένειά της, θα παραβεί για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της τους άγραφους νόμους της γυναικείας σιωπής και θα μιλήσει σοβαρά και υπεύθυνα, προκαλώντας με τον λόγο της το πρώτο μεγάλο ρήγμα στη συμπαγή, στην ασφυκτικά κλειστή και ξεπερασμένη, αυστηρή και φαινομενικά αυτάρκη κοινωνία των ταμπάκων και θα αναγκάσει τον ανδρικό πληθυσμό αυτής της κοινωνίας να επικοινωνήσει επιτέλους με τον έξω κόσμο και να βρουν στο τέλος όλοι μαζί τη σωτηρία τους.

Η Μαργαρίτα Περδικάρη, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο γυναικείο πληθυσμό της μικρής μας πόλης, γίνεται η πρώτη γυναίκα που, με τις πράξεις της και τη συμπεριφορά της μαζί με τη νέα ιδεολογία που ενστερνίζεται και υπηρετεί, ξεφεύγει από τον καθιερωμένο κανόνα και τα πρότυπα της εποχής και του τόπου, παρά το γεγονός ότι το στενό οικογενειακό της περιβάλλον για άλλα την προορίζει. Ίσως γι’ αυτό και ο συγγραφέας την παρουσιάζει σε νεαρή ηλικία, αθώα και ερωτευμένη.

Η Μαργαρίτα γίνεται «η πρώτη γυναίκα στη δική μας πόλη που πέθαινε με τέτοιον τρόπο. Ως τα τότες οι γυναίκες εκεί ξέρανε μόνο να πεθαίνουν αμίλητες στο κρεβάτι ή το στρώμα τους απ’ αρρώστιες κι από γεράματα, πεθαίνανε πάνω στη γέννα ή τη λεχωνιά τους, από το μαράζι της φτώχειας, της κακής παντρειάς ή της ξενιτιάς των αντρών τους και των παιδιών τους –τέτοια πράματα που ο καθένας τα βρίσκει πολύ φυσικά» . Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η Μαργαρίτα ζούσε, ως εκείνη τη στιγμή, μία ήσυχη και μετρημένη ζωή, όπως όλες οι γυναίκες της εποχής και της τάξης της, μέσα στο υποκριτικά ευτυχισμένο περιβάλλον της ξεπεσμένης όσο και διεφθαρμένης οικογένειας των Περδικάρηδων, όμως η ανάμειξή της στον κοινό αγώνα των συμπατριωτών της εναντίον των κατακτητών και η συχνή όσο και στενή επαφή με τους καινούριους φίλους και συνεργάτες της την οδηγούν αργά, σταθερά και σίγουρα στην αποκάλυψη της μεγάλης αλήθειας για τη γύρω της πραγματικότητα, που της την έκρυβαν με τόση επιμέλεια, γι’ αυτό την ώρα του θανάτου της μιλάει κι αυτή και λέει με νόημα το μοναδικό αστείο που συνήθιζε να λέει όλα αυτά τα χρόνια στους οικείους της, όταν τους καληνύχτιζε τα βράδυα, οι οποίοι όμως δεν το ακούν, γιατί τώρα, την ώρα της εκτέλεσης, απουσιάζουν χαρακτηριστικά από κοντά της, κλεισμένοι ερμητικά στο μικρόκοσμο του φόβου τους, της προδοσίας και της διαφθοράς τους. Ο γυναικείος λόγος εντέλει, εδώ ως επιφώνημα περισσότερο παρά λόγος, ηχεί παγερά ειρωνικός, σαν ένα ηχηρό και δυνατό χαστούκι στη μεταβατική και στερημένη κοινωνία του Μεσοπολέμου.

Εδώ όμως πρέπει να σταματήσω. Ο γυναικείος λόγος της συλλογής διηγημάτων του Δημήτρη Χατζή «Το τέλος της μικρής μας πόλης», λόγος ιδιαίτερα επαναστατικός και ανατρεπτικός, δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να χτυπήσει με επιτυχία τις σαθρές δομές μιας κοινωνίας που φεύγει οριστικά και αμετάκλητα, αλλά κανείς δεν φαίνεται να ξέρει ακόμη τι είναι εκείνο που πρόκειται να την αντικαταστήσει, τουλάχιστον ως τη στιγμή στην οποία φαίνεται ότι αναφέρονται τα διηγήματα της συλλογής.

Μία πρώτη εικόνα όμως αυτής της κοινωνίας μας δίνει ο συγγραφέας, ο οποίος στη συνέχεια έζησε εξόριστος στην ανατολική Ευρώπη μέχρι την επιστροφή του στην πατρίδα τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η επιστροφή αυτή βέβαια δεν φαίνεται να τον λύτρωσε ποτέ από το μόνιμο συναίσθημα της μοναξιάς που τον ακολουθούσε παντού μέχρι τον θάνατό του, το συναίσθημα του ανθρώπου που νιώθει ξένος στον ξένο τόπο, ξένος και στον δικό του, αφού τον στερήθηκε τόσα χρόνια από τη ζωή του. Αυτό ακριβώς το συναίσθημα διακατέχει, κατά τη γνώμη μου, και τους ήρωες των έργων του, περισσότερο, ίσως, από κάθε άλλο.

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Αντί», στο τεύχος το αφιερωμένο στη γυναίκα στη λογοτεχνία.
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή