Ο καλός άνθρωπος κι ο αβίωτος βίος

by Times Newsroom 1

Ράσμη Τσόπελα (Σεν Τε), Κώστας Καστανάς (Γιανγκ Σουν).

  • Του ΜΑΡΙΟΥ ΠΛΩΡΙΤΗ

Έζησα ανάμεσα στους ανθρώπους τον καιρό της ανταρσίας. Κι επαναστάτησα μαζί τους”, λέει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ το Ποίημα προς τους νέους. Κι αυτή είναι η ρίζα όλης της κατοπινής στάσης του απέναντι στη ζωή και την τέχνη: “Εν αρχή ην η επανάστασις…”

Στη διαλυμένη Γερμανία του 190, οι νέοι φλέγονταν απ’ τον πόθο της ανταρσίας. Κάθε είδους: πολιτικής, κοινωνικής, πνευματικής, κααλλιτεχνικής. Τα παλιά είδωλα, οι παλιές φόρμες είχαν χρεοκοπήσει και γκρεμιστεί μαζί με το μεγάλο Ράιχ και τον Κάιζερ. Μπροστά στον ερειπιώνα των συστημάτων και των ιδανικών, οι συγγραφείς βλέπουν τώρα πόσο αήμαντες είναι οι ατομικές ιστοριούλες, οι προσωπικές περιπέτειες, τα καθημερινά πάθη των ανθρώπων. Μέσα στη Γέεννα του μεταπολεμικού πυρός, αρνιούνται ν’ ασχοληθούν με τις “τραγωδίες σ’ ένα φλιτζάνι” του αστικού θεάτρου. Προσπαθούν, αυτοί, να εικονίσουν το ανθρώπινο κύμα “εν δράσει” μέσα στο χώρο και το χρόνο, να εκφράσουν την αγωνία όχι του Ενός αλλά του Συνόλου, την τραγωδία όχι του Ατόμου αλλά του Πλήθους.

Image result for brecht

Αυτή η έφεση στήριξε το γερμανικό εξπρεσιονισμό, το “θέατρο της μάζας” και το επικοκοινωνικό θέατρο του Μπρεχτ. Διαφορετική, όμως, στάθηκε η τύχη τους: ενώ τα πρώτα άνθισαν στις αρχές του Μεσοπολέμου κι έπειτα αποσύρθηκαν στα ράφια της ιστορίας, το έργο του Μπρεχτ τώρα μόλις – μετά το Β΄ Μεγάλο Πόλεμο – γνωρίζει την παγκόσμια καθιέρωση. “Έχουν και τα θεατρικά έργα τη μοίρα τους”. Και το γεγονός ότι τα έργα του Μπρεχτ, αντί να καταλυθούν απ’ το χρόνο, αντίθετα τώρα προβάλλονται και τιμούνται περισσότερο παρά ποτέ, είναι απόδειξη (κι όχι η μικρότερη) πως κλείνουν μέσα τους τα στοιχεία της Διάρκειας, κάτι απ’ το σπέρμα της διαχρονικής υπόστασης.

Στα 30 χρόνια της συγγραφικής του ζωής (απ’ το 1919, που ’γραψε τον Βάαλ ώς το 1950, που έδωσε τις Μέρες της Παρισινής Κομμούνας) ο Μπρεχτ-άνθρωπος κι ο Μπρεχτ-δραματουργός γνώρισαν τις πιο πικρές περιπέτειες. Το μόνο του έργο που μπόρεσε, τότε, ν’ αγγίξει την επιτυχία, ήταν η διασκευή της Όπερας του ζητιάνου (1728) του εγγλέζου Τζων Γκαίη. Πέρ’ απ’ αυτό, όμως, ούτε τα επικά του έργα (Ο άντρας είναι άντρας, 1926 – Μαχαγκόννυ, 1928 κ.λπ.), ούτε τα “διδακτικά” (Η Εξαίρεση κι ο Κανόνας, 1930 – Η Μάνα, 1931 κ.ά.) βρήκαν την ποθητή αναγνώριση. Κι η βίαιη αντίδρασή του στην ιδεολογική και πολιτική κτηνωδία του χιτλερισμού (που εκφράζεται χαρακτηριστικά στο έργο του Τρόμος και αθλιότητα στο Γ΄ Ράιχ, 1935) προκάλεσε, όπως ήταν επόμενο, τη δίωξή του απ’ τους αποχαλινωμένους νατσήδες. Κυνηγημένος, ο Μπρεχτ πέρασε την Ευρώπη, την Ασία, έφτασε ώς την Κίνα, κι από κει, στην Αμερική. “Διασχίζαμε την πάλη των τάξεων, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά παρά παπούτσια”, λέει ο ίδιος στο ποίημα Στους μεταγενέστερους.

Εκεί, στην εξορία, γράφει τα ωριμότερα έργα του, που για χρόνια μένουν άπαιχτα κι άγνωστα: τη Μάνα Κουράγιο (938), τον Γαλιλαίο (1939), τον Καλόν άνθρωπο του Σετσουάν (1940), τον Κύριο Πούντιλα (1940), τον Κύκλο με την κιμωλία (1945). Και μόνο όταν, μετά το τέλος του πολέμου, ξαναγύρισε στην πατρίδα του (1948) και ίδρυσε μαζί με τη γυναίκα του, την ηθοποιό Χέλεν Βάιγκελ, το “Berliner Ensemble” στο Ανατολικό Βερολίνο, μόνο τότε άρχισαν να επικοινωνούν τα έργα του με το κοινό της Γερμανίας και της Ευρώπης ολόκληρης, και δώσανε στο δημιουργό τους τη θέση που του ταιριάζει, ανάμεσα στους πιο φλογερούς πνευματικούς αγωνιστές της εποχής μας.

Θόδωρος Συριώτης (Σαν Φου), Γ. Δάνης (Βανγκ), Γιώργος Παρτσαλάκης (Αστυφύλακας), Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σουί Τα).

Γιώργος Παρτσαλάκης (Αστυφύλακας), Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σουί Τα).

Ο Μπρεχτ δεν είναι μόνο επαναστάτης στις ιδέες, αλλά και στη μορφή. Τα έργα του δεν ακολουθούν την πεπατημένη του παλιότερου θεάτρου. Αλλά και δεν αρνιούνται καμιά απ’ τις κατακτήσεις του. Χρησιμοποιούν την αλήθεια του ρεαλισμού, και το συμβολισμό και τη μαζικότητα του εξπρεσιονισμού. Τα διδάγματα του ρώσικου θεάτρου και την ιδιοτυπία του κινέζικου. Και φτάνουν σε μια θεατρική μορφή, όπου ο χώρος και ο χρόνος έχουν ολότελα σχετική αξία, όπου η ενότητα της δράσης καταργείται, κι όπου η αφήγηση, η μουσική, το τραγούδι κι ο χορός βρίσκονται σε αδιάσπαστη συνοχή με το δραματικό λόγο και τη δραματική πράξη. Ο ίδιος ο Μπρεχτ εξηγεί έτσι τον υμέναιον αυτό: “Ένας άνθρωπος που αγωνιά είναι κάτι πραγματικό, αλλ’ αν αρχίσει να τραγουδά, ο θεατής μεταφέρεται σε σφαίρα μαγείας και τόσο περισσότερο χαίρεται το θέαμα, όσο πιο έντονη είναι η μαγεία αυτή”… Προπάντων, όμως, ήρωας του Μπρεχτ δεν είναι ένα άτομο στις προσωπικές του σχέσεις, αλλά το μέγα ανθρώπινο πλήθος στο έπος του μέσα στην κοινωνία και τη ζωή. Κι αν το πλήθος αυτό προσωποποιείται συχνά σε μερικά μόνο άτομα αυτά διατηρούν πάντα τη συμβολική, την οικουμενική διάστασή τους.

Είπαν πως τα έργα του Μπρεχτ “δεν είναι θέατρο”. Και δεν είναι – σίγουρα –, αν θέατρο λέμε μόνο τα παγιωμένα καλούπια του “καλοφτιαγμένου έργου” και της αστικής σκηνής. Αλλά ό,τι δεν εξελίσσεται, πεθαίνει. Και το θέατρο, που ασφυκτιά μέσα στο φαύλο κύκλο της αυτοαντιγραφής, δεν έχει ελπίδα να λυτρωθεί απ’ τον κίνδυνο της κακοήθους αναιμίας, παρά μόνο με προσπάθειες, που θα δώσουν νέες ικμάδες στον αποβιταμινωμένο οργανισμό του. Προσπάθεια τέτοια είναι ολόκληρο το θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Πέρα, όμως, απ’ τις μορφικές επαναστάσεις του, ο Μπρεχτ επαναστατεί προπάντων για την τραγική μοίρα του ανθρώπου. Όλο του το έργο διαπνέεται από βαθύτατη αγάπη και οδυνηρή συυμπόνια για την ανθρώπινη δυστυχία, για τα “έμψυχα και λογικά πλάσματα” που η κοινωνία, η πολιτική, η μισαλλοδοξία, η βία, η τύφλωση, η αβουλία, τα ταπεινώνουν, τα εξευτελίζουν, τα συντρίβουν, τα εξανδραποδίζουν.

Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σεν Τε), Κώστας Καστανάς (Γιανγκ Σουν).

Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σεν Τε), Μαίρη Λαλοπούλου (Κα Γιάνγκ).

Αυτή η οδύνη κυριαρχεί και στον Καλόν άνθρωπο του Σετσουάν. Το έργο τούτο (που τ’ άρχισε στη Δανία το 1938 και το τέλειωσε στη Σουηδία το 1940) είν’ ένας δραματικός θρύλος, μια θεατρική “παραβολή”, μια “αλληγορία”, – όπως κι άλλα έργα του Μπρεχτ, όπως ο Κύκλος με την κιμωλία. Κι όπως ο Κύκλος, είν’ ένα κινέζικο παραμύθι κι η τεχνοτροπία του είν’ επηρεασμένη απ’ το κινέζικο θέατρο, που τόσα δίδαξε στο γερμανό δραματουργό. Ενώ, όμως, στον Κύκλο ο Μπρεχτ εξετάζει το θέμα της ιδιοκτησίας, στον Καλόν άνθρωπο του Σετσουάν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του Καλού και του Κακού. Κι αναρωτιέται: Μπορεί ένας καλός άνθρωπος να ζήσει με καλοσύνη και να μείνει καλός στον κόσμον ετούτο, που ’ναι γεμάτος κακία κι όπου βασιλεύει το αξίωμα “homo homini lupus”;

Μαίρη Λαλοπούλου (Κα Γιάνγκ), Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σεν Τε).

Ταϋγέτη Μπασούρη (Η γυναίκα του Χαλά), Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σουί Τα), Γιώργος Παρτσαλάκης (Αστυφύλακας).

Ορφέας Ζάχος (Α΄ Θεός), Μπάμπης Γιωτόπουλος (Β΄ Θεός), Δημήτρης Παλαιοχωρίτης (Γ΄ Θεός), Γ. Δάνης (Βανγκ), Νίκη Τριανταφυλλίδη (Σουί Τα).

Ίσως νομιστεί (απ’ το ερώτημα κι απ’ το έργο) πως ο Μπρεχτ πιστεύει ότι οι άνθρωποι είναι φύσει κακοί. Μα όχι. Ίσα-ίσα, πιστεύει στην ανθρώπινη καλοσύνη. Πιστεύει πως η καλοσύνη είν’ εύκολη κι ευχάριστη, πως η κακία είναι δύσκολη. Σ’ ένα ποίημα, λέει: “Με συμπόνια βλέπω τις πρησμένες φλέβες στο μέτωπό του, που δείχνουν πόση προσπάθεια χρειάζεται για να ’ναι κακός κανένας”. Και, στον Καλόν άνθρωπο, εξηγεί: “Η κακία είναι ένα είδος ατζαμοσύνη. Οι κακοί είναι άπραγοι. Άμα τραγουδάς ένα τραγούδι, ή φτιάνεις μια μηχανή, ή φυτεύεις ρύζι… αυτό, κατά βάθος, είναι καλοσύνη”…

Ο άνθρωπος του Μπρεχτ γεννιέται καλός, αλλά γίνεται κακός, επειδή τον διαφθείρει και τον σκληραίνει η κοινωνία κι η ζωή. Η φτώχεια τον κάνει αδίσταχτο, τα πλούτη άπληστο, η δύναμη τυραννικό, η αδυναμία χαμερπή. Το αγαθό τον μεταμορφώνεται απ’ την Ανάγκη σε κοινωνικό θηρίο. Και, μέσα σ’ αυτή τη ζούγκλα, τίποτα δεν μπορεί να τον σώσει. Ακόμα κι ο έρωτας γίνεται όπλο εναντίον του – ένα ακόμα μέσο των άλλων για να τον εκμεταλλευθούν και να τον υποδουλώσουν.

Αυτή την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο εικονίζει ο Μπρεχτ στο Σετσουάν. Η εικόνα της ζωής που δίνει, είναι πικρή – γιατί είναι αληθινή. Πέρα ώς πέρα. Ο ποιητής δε διστάζει ν’ αποκαλύψει την κακία σ’ όποια κοινωνική τάξη κι αν τη συναντήσει. Η γνήσια αγάπη του για τον άνθρωπο τον οδηγεί σε αδίσταχτη παρρησία, σε απερίφραστη ειλικρίνεια. Γίνεται σχεδόν ωμός, επειδή δεν καταδέχεται να γίνει πλαστογράφος.

Λίλη Κοκκώδη (Ανιψιά), Κώστας Καστανάς (Γιανγκ Σουν), Ταϋγέτη Μπασούρη (Η γριά πόρνη).

Όμως η Αλήθεια τούτη δε γεννάει τόσο την οργή του, όσο τη συμπόνια του. Βλέποντας την ανθρώπινη κακία σαν καρπό της Ανάγκης, δεν έχει τη δύναμη ν’ αναθεματίσει ούτε τους άκαρδους κι εγωιστές: “Είναι κακοί – λέει – κανενός δεν είναι φίλοι… επειδή δεν έχουν τίποτα στον κόσμο. Ποιος μπορεί να θυμώσει μαζί τους;” Και δε θυμώνει. Το πολύ-πολύ, γελάει καλόκαρδα μαζί τους.

Αυτή τη συμπονετική εικόνα της κακίας, ο Μπρεχτ την ιστορεί με τη γνώριμη ποιητική του έξαρση. Και κάθε τόσο, μεσ’ απ’ τους οδυνηρούς τόνους, ξεχύνεται ο λυρισμός του, για να τραγουδήσει με λύπη, με αγάπη, με λαχτάρα, με έκσταση ακόμα, την ανθρώπινη μοίρα, τη βιοτική αγωνία, την ερωτική “αποκάλυψη”, το ρίγος της μητρότητας, το μυστήριο της ζωής. Πιο λαγαρός, πιο μουσικός, πιο ερωτικός παρά ποτέ, ο Μπρεχτ απαλαίνει τη ζοφερότητα με την ποίηση, την ωμότητα με τη συμπόνια, τη σκληρότητα με τη σάτιρα. Αυτή η τελευταία, μάλιστα, κυριαρχεί σε πολλές σκηνές του έργου, που, μ’ όλο το μελαγχολικό υπόβαθρό τους, γίνονται σχεδόν εύθυμες και διασκεδαστικές.

Όμως το ερώτημα μένει, για το συγγραφέα και την ηρωίδα του (τον μόνο καλόν άνθρωπο σ’ όλο το Σετσουάν – σ’ όλη τη Γη), που η καλοσύνη της την οδηγεί στη συμφορά, η αγάπη στη δυστυχία, ο έρωτας στην απελπισία… Δε μπορεί, λοιπόν, να επιζήσει η καλοσύνη στον κόσμο μας; Πρέπει κι οι καλοί να γίνουνε κακοί, για να μην τους παρασύρει ο χείμαρρος της κακότητας;

Μια κάποια λύση, η σωστή λύση – πρέπει να υπάρξει. Πρέπει. Και αν δεν φτάνει ώς αυτήν ο Μπρεχτ, την ατενίζει μ’ ελπίδα, προσδοκώντας την τελικήν απλευθέρωση του ανθρώπου στο “αύριο που τραγουδά¨. Και, νιώθοντας την αδυναμία του να προχωρήσει, για την ώρα, απ’ το ερώτημα στην απάντηση, λέει στους Μεταγενέστερους πάλι:

Εμείς, που θέλαμε ν’ ανοίξουμε το δρόμο της φιλίας,
δε μπορέσαμε να γίνουμε φίλοι.
Αλλά εσείς, όταν θα ’ρθει ο καιρός
που ο άνθρωπος θ’ απλώνει το χέρι του στον άνθρωπο
να μας θυμάστε
μ’ επιείκεια…”

  • Το κείμενο γράφτηκε το 1958
  • Οι φωτογραφίες προέρχονται από την παράσταση του Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν (1985). Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή. [Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου]

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΑΥΤΌ:

Μάριος Πλωρίτης, της δημοσιογραφίας και του θεάτρου!!!

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή