Ο Καζαντζάκης και η “Ασκητική” του

by Times Newsroom 1

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Ο Καζαντζάκης και η “Ασκητική” του

ΜΕΣΑ σε κάθε εργο τέχνης που επιβιώνει πρέπει να αναζητήσει κανείς το ειδικό εκείνο βάρος που επιβάλλεται στο χρόνο και αποσπά την καταξίωσή του. Το ειδικό αυτό βάρος είναι βάρος αλήθειας, βάρος ζωής, βάρος μηνύματος. Στην περίπτωση του Καζαντζάκη, τόσο οι σύγχρονοί του επιζώντες, θαυμαστές του και αρνητές του, πρέπει να συμφωνήσουν με τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο χρόνος, συμπεράσματα που πιθανόν δεν συμπίπτουν με τις απόψεις που τους έκανε να τον θαυμάσουν ή να τον αρνηθούν. Ο Παλαμάς στην εποχή του είχε, σχεδόν, μόνον θαυμαστές και ο Καβάφης, σχεδόν, μόνον αρνητές. Ήρθε όμως ο χρόνος και αντέστρεψε τις κοντόφθαλμες εκτιμήσεις.

Ο Καζαντζάκης υπήρξε ένα σύνθετο φαινόμενο, δύσκολο να συλληφθεί από την επικαιρική, πρόχειρη εποπτεία. Υπήρξε ένα κραδαινόμενο  από ανησυχίες άτομο, ανησυχίες δικαιολογημένες από την εποχή του και από το διαρκώς επανεμφανιζόμενο και ξαναπροβαλλόμενο από ορισμένα ισχυρά άτομα, υπαρξιακό πρόβλημα. Και σε μια εποχή που οι μύθοι δεν στεγάζαν την ανθρώπινη ψυχή, διάτρητοι από την επιστημονική έρευνα – κάθε πολιτισμός έχει το μύθο του – μερικά άτομα, ελκόμενα κι από την ιδιάζουσα ιδιοσυγκρασία τους, επιδίωκαν να ανακαλύψουν ή και να δημιουργήσουν τα ίδια ένα δικό τους καταφύγιο ησυχασμού. Ο Καζαντζάκης από την άποψη αυτή υπήρξε μια τραγική περίπτωση που οι αναζητήσεις του, αν δεν τον έβγαλαν πουθενά αλλού, του εξασφάλισαν μια μόνιμη στέγη μέσα στο ίδιο το έργο του. Πρόκειται για ένα έργο με ηθικό βάρος, πληρωμένο πολύ ακριβά.

Όλες οι περίοδοι της ζωής του, προσφέρονται για μιαν ενδιαφέρουσα έρευνα. Ακόμη και η εποχή των πρωτολείων του. Ωστόσο η μακριά περίοδος εκκόλαψης της “Οδύσσειάς” του, θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πιο χαραχτηριστική. Απ’ αυτή την περίοδο, παίρνουμε σήμερα εκείνη της “Ασκητικής” του. Ο Καζαντζάκης μοιάζει σαν να ορμάει στο προσκήνιο με μια μεγάλη Κραυγή. Είχαν περάσει 17 χρόνια από τότε που τύπωσε το θεατρικό του ο “Πρωτομάστορας”. Από το 1910 δηλαδή ώς το 1926 δεν είχε τυπώσει τίποτε άλλο, εκτός από μερικά δημοσιεύματά του σε περιοδικά και εφημερίδες, που δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιασφέρον. Δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί. “Ποτέ δεν θα μπορέσω να εξιστορήσω το μαρτύριό μου”. Κι αυτού του είδους οι εξομολογήσεις δεν βγαίνουν από τα χείλη του, παρά μόνο σε ώρες υπέρτατης ανάγκης και δεν ψιθυρίζονται παρά μόνο στ’ αυτιά των πιο κοντινών του προσώπων. Δεν κλαίει παρά μόνον όταν είναι μόνος.

Είναι η εποχή που κοντά στη μεταφυσική αγωνία, μιαν αγωνία που προσπαθεί να την ξεπεράσει δημιουργώντας ένα δικό του όραμα, τον βασανίζει η δημιουργική αγωνία, η στειρότητα της ψυχής του, που, χρόνια και χρόνια, μοιάζει σαν αράγιστη πέτρα. Σ’ αυτή την περίοδο, δεν έμεινε πράγμα κανένα που να μην το διάβασε και να μην το’μαθε, δεν έμεινε γνώση φιλοσοφική, φιλολογική, ιστορική, θρησκευτική που να μην την έπαιζε  στα δάχτυλα. Είχε γίνει ο σοφός, θα μπορούσε να γίνει ένας δάσκαλος της γνώσης. Και ο προφήτης που έβλεπε στον εαυτό του; Ο δημιουργός; Ο άνθρωπος που γκρέμισε σε τρεις μέρες το ναό – όπως ο ίδιος είπε για την Επιστήμη; Σίγουρα θα’πρεπε να νιώθει τον εαυτό του όπως το ξερό δέντρο και δεν ήταν καθόλου ψεύτικος όταν χτυπιόταν και λαχτάριζε μέσα στις γραμμές των γραμμάτων που έστελνε στην πρώτη του γυναίκα από τη Γερμανία.

Όντας εκεί, είχε αρχίσει την “Ασκητική” του, στην οποία επρόκειτο να κλείσει το μεγάλο του συμπέρασμα. Ήταν η πλάκα που θα χάραζε πάνω της το Πιστεύω του. Έπρεπε η πλάκα αυτή να προταχθεί και ν’ ακολουθήσει έπειτα η άλλη δημιουργία του. Η μορφή της “Ασκητικής” του ήταν έτοιμη μέσα του. Η βιβλιακή του θητεία είχε τελειώσει. Διάβασε, είδε, άκουσε. Τα πράγματα, κατά την αντίληψή του, τού παρουσιάζονταν καθαρά. Είχε μικρύνει τη γη στη συνείδησή του, ώρες-ώρες την έβλεπε σαν μια μικρή υδρόγειο σφαίρα, που κρατώντας τη από τη βάση της την μεταφέρει κανείς όπου θέλει, όπως θα μετέφερε ένα γυμνό ανθρώπινο κρανίο: “Σ’ ένα μικρό αστρουλάκι, σε μια στενή λωρίδα γης που τη λένε Κίνα, σε μια πατουσιά χώμα, φούσκωνε ένα νεροσκούληκο που το λένε Γιάγκ-Τσε”.

Από την αποσύνθεση του κόσμου και των ιδεών, της μεταβατικής αυτής εποχής, ήθελε να δημιουργήσει μια δική του σύνθεση, να ξαναβρεί τη χαμένη έκταση της ύλης μέσα στην έκταση του πνεύματος, να πλαστουργήσει ένα καινούργιο στήριγμα για τη ζωή… Οι αδιάκοπες περιπλανήσεις του από το 1909, όταν γύρισε από το Παρίσι περνώντας απ’ τη Φλωρεντία, δεν έχουν άλλο σκοπό από τη σπουδή της ισορρόπησης της ύλης και πνεύματος που υπάρχει στα έργα τεχνης. τα χρησιμοποιεί σαν μέσα επικοινωνίας του με τη μεταφυσική, τα ονομάζει “ορατή μεταφυσική”, προεχτείνει το χρώμα, την κίνηση, το βλέμμα, τις εκφράσεις των χεριών, συνδέοντας την αρμονία γενικά κάθε έργου τέχνης με μιαν αρμονία πέρα από τις μορφές του.

Ο Καζαντζάκης έχει την αίσθηση πως βρήκε τον χώρο κενό κι ότι μπορεί να δημιουργήσει μέσα σ’ αυτόν κάτι κινούργιο. Κι ασφαλώς η νέα αναταραχή που σημειώνεται στην Ανατολική Ευρώπη κ’ οι θεωρίες του διαλεχτικύ υλισμού που σιγά-σιγά βρίσκουν απήχηση σ’ ένα σημαντικό μέρος από σκεπτόμενους σ’ όλο τον κόσμο, και που ο ίδιος δεν τις δέχεται, δεν μπορεί παρά να του δημιουργούν μια ψυχολογική περιπλοκή, μια κατάσταση σαν εκείνη του ανθρώπου που φοβάται πως χάνει το παιχνίδι, πως δεν προφτάνει για λίγα μόνο λεπτά. Από την άλλη πλευρά η κατάσταση αυτή περιπλέκεται μέσα του περισσότερο, γιατί βλέπει πως πάνω στις βάσεις του διαλεχτικού υλισμού, γίνεται ένα πείραμα ανανέωσης του κόσμου. Βλέπει στην Ανατολή ένα χάος να μορφοποιείται, ενώ αντίθετα βλέπει στη Δύση το χάος που ολοκληρώνεται. Στην πραγματικότητα συμβαίνει φυσικά  στη Ρωσία να μορφοποιείται ένα χάος, έχει άδικο όμως να πιστεύει πως στη Δύση επικρατεί ένα χάος όπως το φαντάζεται. Φαίνεται πως δέχτηκε σαν θέσφατα μερικά κηρύγματα του Νίτσε, αφησμένος από θαυμασμό να μετεωριστεί στη διονυσιακή ατμόσφαιρα του κοινωνισμού του. Παιδί του αιώνα του, της μεσοβασιλείας που συνέπεσε με τον αιώνα του, γέννημα και θρέμα αυτής ακριβώς της στιγμής, δεν πέφτει έξω βέβαια πιστεύοντας πως η εποχή του “σαλεύεται”, πως ένα πνεύμα σαν εκείνο της Παλαιάς Διαθήκης, φέρεται, όχι μόνο πάνω από μια περιοχή αυτή τη φορά, αλλά πάνω από τον κόσμο. Αυτό το πνεύμα άλλωστε τον γέννησε.

***

Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα και μέσα από μια τέτοια ψυχική διάθεση γεννήθηκε η “Ασκητική” του. Την είδε σαν ένα λυρικό μανιφέστο, που θα έκανε παρούσα την κραυγή του, μια κραυγή-κομιστή μιας άλλης δύναμης, και μιας νέας αλήθειας. Που θα ήταν κάτι σαν αφετηρία της προφητικής του πορείας. Τη θεώρησε σαν το πρώτο τέκνο των ωδινων της μακριάς του σιωπής, του σιωπηλού του μαρτυρίου, όπως το απεκάλεσε. Η “Ασκητική” του σήμαινε ταυτόχρονα ένα “έρχομαι” ή “εδώ είμαι εγώ” ή “σας φέρνω το πρώτο μετακομμουνιστικό πιστεύω” ή “το πρώτο χρειαζούμενο για την ώρα μας φως”.

Η “Ασκητική”, η κραυγή του αυτή, τέλειωσε στη Γερμανία το Μάρτη του 1923 και πρωτοτυπώθηκε στην “Αναγέννηση” του Γληνού το 1927. Όπως κι από τα παραπάνω μπορεί να συμπεράνει κανείς, δεν είναι καθαρά έργο τέχνης, ούτε καθαρά έργο φιλοσοφίας. Ο ίδιος τελικά το χαραχτηρίζει “Λυρικό Πιστεύω”, κι ο χαραχτηρισμός θα ήταν πιο πλήρης, αν έγραφε: “Το πιστεύω μου διατυπωμένο λυρικά”. Στο κείμενό του αυτό συνοψίζει τη γνωστική και ψυχική του πείρα σε μιαν υποκειμενική αναζύμωση. Πριν φτάσει στην ιδέα της δικής του “Ασκητκής”, προσανατολίστηκε και προσέγγισε σ’ όλους τους πνευματικούς όρμους, αλλά δεν μπόρεσε να τον κρατήσει κανείς. Ο Χριστός, ο Βούδδας, ο Κομφούκιος, ο Μωυσής, ο Λένιν, πριν προφτάσουν να του ρίξουν ένα σανίδι, τον είδαν να ξαναρμενίζει στο πέλαγος. Το “όρτσα” της “Οδύσσειας”, το επανέλαβε πολλές φορές. Τα στοιχεία που πήρε απ’ όλους τους δασκάλους του, αποτελούν τις αχτίνες που εκκινούν από το κέντρο ενός κύκλου προς την περιφέρειά του: αυτός ο κύκλος είναι το μηδέν.

Υπολείπεται να καθοριστεί ο τρόπος που πρέπει ν’ αντιμετωπίσει κανείς αυτό το μηδέν και να ξεπεράσει την αίσθησή του. Σ’ αυτή του την προσπάθεια ο Καζαντζάκης επιστρατεύει όλο το είναι του, βάζει σε κίνηση την ύπαρξή του ώς τα ακρότατά της όρια, αποκαλύπτει το δράμα που του δημιουργούν οι δυο του αγωνίες, όχι μόνον η μεταφυσική αλλά και η δημιουργική, αγωνίες που συμπυκνώνονται και εκφράζονται με την εξόρμηση ενός απελπισμένου. Αποτελεί έναν κοσμικό χάρτη σε πολύ μικρή κλίμακα, που πάνω του βλέπουμε να κινιέται κατά έναν τρόπο το φαινόμενο της ζωής, κι απέναντί του τον άνθρωπο, έναν άνθρωπο, το Νίκο Καζαντζάκη, με τον τρόπο που το αντιμετωπίζει.

Στο κείμενό της προτάσσεται η παρακάτω εξήγηση: “Η Ασκητική γράφτηκε στη Γερμανία το 1923, για να διατυπώσει την ψυχική αγωνία και τις ελπίδες ενός κομμουνιστικού κύκλου από Γερμανούς, Πολωνούς, Ρώσους, που δεν μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν άνετα μέσα στη στενή, καθυστερημένη, υλιστική αντίληψη της Κομμουνιστικής Ιδέας. Η Ασκητική τούτη ας θεωρηθεί η πρώτη λυρική απόπειρα, η πρώτη κραυγή του μετακομμουνιστικού Πιστεύω”. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως μαζί του και πολλοί άλλοι διανοούμενοι πίστευαν σαν πρωταρχική ανάγκη τη λύση του κοινωνικού προβλήματος, την αναθεμελίωση και την ανανέωση του κόσμου από τις βάσεις του. Τη λύση αυτή δεν την έβλεπαν πουθενά αλλού, έξω από την προσπάθεια που έκανε ο κομμουνισμός στη Ρωσία. Δεν μπορούσαν να την αρνηθούν, δεν μπορούσαν όμως και να δεχτούν τον καθολικό φιλοσοφικό του προγραμματισμό. Αν δεν έδινε απάντηση στις μεταφυσικές τους ανησυχίες, δε θα’πρεπε τουλάχιστο να κλείνει τις πόρτες προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Καζαντζάκης, πολύ περισσότερο, εξωθείται προς τον δισταγμό, βλέποντας τον διαλεχτικό υλισμό να του στερεί τη μεταφυσική του ελπίδα. Στη συζήτηση που, πηγαίνοντας στη Ρώμη, κάνει με το Μουσολίνι, καθώς και στις συζητήσεις που κάνει πηγαίνοντας στη Ρωσία, δεν παύει να επιμένει πως ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύει σε κάτι ανώτερο για να κάνει θυσίες. Η λογική συνάρτηση της ματεριαλιστικής κοσμοθεωρίας, δεν τον βρίσκει σύμφωνο, γιατί “το λογικό πιστεύει μόνον ό,τι θωρούν τα μάτια και δεν ξεκρίνει τις αόρατες μυστικές δυνάμεις”. Ίσως δεν θα χρειαζόταν η εξήγηση που δίνει στην Ασκητική του ο Καζαντζάκης: “Πρώτο μετακομμουνιστικό πιστεύω”. Η εξήγησή του όμως αυτή, είναι στενά δεμένη με την απειθάρχητη ορμή της προσωπικής του φιλοδοξίας. Προβάλλει ένα Λόγο – και μια θέση όπως πιστεύει – πάνω κι από το μεγαλύτερο γεγονός της εποχής του, μια που δεν θεωρεί τον εαυτό του υποχρεωτικά ενταγμένον στα σύνορα ενός έθνους ή μιας ιδεολογίας, αλλά φιλοδοξεί να τον παρουσιάσει σαν Ακρίτα του κόσμου – όπως αισθάνεται. Ήμουνα μαθητής στο Γυμνάσιο όταν βγήκε σε βιβλίο η Ασκητική από τις εκδόσεις “Στοχαστής”. Την πήρα τότε με πολλή λαχτάρα στα χέρια μου, μου έδωσε όμως την εντύπωση πως δεν έλεγε τίποτε νέο, το συνταραχτικό εκείνο, που όπως κατάλαβα αργότερα ήθελε να ειπεί στον κόσμο ο Καζαντζάκης. Δεν είχε τίποτα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ή από την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Μου έδωσε την εντύπωση πως επρόκειτο μόνο για ύφος. Δεν ήξερα και δεν ήμουνα σε θέση να διακρίνω την Κραυγή και να την συνδέσω με την εποχή και με το συγγραφέα της. Αργότερα είδα διαφορετικά την Ασκητική του μέσα στο σύνολο του έργου του. Και την είδα σαν τον κυριότερο κρίκο της κοσσμολογίας που γεννήθηκε μέσα στο μηδενισμό του.

Σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε τον ερανισμό ιδεών μέσα στο κείμενο αυτό του Καζαντζάκη. Σαν βάση της θεωρητικής του δέχτηκε τη θεωρία της ζωικής ορμής του Μπέρξονα. Αυτή η δημιουργική ορμή, είναι η δημιουργική ώθηση που ανασηκώνει την ύλη, ανανεώνεται μέσα στην ατελεύτητη διαδοχή των ειδών – στα φυτά, στα ζώα, στον άνθρωπο – τείνοντας ολοένα σε εκφράσεις ανώτερες: “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγομε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα, το λέμε ζωή”. Τον απασχολούν οι δυο τάσεις: η μια προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία και η άλλη προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο. Τα δυο αυτά ρεύματα, “πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας” που αποτελεί ένα μυστήριο αξεδιάλυτο. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς άποψη που διατύπωσε ο Μπέρξονας: Η αντίστροφη κίνηση των δύο ρευμάτων της ύλης και της ζωής. Το ένα βαδίζει προς τη σύνθεση, το άλλο προς την αποσύνθεση. Αφού πάρουμε λοιπόν σαν δεδομένα τις δυο αυτές “ακατάλυτες ορμές” πρέπει “να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και τη σκέψη μας”. Ο Ηράκλειτος και ο Εμπεδοκλής, μαρτυρούν πως τίποτε το καινούργιο δεν υπάρχει στις σκέψεις αυτές.

Βασικά υπάρχει μόνο το πρόβλημα που απασχολεί τον άνθρωπο και τον απασχολεί μάλιστα κατά τον ίδιο τρόπο, κινώντας τα ίδια νήματα σκέψεων. Η θεωρία π.χ. της απατηλότητας των φαινομένων που διέπει την Ασκητική, την διατύπωσαν, όπως είναι γνωστό, στις φιλοσοφικές τους απόψεις ο Έγελος, ο Φίχτε κ.ά. και την έθεσαν οξύτερα οι σύγχρονοι του Καζαντζάκη μηδενιστές, γιατί δεν την περιόρισαν στη λογική, αλλά την έκαναν ψυχή τους και τους πόνεσε. Και, φυσικά, έχει πολλές μορφές ο σεβαστός ανθρώπινος πόνος. Στεκόμαστε με πολλή συμπάθεια μπρστά στον τόσο ανθρώπινα εξομολογητικό τόνο του Σαρτρ: “Όλα είναι τίποτα, κι αυτός ο δημόσιος κήπος και ο ίδιος εγώ. Κι όταν το καταλαβαίνω αυτό, η καρδιά μου κλαίει κι όλα γίνονται ασταθή…”.

Πρέπει να παραδεχτούμε λοιπόν σύμφωνα με την ποιητική αυτή θεωρητική του Καζαντζάκη, πως ο νους δεν μπορεί να κινηθεί παρά μόνο μέσα σε καθορισμένα στενά όρια και πως ό,τι έχει να κάνει δε μπορεί να το κάνει παρά μόνο στα όρια αυτά. Και πριν προχωρήσουμε, ν’ αναγνωρίσουμε  τις παρακάτω  πέντε αρχές, που πρέπει να καταμεριστούν στις διάφορες απόψεις του Μπέρξονα, του Φίχτε, του Καντ κ.λπ.

  1. Ο νους του ανθρώπου μονάχα φαινόμενα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία.
  2. Κι όχι όλα τα φαινόμενα, μα μοναχά τα φαινόμενα της ύλης.
  3. Κι ακόμα στενότερα: Όχι τα φαινόμενα, μα μονάχα τις μεταξύ τους σχέσεις.
  4. Κ’ οι σχέσεις τούτες δεν είναι πραγματικές, ανεξάρτητες από τον άνθρωπο. Κι αυτές είναι γεννήματα του ανθρώπου.
  5. Και δεν είναι οι μόνες δυνατές ανθρώπινες· μα οι πιο βολικές για τις πραχτικές και νοητές ανάγκες.

Όλα αυτά σήμερα θυμίζουν τις απόψεις και τις συζητήσεις ενός άλλου καιρού, όσο κι αν συνυπάρχουν με την ανθρώπινη φύση. Τα σημειώνω σαν το επίκεντρο των στοχασμών από τους οποίους ξεκίνησε ο Καζαντζάκης, ο οποίος, πέρα από την υποταγή της ύλης θεωρεί πρώτη ανάγκη την ανυποχώρητη απαίτηση της καρδιάς: “Δεν δέχομαι τα σύνορα, δεν με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγομαι! (…) Το να υποτάξω τη γη, το νερό, τον αέρα, να νικήσω τον τόπο και το χρόνο, να συλλάβω πώς σχετίζονται μεταξύ τους τα φαντάσματα που ανεβαίνουν από το νου μου, τι αξία έχει; Ένα μονάχα με κυριεύει: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα”. “Θέλω να βρω μια δικαιολογία να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό  καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου”. Χρέος λοιπόν μέσα  στην ολιγόστιγμη τούτη ζωή μας, είναι ν’ απαλλαγούμε από τον τρόμο της καρδιάς, να νικήσουμε και τον τελευταίο, τον “πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα”. “Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αφτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδυάσει να μας πλερώσει το μεροκάματό μας . (…) Αγνάντεψε γύρω σου. Όλα τούτα τα κορμιά που θωρείς, θα σαπίσουνε. Σωτηρία δεν υπάρχει. Κοίταξε: ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει. Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα (…) Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε σκοτεινά νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε! (…) Πουθενά δεν χωρώ (…) Μια μέρα όλο το σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά. Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού”.

Η Ασκητική δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμενε ο Καζαντζάκης. Κάποια γοητεία άσκησε το ύφος της, ένα κράμα λόγου, Ζαρατούστρα και Αγίας Γραφής. Οι λόγοι της σχεδόν αδιάφορης αυτής υποδοχής, ήτανε δυο: Σαν φιλοσοφία, όταν αφαιρούσες από την Ασκητική τις ποιητικές προεκτάσεις, δεν έλεγε τίποτε νέο. Πιο πέρα, ο μηδενισμός, στενά προσωπικός, συνδεμένος με τη φύση του, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτός τέτοιος που ήταν, ακόμη κι από κείνους που μπορεί απ’ αυτή την άποψη να συναντιόντουσαν, γενικότερα, γιατί η έλξη της ζωής – ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα – κατά κανόνα περιορίζει  το μηδενισμό στη λογική, αφήνοντας την ψυχή και την καρδιά ανέπαφες. Αντίθετα στον Καζαντζάκη, ο μηδενισμός φύτρωσε σαν σπόρος μέσα του και κλαδώθηκε σε όλη του την ύπαρξη.  Οι σύγχρονοί του είδαν την Ασκητική σαν ένα παροξυσμό που δεν είχε παρά φιλολογική σημασία. Την αξία αυτού του παροξυσμού μπορούμε να την εντοπίσουμε σήμερα, συνδέοντας αυτή την Κραυγή με την όλη οδυνηρή πνευματική πορεία του Καζαντζάκη. Πρόκειται για έναν κρίκο από τους πολλούς, πικρούς, αλυσωτούς κρίκους της δημιουργίας του. Ήθελε να ειπεί κοσμογονικά πράγματα, και έβγαλε μόνο μια Κραυγή, που οι αναγνώστες του, τότε, κι αν δεν την άκουαν δεν έχαναν τίποτα.

Η συνείδηση και αυτού του γεγονότος από τον ίδιο τον Καζαντζάκη, έγινε αφορμή να πορευτεί με ακόμα μεγαλύτερη αγωνία προς το έργο της απελπισίας του, την “Οδύσσεια”. Αν κανείς μπορούσε να κάνει μια κριτική εξιστόρηση της πορείας του, η εξιστόρησή του αυτή θα μπορούσε να πάρει από τα ίδια τα πράγματα, μια μυθιστορηματική υφή, με ήρωα έναν Δον Κιχώτη, όχι αστείας μορφής. Έναν δραματικό Δον Κιχώτη, φορέα του αιώνιου ανθρώπινου δράματος. Έναν Δον Κιχώτη με ιερό πρόσωπο.

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1211, Αθήναι, Χριστούγεννα 1977

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή