Ο κοινωνικός και πολιτικός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Το σημερινό κατάντημα της χώρας μας, που οφείλεται πρωτίστως στους νέους πολιτικούς, οι οποίοι αναδείχτηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια, επιβεβαιώνει απολύτως, με τον πιο τραγικό τρόπο, και αυτή την κρίση του Παπαδιαμάντη, ο οποίος αβιάστως, από όσα εκτέθηκαν, συμπεραίνεται ότι, εκτός από “άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων” και “κοσμοκαλόγερος”, ήταν εξόχως κοινωνικός και πολιτικός συγγραφέας.

by Times Newsroom
  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. ΝΗΜΑΣ*   

Η πρόσφατη διαγραφή ενός βουλευτή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, με οδήγησαν στη σκέψη να προβώ στην αναδημοσίευση μιας μελέτης μου για τον «κοινωνικό και πολιτικό Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη», που είναι η ανακοίνωση στην επιστημονική ημερίδα, την οποία είχε διοργανώσει ο Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων στα Τρίκαλα στις 12 Μαρτίου 2011 με την ευκαιρία της συμπληρώσεως 100 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου Σκιαθίτη (και Θεσσαλού) λογοτέχνη. Η μελέτη αυτή δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Θεσσαλικά Μελετήματα», τ. 2 (2012), σελ. 41-52.

Θεώρησα όμως σκόπιμο να προτάξω εδώ και τι προβλέπει σχετικά το ισχύον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 2019 της Θ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο στο άρθρο 55 αναφέρει τα εξής για τα καθήκοντα ενός βουλευτή και το ασυμβί­βαστο της ιδιότητάς του ως βουλευτή:

«1.Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετό­χου ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενι­κού διευθυντή ή των αναπληρω­τών μιας επιχείρησης, η οποία: α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δη­μόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξια­κού ή επενδυτικού χαρακτήρα. β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων. γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδι­οφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας. δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δη­μόσια υπηρεσία ή δημόσια επι­χείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφελείας. ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου.

2. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης …

Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως ο νόμος ορίζει».

Ο κοινωνικός και πολιτικός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Τα διηγήματά του είναι γεμάτα αναμνήσεις από εκκλησιαστικές τελετές και μορφές θρησκευόμενες· η θρησκευτικότητά του πάντως δεν ξεπερνάει την απλή ευλάβεια -απλή και κάποτε χαριτωμένα απλοϊκή- την προσήλωση στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παρακμής. Μίσος για τους Φράγκους, αποστροφή για κάθε νεωτερισμό· […] Βυζαντινή θα έπρεπε να θεωρήσουμε και την αγάπη του για τις παρωδίες των θρησκευτικών κειμένων […]. Ζει έξω από τα προβλήματα και τις αγωνίες που συνείχαν τότε τη νέα ελληνική γενεά· συνηθισμένη προσωνυμία του “ο Άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων”· μα από την αγιοσύνη κρατούσε μόνο την αναχώρηση κι όχι το πάθος για τον άνθρωπο». Αυτά και άλλα πικρόχολα γράφει αστόχαστα ο πολύς Κ.Θ. Δημαράς στην υπερτιμημένη «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Αθήνα, Ίκαρος, 41968, σ. 382 κ.ε.).

Όπως οι Τρεις Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος) θεωρούνται από τους πολλούς απλώς πολύ μορφωμένοι εκκλησιαστικοί άνδρες και τίποτε περισσότερο, αφού αγνοούν το πολύπλευρο και σημαντικότατο κοινωνικό τους έργο, καθώς και την γενναία στάση τους απέναντι στους ισχυρούς της εποχής, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο οποίος στο πλατύ κοινό είναι γνωστός με τους χαρακτηρισμούς “κοσμοκαλόγερος” και “άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων”.

Με τη σημερινή μου ανακοίνωση, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τον άλλον Παπαδιαμάντη, τον κοινωνικό και πολιτικό, όπως αυτός αναδεικνύεται μέσα από κάποια κείμενά του.

Αυτόν τον άλλον Παπαδιαμάντη πρωτογνώρισα πριν από πολλά (34) χρόνια όταν, στη “Λαϊκή Βιβλιοθήκη” της Καρδίτσας είδα σε προθήκη αντίγραφο του Καταστατικού της “Ενώσεως των πληρεξουσίων της Κοινότητας Κοσκινάς” Καρδίτσης, η οποία ιδρύθηκε το 1908 και είναι μάλλον ο πρώτος αγροτικός – πολιτιστικός σύλλογος της Θεσσαλίας. Το εν λόγω πρωτοποριακό Καταστατικό προλογίζει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπογράφοντας με τα αρχικά του Α.Π. Το κείμενο αυτό, με λίγα σχόλια, δημοσίευσα τότε (3-1-1977) στην τρικαλινή εφημερίδα “Η Αλλαγή”. Το 1988 ο εν λόγω Πρόλογος συμπεριλήφθηκε από τον Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο στον 5ο τόμο των Απάντων του Παπαδιαμάντη (σ. 318). Δεν γνωρίζω αν στις προηγούμενες εκδόσεις των έργων του συμπεριλαμβανόταν.

Αν λάβουμε υπόψιν ότι τότε είχε αρχίσει να οργανώνεται το αγροτικό κίνημα στη Θεσσαλία, ξεκινώντας μάλιστα από τη Δυτική, το κείμενο παρουσιάζει εξαιρετικό ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Ας δούμε το περιεχόμενό του:

«Το βιβλιάριον τούτο, το περιέχον το Καταστατικόν της νεωστί αποκαταστάσης Κοινότητος του μικρού χωρίου Κοσκινά της Καρδίτσης, μοι φαίνεται ως μία αίγλη φωτός, εν φαεινόν βήμα, εν εύηχον κήρυγμα προόδου, ευημερίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Η αλλαγή εξουσίας και Κυβερνήσεως, και η φυσική εντεύθεν ανωμαλία, η ζύμωσις η εκ του κομματισμού προερχομένη, η ανεπάρκεια και αφροντισία των Ελληνικών Κυβερνήσεων, των λόγω μεν επαγγελομένων εκάστοτε την λεγομένην αποκέντρωσιν, πράγματι δε εξασκουσών την συγκέντρωσιν μέχρις αποπνιγμού, και η γειτνίασις του συχνά πλημμυρούντος Παμίσου, όλα ταύτα συλλήβδην υπήρξαν αφορμή όπως μη διοικήται καλώς το χωρίον και φθίνη η Κοινότης. Χάρις τω Θεώ ανέτειλεν επ’ εσχάτων η ευεργέτις πρωτοβουλία νεαρών ευπαιδεύτων ανδρών, τέκνων του αυτού χωρίου, εις το πνεύμα των οποίων επήλθεν φωτισμός και ευβουλία, προς άρσιν των κακών τούτων· και το ανά χείρας βιβλιάριον δύναται να χρησιμεύση ως υπόδειγμα πώς πρέπει να διευθύνωνται εκασταχού αι κοινοτικαί περιουσίαι. Οι γεωργικοί πληθυσμοί της Θεσσαλίας και της Ελλάδος, οίτινες αποτελούσι την βάσιν της κοινωνίας, και πρέπει να σεμνύνωνται δι’ αυτό, ας λάβωσι διδάγματα και ας καρπωθώσιν ωφελήματα εκ του διαυγούς τούτου Καταστατικού, του περιποιούντος τιμήν εις εκείνους οίτινες το υιοθέτησαν και το κατήρτισαν, και, συν Θεώ αρωγώ, τάχ’ αύριον έσσετ’ άμεινον. Το μέλλον αναγκαίως θα είναι καλύτερον του παρελθόντος».

Από το κείμενο αυτό φαίνεται ο πόθος του συγγραφέα για πρόοδο και αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, η κρίση του για την ανεπάρκεια και την αδιαφορία των ελληνικών κυβερνήσεων για τον λαό, τον οποίο εμπαίζουν, όπως γράφει, με την επαγγελόμενη κάθε φορά αποκέντρωση αλλά στην ουσία πράττουν το αντίθετο, όπως και τώρα με το περιβόητο και καταδικασμένο σε αποτυχία σχέδιο “Καλλικράτης”. Τέλος, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Θεσσαλοί αγρότες, ξεκινώντας από τον κάμπο της Δυτικής Θεσσαλίας, αρχίζουν τον μεγάλο αγώνα τους για την διανομή των τσιφλικιών, ο Παπαδιαμάντης τάσσεται στο πλευρό τους αποφαινόμενος ότι οι γεωργοί «αποτελούσι την βάσιν της κοινωνίας, και πρέπει να σεμνύνωνται δι’ αυτό». Δυστυχώς αυτή η αυτονόητη διαπίστωση πριν από 100 και πλέον χρόνια δεν γίνεται κατανοητή από τους σημερινούς πολιτικούς, οι οποίοι με την ανερμάτιστη πολιτική τους κατά την τελευταία τριακονταετία έχουν διαλύσει τον αγροτικό πληθυσμό της χώρας μας και έχουν μηδενίσει σχεδόν την γεωργική μας παραγωγή με τα ορατά πλέον σε όλους ολέθρια αποτελέσματα.

Στο μικρό διήγημα του Παπαδιαμάντη «Τα πτερόεντα δώρα» (είναι καταχωρισμένο στο βιβλίο “Νεοελληνική Γλώσσα” της Β΄ Γυμνασίου, σ. 116), την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ένας άγγελος απεσταλμένος του Θεού κατέβηκε στη γη να μοιράσει στους ανθρώπους της πρωτεύουσας τρία δώρα: ένα άστρο, ζωή και δύναμη και πνοή θείας γαλήνης. Τα δώρα αυτά ήθελε να τα μεταδώσει σε όσους θα τα δέχονταν με προθυμία.

«Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός […] Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του, και έφυγε τρέχων εκείθεν» (σ. 191).

«Επήγεν εις την καλύβην πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την εσπέραν εις την ταβέρναν. […] Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος» (σ. 191).

«Ανέβη εις μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, κ’ επάνω των έκυπτον άνθρωποι μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτία. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του διά να μη βλέπη κ’ έφυγε δρομαίος (σ. 191).

Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς, και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην […] και αντιπαρήλθεν (σ. 192).

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς, και ο Άγγελος διά να παρηγορηθή, εισήλθεν εις μίαν εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον της θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας· και εις το βάθος, αντίκρυσεν έναν άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς [= καμώματα, σκέρτσα, νάζια] και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα! (σ. 192).

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του -το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν διά να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην διά να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας, και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας» (σ. 192).

Εδώ παρατηρούμε ότι ο συγγραφέας καυτηριάζει τα κακώς κείμενα και τη στάση όχι μόνον των απλών ανθρώπων, αλλά και των ηγετών της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας μάλιστα τον μητροπολίτη με Μήδο σατράπη. Πόσοι αλήθεια νεώτεροι συγγραφείς και πολιτικοί απετόλμησαν τέτοιον χαρακτηρισμό;

Στο διήγημα «Οι Χαλασοχώρηδες» (Άπαντα, τ. 2, σσ. 401-462), που φέρει τον υπότιτλο «Μικρά Μελέτη», έχουμε μία εξαιρετική απόδοση του προεκλογικού κλίματος της εποχής, μέσα από το οποίο αναδεικνύονται οι τύποι των κομματαρχών, τύποι σαν τον κινηματογραφικό Μαυρογιαλούρο, αλλά και μέσω της συμπεριφοράς τους η γνώμη του Παπαδιαμάντη για την πολιτική και τους πολιτικούς. Τα συμπεράσματά του τα εξάγει με τη διαλεκτική μέθοδο, αφού το κείμενο είναι διαλογικό. Θυμίζει μάλιστα έντονα τη μαιευτική μέθοδο του Σωκράτη στους πλατωνικούς διαλόγους.

Ας δούμε τι γράφει:

Η ανεξαρτησία στα κομματικά, για τους κομματάρχες της εποχής, θεωρείται κακό και τον ανεξάρτητο δεν τον εμπιστεύεται και δεν τον βοηθά κανένα κόμμα, ενώ αντίθετα ο ενταγμένος σε κάποιο κόμμα «θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είναι δε παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον να τον μετριάσουν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να κηρυχθή φανερά υπέρ του ενός» (σ. 402).

Η τακτική να είναι φίλοι δύο άτομα δεδηλωμένα υπέρ αντιπάλων κομμάτων, όπως εδώ ο Κωνσταντής ο Καλόβουλος και ο Γιάννης της Κ’σάφους. με σκοπό ο ένας να εξυπηρετεί τον άλλον, ανάλογα με ποιο κόμμα θα βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία, στο εν λόγω διήγημα επισημαίνεται ιδιαιτέρως από τον Παπαδιαμάντη. «Ενώ άλλοι φανατίζονται, και “χαλνούν τη ζαχαρένια τους” και χολοσκάνουν, αυτοί οι δύο, “ζευγαράκι ταιριαστό”, παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας […], ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με γέλοια και με χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι, εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω των κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον “το έχουν δίπορτο”. Με όποιον κόμμα νικήση, θα είναι φίλοι και οι δύο, αφού θα είναι ο εις. “Όποιος γάιδαρος, κι αυτοί σαμάρι”» (σσ. 402-403). Αναγωγές σε σημερινές καταστάσεις, όπου γνωστοί επιχειρηματίες παίρνουν θαλασσοδάνεια ή «εργολαβίες» από όλες τις κυβερνήσεις, αφήνονται σε σας.

Οι πολιτευόμενοι με καλές προθέσεις για τον τόπο τους, όπως ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, που «ήτο αγαθός, “ψυχαράκι, ο καημένος”, […] Σωστός Κελεπούρης», δεν έχουν καμιά τύχη απέναντι στις “παλιές καραβάνες” και στους επαγγελματίες πολιτικούς. Το μόνο που θα καταφέρουν είναι να ξοδέψουν τα χρήματα που με κόπο μάζεψαν (σ. 408).

Ένα από τα επιχειρήματα που ακούγονται και σήμερα υπέρ κάποιων πολιτικών, είναι και αυτό του “ευκατάστατου”, ο οποίος δεν έχει ανάγκη να κλέψει και να διορίσει τους συγγενείς του, και ως εκ τούτου θα εργαστεί για τους φτωχούς, το συναντούμε εδώ: «επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίση διά την φτώχεια […] ήτον φιλότιμος, και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια».

Ο αντίθετος τύπος του πολιτικού, αυτός που διορίζει όλους τους δικούς του και κυνηγά τους αντιπάλους του, παρουσιάζεται επίσης: «Κατά την πρώτην σύνοδον <της Βουλής>, […] εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς <και> δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του, ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του, και τον αδελφόν της υπηρετρίας του, και άλλους. Κατά την δευτέραν σύνοδον κατώρθωσε να ακυρώση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του, ως δημοσίων γραφείων, και να ενοικιάση την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του, το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον επρόφθασε κ’ έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ’ ο ανομοίου κλίσεως και προορισμού. Όσον διά την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε, τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το “Σκολειό της Αμαλίας”, ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα κατώρθωνε», αν «παρ’ ελπίδα» η Βουλή εκείνη δεν διαλυόταν ενωρίτερα (σ. 412). Οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις που απασχόλησαν προ καιρού την τρικαλινή κοινωνία αλλά και το Πανελλήνιον είναι εντελώς τυχαίες.

Ανάλογη ήταν και η συμπεριφορά του άλλου βουλευτή. «Δεν ήτο άνθρωπος να πηγαίνη στα χαμένα. Ήθελε “σίγουρες δουλειές”. Ήτο ικανός να εξοδεύση και δεκαπέντε χιλιάδας, και είκοσι χιλιάδας, διά να επιτύχη. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά “στο βρόντο”. Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής, θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας, το ολιγώτερον. Ά! ήτον πολύ “κωλοπετσωμένος”. Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίση υπάλληλον, θα του έλεγε “μ’ δίνεις τα μισά;” πριν αποφασίση να δώση μπιλιέτο. Νέτα-σκέτα, “σίγουρες δουλειές”. Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστή από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμές, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψη εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρι υπερεξοφλήσεως. Αλλά αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου. Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλκιβιάδου ήτο ο πόθος υφ’ ου εφλέγετο να φανή χρήσιμος εις την εκτέλεσιν των δημοσίων έργων της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευασθή […] Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Από τώρα είχεν αρχίσει να συνεταιρίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. […] Έπειτα ήτο ο λιμήν […] Ωμοίαζε με το παλάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωριάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης, κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν επελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθή το έργον» (σ. 429). Ας θυμηθούμε ότι η εθνική οδός Τρικάλων – Άρτας άρχισε να κατασκευάζεται το 1926, -επί Κονδύλη- και μόλις τώρα τελειώνει!

Η εξαγορά των ψήφων και τα ποσοστά των κομματαρχών σχολιάζονται σε πολλά σημεία. «Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησε απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανώλην τον Πολύχρονον (δηλ. τον κομματάρχη του), όσους ψήφους, τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους, τόσα δεκάρικα. […] εκείνος έλυνε κ’ έδενε, εκείνος έμβαζε κ’ έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει» (σ. 411).

Η απογοήτευση των πολιτών και η άρνησή τους να πηγαίνουν να ψηφίσουν στις εκλογές δεν είναι σημερινό φαινόμενο. «Τέτοιοι είναι όλοι τους! Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν» (σ. 413).

Η διαφωνία μεταξύ των συζύγων για το ποιο κόμμα θα ψηφίσουν, η συναλλαγή με τους κομματάρχες και η συχνή προσφυγή στα δικαστήρια έκανε τους Έλληνες χωρικούς να χρησιμοποιούν εύκολα το ψεύδος για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες αυτές καταστάσεις. Γράφει σχετικά ο Παπαδιαμάντης. «Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ένα έκαστον, αν τους είχε συναντήσει, ήτο ικανός, διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς όπως ανταγωνίζονται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιοτικών πιέσεων και διωγμών, (όπλον το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία, όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλη πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις, κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων, και ορκιζόμενος καθ’ εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου» (σ. 418).

Η απαξίωση των κομμάτων στα μάτια των χωρικών είναι εμφανής.

«-Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, Χαλασοχώρηδες.

-Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε παρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.

-Το λοιπόν κ’ ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες, σαν αυτούς;

-Δεν είστε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είστε ανδρογυνοχωρίστρες!

Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν οι ανδρογυνοχωρίστρες» (σσ. 420-421).

Η ψήφος των πεθαμένων και η εξαφάνιση της κάλπης, εάν το αποτέλεσμα δεν ήταν το επιθυμητό, σχολιάζεται στο ακόλουθο απόσπασμα. «Διά της προσθήκης διακοσίων ή τριακοσίων ψηφοδελτίων επ’ ονόματι ισαρίθμων συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάττοντες αυτοί αντιπροσώπους, ους ήθελον. Εάν όμως οι αντίθετοι τους διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία, εύκολον ήτο να εξαφανίσωσι παν ίχνος εισορμώντες διά του παραθύρου εις τον τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά νυκτός την μοναδικήν και ευμετακόμιστον με το χάρτινον φορτίον της κάλπην, και καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην, και παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξη νέας εκλογάς, “επειδή οι αντίθετοι, βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν την κάλπην”» (σ. 436).

Και παρακάτω σχολιάζει. «-Λοιπόν, αύριο, να έχης όρεξιν ν’ ακούης τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία, θα χαλάσουν τον κόσμον με τες φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον. Ουδέ φοβούνται τον Θεόν ότι εν τω αυτώ κρίματι εισί» (σ. 451).

Σήμερα βεβαίως, χάρη στην τηλεόραση, όλοι γνωρίζουμε ότι στις περισσότερες συνεδριάσεις της Βουλής παρευρίσκονται ο προεδρεύων, ο επερωτών βουλευτής, ο αρμόδιος να απαντήσει υπουργός ή υφυπουργός, συνήθως, και ίσως και δυο-τρεις άλλοι βουλευτές. Στα χρόνια του Παπαδιαμάντη ήταν κάπως διαφορετικά. Οι βουλευτές ήταν παρόντες “απόντες”. «Κάποιος εν Αθήναις ιδών αυτόν <δηλ. τον βουλευτήν> […] αναγινώσκοντα εν καφενείω τα πρακτικά της συνεδριάσεως της προτεραίας εν τη Νέα Εφημερίδι, τον ηρώτησεν αν δεν ήτο παρών εις την συνεδρίασιν. “Όχι, ήμουν, απήντησεν ο κ. Αβαρίδης, αλλά καλύτερα τα γράφει εδώ”. Είναι αληθές ότι κατά την σύνοδον εκείνην, ως και καθ’ όλην την περίοδον δεν είχεν καλοχορτάσει τον ύπνον επί των εδωλίων της αιθούσης των συνεδριάσεων. Μόλις έκλειε τους οφθαλμούς, και γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός, πολιτικός φίλος, τον εξύπνα αποτόμως σείων αυτού τον βραχίονα, και του εσύριζεν εις το ους μίαν λέξιν πάντοτε. Ναί ή Όχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά εγίνετο ψηφοφορία. Κοπιωδεστάτη υπήρξεν η σύνοδος εκείνη. Τα νομοσχέδια επέπιπτον σωρηδόν, ως βροχή, ως χάλαζα, κ’ ετάραττον τον ύπνον του αγαθού επαρχιώτου» (σσ. 437-438).

Αλλά και τον δωροδοκούμενο με διάφορα κτηνοτροφικά προϊόντα έπαρχο σκιαγραφεί με ειρωνική διάθεση ο Παπαδιαμάντης. «Ήτο λίαν ευδόκιμος διοικητικός υπάλληλος, και διωρίζετο κατ’ εκλογήν ιδίως εις τας βουτηροφόρους επαρχίας. Ίσως απέκτησε την οσμήν ταύτην εκ της πολυχρονίου αναστροφής μετά κτηνοτρόφων και τυροκόμων, των οποίων τα συμφέροντα μετά ζήλου επροστάτευε. Προ δύο ετών ακόμη, ότε ήτο διωρισμένος, είχε λάβει ποτέ ενός μηνός άδειαν, όπως μεταβή εις την πατρίδα του. Ο καπετάν Νικολάκης το Τρυποκαρύδι […] τον είδε να μπαρκάρη φέρων ολόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων και δύο κολοσσαίους πίθους βουτύρου. Ήρχετο εκ τινος πολυθρέμμονος επαρχίας, και δεν είχε νομίσει αξιοπρεπές να υπάγη “με άδεια χέρια” εις την πατρίδα του. Ήτο λίαν καλοφορεμένος και σοβαρός κύριος, και ο κυβερνήτης του κοτέρου τον έβλεπε διά πρώτην φοράν.

-Κάνεις το εμπόριο των τυριών του λόγου σου; τον ηρώτησεν ο καπετάν Νικολάκης το Τρυποκαρύδι.

-Όχι, είμαι έπαρχος, απήντησε μετά σοβαράς υπεροψίας ο κ. Καψιμαΐδης …» (σ. 439).

Για έναν “καλό νοικοκύρη, εμποροπαντοπώλη και κτηματία και σύμβουλο του Δήμου ισόβιο” γράφει ο Παπαδιαμάντης. «Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνη “ευκολίας” εις χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του αλωνίου. Είχεν όλας τας αρετάς του μύρμηκος και υπερείχεν αυτού κατά μίαν, ότι ήτο δανειστής. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην, όπου είχεν αραδιασμένους περί τας δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστούς, ασβεστωμένους και χωμένους εις την γην. […] εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις, οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είναι και προστάται των. Ο ίδιος όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δείνος γεωργού, ο ίδιος θα δανείση αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώση, επιφυλαττόμενος μετ’ ου πολύ να του πωλήση την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχη πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν ούτε άμπελον ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης, θα τον μισθώση όπως καλλιεργή αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή την άμπελον. […] ο δικολάβος είναι το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήση, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας, και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον» (σσ. 440-441).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η γνώμη του Παπαδιαμάντη για την πλουτοκρατία. «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπιδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς» (σ. 453).

Ο Παπαδιαμάντης, με μια βαθιά κοινωνιολογική σκέψη, θεωρεί τη δωροδοκία μικρότερο κακό από την συναλλαγή. «Ο λόγος δι’ ον θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι, ως είδος εκλογικής διαφθοράς, την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών [δηλ. απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία]. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων, ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος; […] Και σημείωσαι ότι ουδείς ποτέ εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράση ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθή. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα υποδυθή την φιλανθρωπίαν, ως προσωπείον, θα φορέση την δημοτικότητα, ως κόθορνον. Θα φροντίση ν’ αποδώση μέρος των όσων ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ’ επιδεξιώτερον τον κόθορνον» (σσ. 453-454).

Παρακάτω αποφαίνεται. «Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά! Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τα αξιώματα; Πράγμα, το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν. Ουδέν κακόν άμεικτον καλού! Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα. […] Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, [σήμερα μπορούν να υπηρετούν στο δημόσιο όπου τους διορίζει “επιφανής” πολιτικός, αλλά να διατηρούν και τις καφετέρειές τους], οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης όστις να μη προχειρισθή εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κ’ εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μάς τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθή επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρριπτον έξω τα πλοία των, ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσης ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον διά να γεννηθή το θρέμμα το καλούμενον επιφανής, και ούτως απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητος μέχρι της ώρας. Η δωροδοκία δε, την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορή επί ταύτης, ας μη μετέχη του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς, μήτε ως εκλέξιμος. Κυάμων απέχεσθαι …» (σσ. 455-456).

Συχνά ακούγεται στις μέρες μας η επιθυμία για ανανέωση των προσώπων που ασχολούνται με την πολιτική και υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι οι νέοι θα είναι οπωσδήποτε καλύτεροι. Ας δούμε επ’ αυτού την άποψη του Παπαδιαμάντη.

«Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναί τις εμβριθής, πρέπει να εγκύπτη εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην. Διατί δε, καί τινες των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι’ ους φαίνεται ότι πληρούται, δευτέραν φοράν, εις βάρος μας, η κατάρα την οποίαν ο Θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ, λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών· – διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι και κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; qui veut la fin. veut les moyens [= όποιος θέλει να πετύχει κάτι είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τα ανάλογα μέσα]. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα, και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφή, και αληθώς πονή τον τόπον του, και έχει ηθικήν όχι εις την άκρην της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος, αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύναντον να πολιτευθή. Κυάμων απέχεσθαι» (σ. 453).

Το σημερινό κατάντημα της χώρας μας, που οφείλεται πρωτίστως στους νέους πολιτικούς, οι οποίοι αναδείχτηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια, επιβεβαιώνει απολύτως, με τον πιο τραγικό τρόπο, και αυτή την κρίση του Παπαδιαμάντη, ο οποίος αβιάστως, από όσα εκτέθηκαν, συμπεραίνεται ότι, εκτός από “άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων” και “κοσμοκαλόγερος”, ήταν εξόχως κοινωνικός και πολιτικός συγγραφέας.

*Ο Θεόδωρος Α. Νημάς είναι φιλόλογος – δρ Ιστορίας της Εκπαίδευσης

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή