Ο Μαρσέλ Προυστ και οι συνομιλητές του

Ξανακοιτάζοντας το έργο του συγγραφέα του “Χαμένου χρόνου” με αφορμή την έκδοση της αλληλογραφίας του

by Times Newsroom 1

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ στον Αντρέ Ζιντ τον Μάρτιο του 1922, ο επιφανής Γερμανός κριτικός της λογοτεχνίας  Ερνστ Ρόμπερτ Κούρτιους εξομολογείται πόσο χάρηκε και συγκινήθηκε από ένα γράμμα του Μαρσέλ Προυστ γεμάτο από ανθρωπιά, αίσθημα, ευφυία και γοητεία. Αυτή ήταν η συνήθης αντίδραση των παραληπτών επιστολών του Προυστ. Μολονότι ο συγγραφέας του “Χαμένου χρόνου” πολύ λίγα αποκάλυπτε για τον εαυτό του και επέμενε πως τα γράμματά του δεν έπρεπε να δημοσιευθούν, ήταν ένας γόνιμος επιστολογράφος που κατόρθωνε να γράφει κάθε φορά σε ύφος αντίστοιχο με του παραλήπτη. Η γαλλική έκδοση της αλληλογραφίας του καλύπτει 21 τόμους, κατά τον επιμελητή της Φίλιπ Κολμπ, το ένα εικοστό μόνο άπασας της συγγραφικής παραγωγής του Προυστ στη διάρκεια της σύντομης ζωής του (πέθανε στα 51 του χρόνια, το 1922).

Ο ίδιος επιμελητής, ο Αμερικανός λόγιος Φίλιπ Κολμπ που οι πολύμοχθες έρευνές του συντέλεσαν σημαντικά στη διάλυση ορισμένων μύθων, οι οποίοι περιέβαλλαν τον Προυστ, αργότερα έκανε μια επιλογή από τις επιστολές για να δημοσιευθούν σε τέσσερις τόμους στην αγγλική. Τώρα δημοσιεύθηκε ο τέταρτος και τελευταίος τόμος με πρόλογο του Αλέν ντε Μποτόν κι ένα σημείωμα της Τζόσλιν Κολμπ στη μνήμη του πατέρα της.

Οι επιστολές και το έργο

Η αλληλογραφία για τον Προυστ ήταν ένα είδος κοινωνικής συναναστροφής, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της ζωής του όταν άρρωστος είχε αποσυρθεί στη μονωμένη με φελλό κρεβατοκάμαρά του. Αλληλογραφώντας διατηρούσε τις φιλίες, τις κοινωνικές κι επαγγελματικές σχέσεις της προηγούμενης ζωής του. Ήταν όμως και η προσπάθεια ενός μοναχικού ανθρώπου να κερδίσει τη συμπάθεια. Ο Προυστ ήταν ευχάριστη συντροφιά, ευγενικός κι ευαίσθητος, κι οι ιδιότητες αυτές υπάρχουν και στα γράμματά του, αν και το καθένα χρειάζεται εφτά με οχτώ σχόλια για να γίνουν κατανοητοί οι υπαινιγμοί και οι παραπομπές τους.

Ήταν υπερβολικός στις φιλοφρονήσεις του, πιστεύοντας ότι… άλλοι συμμερίζονται την ένταση των συναισθημάτων του. “Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο οδυνηρή μού είναι η σκέψη του πόνου σας. Μου είστε τόσο αγαπητός, φίλε μου. Οι λύπες σας είναι δικές μου πληγές”, γράφει παραμυθητικά στον κριτικό τέχνης Ζαν-Λουί Βουτουαγέ, ο οποίος είχε πρόσφατα χάσει τη μητέρα του. Ίσως ο Προυστ να σκεφτόταν τη δική του θλίψη για την απώλεια της μητέρας του.

Παρά την επιμονή του να καταστραφούν οι επιστολές του, δεν ζήτησε τίποτα τέτοιο στη διαθήκη του και ο ίδιος του ο αδελφός ξεκίνησε το 1930 τη δημοσίευσή τους. Δεν περιέχουν τίποτε το σοκαριστικό ή σκανδαλώδες, στο “Χαμένο χρόνο”  μάλιστα αποκαλύπτει περισσότερα για τον εαυτό του απ’ ό,τι στα γράμματά του. Τα προσωπικά του πράγματα τα κράταγε μακριά από την κοινωνική ζωή την οποία παρατήρησε και σατίρισε με τέτοια οξύτητα στο μεγάλο του μυθιστόρημα.

“Δεν παύουν να μας καταπλήσσουν, όσα ο Μαρσέλ Προυστ μας αποκαλύπτει για τον εαυτό μας απλώς με το να μιλά μεγαλόφωνα μπροστά μας”, γράφει ένας αλληλογράφος του, ο κριτικός Ρενέ Γκιγουέν. “Όμως στα γράμματά του υπάρχει κι ένα παθολογικό στοιχείο, προερχόμενο ίσως από την αρρώστια του, μια τάση προς πλευρές της ζωής που είναι θέματα ιατρικών και ψυχιατρικών πραγματειών ή ύποπτων βιβλίων. Το κείμενο του Προυστ είναι το αντίστοιχο της ψυχανάλυσης  του Φρόιντ, στη λογοτεχνία”. Ίσως αυτό εξηγεί, όπως γράφει η Λίζα Ζάρντιν στην “Observer”, το ενδιαφέρον που δείχνει ο 21ος αιώνας στο έργο του. Το λαβυρινθώδες μυθιστόρημά του επίμονα ασχολείται με τον τρόπο που συγκρατούμε μνήμες της περασμένης μας ζωής, άλλες ασήμαντες και άλλες αξιομνημόνευτες. Η ανάμνηση είναι ο τόπος όπου κατοικούμε και ο καθένας μας είναι η συσσώρευση του παρελθόντος του. Τίποτα δεν χάνεται ή ξεχνιέται, όλα όσα βρίσκονται πίσω μας χτίζουν το παρόν μας. Η ευθύνη για να διατηρηθούν είναι δική μας. Η ιστορία είναι τα περασμένα γεγονότα διαθλώμενα μέσα από τους φακούς της νόησής μας – κοιτάζοντας προς τα πίσω μέσα από ένα τηλεσκόπιο, όπως ο ίδιος ο Προυστ το παρομοιάζει. Τα σπουδαία και τα ασήμαντα στέκουν στο ίδιο σκαλοπάτι.
Ταυτόχρονα, το “Αναζητώντας το χαμένο χρόνο” είναι και μια αυτοθεραπεία, όπου ο πλούτος του εσωτερικού μονολόγου του αφηγητή Μαρσέλ ερμηνεύει την ατονία του. Η αφήγηση είναι ο αυτοσκοπός και το γιατρικό που τον κρατά ζωντανό. Στο τέλος του τελευταίου τόμου, ο Μαρσέλ συγκρίνει τον εαυτό του με τον αφηγητή στις “Χίλιες και μια νύχτες”, που όσο συνεχίζει να αφηγείται, τόσο παραμένει επιπλέον ζωντανός. Ο αναγνώστης που μπαίνει μέσα στην ανάμνηση της ζωής του Μαρσέλ, μπαίνει ταυτόχρονα και στον κόσμο των συντριμμένων ελπίδων και των διαψεύσεων μιας ολόκληρης γενιάς.

Αντιμέτωπος με τον αναπόφευκτο θάνατο, ο Μαρσέλ αφιερώνει τη ζωή του στην προσπάθεια να αφήσει για τους μελλούμενους την ιστορία που έχει σχηματίσει η μνήμη του. Αλλά και έτσι όμως ο Προυστ παρατηρεί σε μια υποσημείωση στο τελευταίο μερος  του “Ξανακερδισμένου χρόνου”: “Αναμφίβολα τα βιβλία μου θα πεθάνουν, όπως η σάρκα και το αίμα μου. Πρέπει όμως να αφεθεί καθείς στη σκέψη του θανάτου και να αποδεχθεί την ιδέα ότι, μετά εκατό χρόνια τα βιβλία μου δεν θα ζουν”.

Στη νέα χιλιετία

Το “Αναζητώντας το χαμένο χρόνο” σφύζει συνεχώς από τον παλμό μιας εποχής (της δικής μας) που έχει δει την άνοδο μιας γραφής εντελώς νέου είδους, η οποία έχει τη μορφή της μαρτυρίας της γενιάς που έζησε στη σκιά του έιτζ, με κυρίαρχα έργα τη “Συμφωνία του αποχαιρετισμού” του Έντμουντ Γουάιτ και τη “Σύγχρονη φύση” του Ντέρεκ Τζάρμαν. Όπως κι εκείνα, η ιστορία του Προυστ, ενός ανθρώπου με εύθραυστη υγεία που δεν μπόρεσε να αντισταθεί σην υψηλή ζωή του Παρισιού, τις ερωτικές και διανοητικές προκλήσεις της, εκ των υστέρων ρομαντικοποιεί την έκδοση και την απερισκεψία. Και η αναβίωση του Προυστ ίσως να μην είναι παρά η πασμωδική αντίδραση ενώπιον της νέας χιλιετίας, μια ουσιαστική απουσία τόλμης μπροστά στην έλευση μιας νέας εποχής.

_________________________________
The Observer | Η Καθημερινή, 30 Μαρτίου 2000

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή